KierkegardHeader

 

Ἀβραάμ, Ἰώβ, Σωκράτης·


οἱ τρεῖς προσωπικότητες ποὺ πρυτανεύουν στὴ σκέψη τοῦ Κίερκεγκωρ

 

α. Ἀβραάμ, ὁ ἱππότης τῆς Πίστεως

 

Ἀβραάμ, ὁ Ἱππότης τῆς Πίστεως (Om Frygt og bæven)
       Ἡ ἱστορία τοῦ Ἀβραὰμ εἶναι ἡ δοκιμασία τῆς πίστης του στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει τὸν μοναχογιό του, μολονότι τοῦ εἶχε προφητεύσει-ὑποσχεθεῖ ὅτι θὰ γίνει πατέρας ἑνὸς πολυάριθμου λαοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀντιλήφθηκε τὸ γεγονὸς ὡς μία δοκιμασία καὶ μόνον. Ὅμως, ἕνα τέτοιο γεγονός, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, θεωρεῖται ἰδιαίτερα εἰδεχθές. Ἄκρως ἀντίθετο πρὸς κάθε μορφὴ ἠθικῆς! Μιὰ τέτοια συμπεριφορὰ δὲν μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ, μὲ τίποτε, λογικά! Εἶναι παράλογη! Absurd! Ἴσως ὁ Κίερκεγκωρ, λαμβάνοντας τὴν ἱστορία ὄχι τόσο ἁπλά, θέλησε νὰ δημιουργήσει ἕναν μεταμεσονύκτιο ἥλιο -  Südsommersonnenwende (ὁ Pytheas ἀνέφερε τὸν 4ο αἰῶνα π.Χ. περὶ τοῦ Ἀρκτικoῦ κύκλου, Mitternachtssonne), κάτι σὰν τὴν προσευχὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ γιὰ φωτισμὸ τῶν σκοταδιῶν μας.
       Ἡ λογοτεχνικὴ προσέγγιση καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ὁ Κίερκεγκωρ ἐπινοεῖ, προσπαθοῦν νὰ ἀποσαφηνίσουν, ὄχι ἀκριβῶς νὰ ἐξηγήσουν τὸ πῶς τὸ θέμα λειτουργεῖ, καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐνεργήσει ἐξαιτίας τοῦ παράλογου. Πῶς δηλαδὴ νὰ ὁδηγήσει γλωσσικὰ κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ αἰτιολογηθεῖ ὀρθολογικά! Διότι οὔτε μπορεῖ νὰ «ἀνεβάσει» τὸ νέο «πρότυπο» ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ οὔτε μπορεῖ νὰ παραβιάσει τὴ γενικὴ ἠθική.
       Μιὰ πολὺ σοβαρὴ φιλοσοφικὴ ἀνάλυση χρειάζεται γιὰ τὸ τί σημαίνει νὰ ζεῖς σὲ μιὰ σχέση ποὺ καθορίζει τὴν εἴσοδό μας στὴ ζωή. Μπορεῖ νὰ ἀφορᾶ τὸν Θεό, ὅπως μπορεῖ νὰ ἀφορᾶ καὶ κάποιο ἀγαπημένο ἄνθρωπο. Στὴ μέση βρίσκεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ὁ Κίερκεγκωρ, χρησιμοποιώντας μιὰ γλῶσσα ποὺ ἠχεῖ ἀγγελικά, ὀνόμασε ἱππότης τῆς παραίτησης καὶ ἱππότης τῆς πίστεως.
       Ὁ πρῶτος εἶναι ἕνα ἄτομο ποὺ καταφέρνει νὰ διατηρήσει τὴν ἀγάπη στὴ σχέση τῶν δύο συμβαλλομένων, μὲ τρόπο ποὺ κάνει τὸ ἀγαπημένο ἄτομο νὰ μὴν εἶναι πλέον ἀπαραίτητο, ἀκόμα κι’ ἂν ἡ ἀγάπη παραμένει. Ὑπάρχει μιὰ ὑψηλότερη κατάσταση ἀπὸ μία συνηθισμένη, μὴ ἀντανακλασμένη ἀγάπη, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴ δύναμη τῶν πεποιθήσεων ποὺ διαθέτουν οἱ ἱππότες – μιὰ κατάσταση στὴν ὁποία κάποιος συνειδητοποιεῖ πλήρως ὅλους τοὺς κινδύνους ἔτσι, ὥστε τὸ ἀγαπημένο σας πρόσωπο μπορεῖ νὰ πεθάνει, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ πλανᾶται γύρω σας σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε κανένας κίνδυνος. Στὸν κιερκεγκάρντιο λόγο (ποίηση) πρόκειται νὰ βλέπεις, ἀνὰ πᾶσα στιγμή, τὸ σπαθὶ νὰ αἰωρεῖται πάνω ἀπὸ τὸν ἀγαπημένο, ἀλλὰ ὁ ἀγαπῶν, αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ, νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ αἰσθάνεται χαρά, λόγῳ τοῦ παράλογου.
       Ὅταν μιλᾶμε καθημερινὰ γιὰ τὴν ἀγάπη, καὶ ἡ ἀγάπη κάνει αὐτά, ποὺ ἐμεῖς συχνά, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μεταφορικά, ἀναπνέουμε τὴν παθητικότητα, τότε μιλᾶμε γιὰ ἀπώλεια ἐλέγχου, πτώση. Ὁ Κίερκεγκωρ μιλᾶ γιὰ ἅλματα. Τὸ τελευταῖο βῆμα ποὺ πρέπει νὰ κάνει κανεὶς γιὰ νὰ φτάσει στὸ θρόνο εἶναι νὰ πηδήξει. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μιὰ λογικὴ γέφυρα στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποστηρίξει ὀρθολογικὰ τὴν πίστη ἤ τὴν ὕπαρξη ποὺ ἀγκαλιάζει τὸ παράλογο, τὴν πλήρη ἀποδοχή τῆς θνησιμότητας, ὁτιδήποτε εἶναι σπινθηροβόλο στὴ ζωή, σὰν νὰ ἦταν ὅλα δυνατὰ καὶ κατανοητά! Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἅλμα, μία ἐνεργὴ δράση πέφτει. Σίγουρα, ἡ ἀγάπη εἶναι πρωταρχικὴ δύναμη – μὲ κάποιους τρόπους δὲν μποροῦμε νὰ ἀποτρέψουμε τὴν ὁρμητικὴ ροὴ τοῦ νεροῦ ποὺ ἀναβλύζει, ἀλλὰ ἴσως εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ κάθε μικρὴ ρωγμὴ ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἀποτυχίες τοῦ φράγματος.
       Προσωπικά, διαβάζοντας τὸν «Φόβο καὶ Τρόμο», εἶδα τὸν θάνατο σὲ ὅλα, ὁλόκληρο τὸν κίνδυνο τοῦ ἅλματος, καὶ ὅμως, ἔγειρα ἀνάποδα, μὲ τὰ μάτια μου ἀνοιχτά. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνεις, νὰ τὸ ἐπιχειρήσεις. Ἴσως τὸ νὰ ἐρωτευτεῖ κανεὶς χρειάζεται λευκὸ καπνό, ἐπιτυχίας. Καὶ γενικά, μπορεῖ τὸ πάθος νὰ ἀπαιτεῖ καπνό, δηλωτικὸ ἐπιτυχίας. Σύμφωνα μὲ τὸν Κίερκεγκωρ, κάποιος πρέπει συνεχῶς νὰ ἐπαναλαμβάνει αὐτὸ τὸ ἅλμα πρὸς τὴν ἀγάπη ἤ στὸν χῶρο τῆς ἀγάπης, καὶ εἶναι λογικὸ νὰ ρωτᾶμε μὲ ποιὸ κόστος θὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε πλήρως.
       Χρειάζεται ὅμως καὶ Ἐλευθερία, τὸ θεῖο δῶρο στὸν ἄνθρωπο (πρᾶγμα ποὺ λείπει ἀπὸ τὴ Μέθοδο- Σύστημα τοῦ Ἑγέλου)!
       Χρειάζεται νὰ ἐπιλέξουμε («Εἴτε-Εἴτε»): Εἴτε αἰσθητικὴ καὶ ἀστικὴ ἠθικὴ εἴτε ἅλμα στὴν Πίστη!
(Σκέψεις, διαβάζοντας τὸ βιβλίο τοῦ Κίερκεγκωρ, «Φόβος καὶ Τρόμος»», «Frygt og Bæven» / Johannes de silentio, SV, III, 169-264. (1843, 30 ἐτῶν.) )

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

       ...Ένα χρόνο μετά, στις 11 Οκτωβρίου αποφάσισε να χωρίσει από την Ρεγγίνα. Αυτό τον βασάνισε στην ζωή του «απερίγραπτα», όσο τίποτα.

       Στις πολλές εικασίες για τους λόγους που τον οδήγησαν σ' αυτόν τον χωρισμό, μια ξεχωρίζει και την παραθέτουμε. Προέρχεται από ένα κήρυγμά του και αναφέρεται στον Αβραάμ. Την ιστορία του Αβραάμ και του Ισαάκ την είχε διηγηθεί σε δεκάδες εκδοχές, ανάλογα με τα συμπεράσματα που ήθελε να εξάγει. Η πίστη του Αβραάμ ήταν κάτι που πάντα τον μάγευε. Εκεί, έλεγε, που ο Αβραάμ ήταν έτοιμος να κατεβάσει με ορμή το μαχαίρι του στο στήθος του γιού του Ισαάκ, γεμάτος σκέψεις για τα γεγονότα, ο θεός τον φώναξε, μα αυτός δεν μπορούσε να τον ακούσει. Η καρδιά του χωμένη στα γήινα, αποφασισμένος να υπακούσει και να μην δείξει τις αμφιβολίες του Αδάμ, χωρίς να ελπίζει ή να πιστεύει σε κάτι έξω απ' την εντολή του θεού, κουφός εντελώς σε πιθανές φωνές πειρασμών, έμπηξε το μαχαίρι στο παιδί του που τον κοίταζε μ' εμπιστοσύνη.

-"Αβραάμ, Αβραάμ, τί έκανες; Δεν μ' ακούς; Αβραάμμμ!"

-"Ποιός με φωνάζει; Εσύ είσαι Κύριε;"

-"Αβραάμ, Αβραάμ, γιατί δεν μ' ακούς;"

-"Έλεος, Κύριε! Η καρδιά μου αφοσιωμένη στο έργο που με διέταξες να φέρω εις πέρας, δεν μπόρεσε να σ' ακούσει!"

-"Και τώρα τί να κάνω, Αβραάμ; Πρόθεση μου ήταν να δοκιμάσω την πίστη σου μόνον. Δεν ήθελα να πεθάνει ο Ισαάκ, ο πατέρας ολόκληρου γένους. Μετά την επιτυχή δοκιμασία σου επρόκειτο να στον αποδώσω και πάλι, πίσω στην πατρική αγκαλιά, δώρο στην ακλόνητη πίστη σου. Τώρα, όμως, χάλασες το σχέδιο μου. Πώς θα μπορέσω να ανταμείψω και τον Αβραάμ-πατέρα, τώρα που του στέρησα το μεγαλύτερο αγαθό που διέθετε; Αναγκαστικά θα δημιουργήσω έναν άλλο, καινούργιο κόσμο, ανώτερο, παραδείσιο, όπου τώρα θα πάει ο Ισαάκ και σε λίγο θα πας και' συ. Εκεί θα συναντηθείτε και θα ζήσετε αιώνια, δώρο μεγαλύτερο απ' το να στον απέδιδα για τα λίγα -όσα χρόνια ακόμα απέμεναν απ' την παραμονή σας σ' αυτήν την ζωή!"

       Την εγκατέλειψε, λοιπόν, για να την κερδίσει σε μιαν άλλη ζωή, αιώνια, όπου το αέναο μήκος της ευτυχίας θα ταίριαζε πιο πολύ από οποιαδήποτε γήινα; Όπως και νά' χει το θέμα, η ωραία Ρεγγίνα ήταν n μούσα του μέχρι το τέλος της ζωής του, που τον ενέπνεε και τον τυραννούσε, τον ενέπνεε τυραννικά. Για ένα διάστημα, μάλιστα, έπαιζε και το ρόλο του «δανδή» και του επιφανειακού εκείνου κοινωνικού αριβίστα, που το πλήγωμα των κοριτσίστικων καρδιών ήταν γι' αυτόν καθημερινή τροφή, για να την κάνει να νοιώσει πως ήταν τυχερή που δεν κατέληξε η σχέση τους σε γάμο. Στα «ημερολόγιά» του βρίσκομε, μεταξύ άλλων, και μια άλλη σκέψη του πάνω σ’ αυτό: «Ήμουν κατά μία αιωνιότητα μεγαλύτερός της». Δεν μπορούσε, δεν θα μπορούσε η Ρεγγίνα να τον ακολουθήσει.

       Που και που συναντούσε από μακριά στον δρόμο την Ρεγγίνα ή την έβλεπε ανάμεσα στο εκκλησίασμα, όταν έκανε κάποιο κήρυγμα.  (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ "Βιογραφικὰ στοιχεῖα: Σύντομη βιογραφία".)

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::


       Ὁ Κίερκεγκωρ ἀντιμετώπιζε τοὺς συγχρόνους του μὲ ἕναν ὁρισμένο σκεπτικισμό.
       Ἡ ἱστορία τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ θὰ θυσίαζε τὸν Ἰσαάκ, εἶχε «φθαρεῖ» μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου. Σήμερα τὴν διαβάζομε σὰν μία ἱστορία, γιὰ κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε πάει πολύ στραβά (θανατηφόρα), ἀλλὰ ποὺ εὐτυχῶς τελείωσε καλά. (Ὁ Ἀβραὰμ ἐντόπισε ἕνα κριάρι καὶ τὸ θυσίαζε αντί του Ισαάκ.)
       Ὁ Κίερκεγκωρ θὰ προκαλέσει τοὺς σύγχρονούς του ἀναγνῶστες. Θὰ τοὺς τραβήξει ἀπὸ τὸν τεμπέλικο θρίαμβο ποὺ ἀνακουφίζει ὅπως ἡ ζάχαρη (ποὺ ἐντάθηκε καὶ θεολογικοποιήθηκε ἀπὸ τὸν σύγχρονό του Gruntvig) καὶ θὰ ἐπαινέσει τὸν Ἀβραὰμ γιὰ τὴν ἰσχυρὴ πίστη του.
       Πῶς μπορεῖ αὐτὸ νὰ τὸ κάνει;
       Ὁ Κίερκεγκωρ προσπαθεῖ νὰ ἐπαναλάβει τὴν ἱστορία τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαάκ ἀπὸ τὸ εἰκοστὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῆς Γένεσις τοῦ Μωυσή, καὶ ταυτόχρονα προσθέτει σὲ αὐτή, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ἦταν ὁ ἀρχικὸς φόβος τοῦ Ἀβραὰμ γιὰ τὰ ἀπαίσια αἰτήματα τοῦ Θεοῦ.
       Θέλει νὰ κλείσει τὸ στόμα τῶν χριστιανῶν ποὺ λένε: «τὸ ξέρουμε. Ὁ Θεὸς ἁπλὰ ἤθελε νὰ δοκιμάσει τὸν Ἀβραάμ. Αὐτὸ πῆγε καλά!»
       Τότε ὁ Κίερκεγκωρ γράφει τέσσερις διαφορετικὲς παραλλαγὲς τοῦ 22 κεφ. τῆς Γενέσεως. Τέσσερις σκηνές, ὅπου ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Ἰσαὰκ παίζουν μαζί στὸ μοιραῖο συμβὰν στὸ ὄρος Μορία (Μοριά, Αμωρία), Μοριγιά.

       Ἕνας ἀπ ' αὐτοὺς πάει κάπως ἔτσι:
       «Ἠλίθιο ἀγόρι! Νομίζεις ὅτι εἶμαι ὁ πατέρας σου; Ἐγὼ εἶμαι ἕνας εἐδωλολάτρης. Πιστεύεις ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ; Ὄχι, αὐτὴ εἶναι ἡ δική μου ἐπιθυμία.»

       Ὁ κίνδυνος ἑνὸς πλήρους κατασπαράγματος τῆς σχέσης μεταξὺ πατέρα Ἀβραάμ καὶ τοῦ γιοῦ Ἰσαὰκ κάνει τὴν παλιὰ παραβολὴ τοῦ «Ἀβραὰμ πατέρα τῆς πίστεως» μιὰ σκοτεινὴ καὶ δαιμονικὴ παραβολή. Ὁ Ἀβραὰμ ψιθυρίζει στὸν ἑαυτό του: «Κύριε τῶν οὐρανῶν, σᾶς εὐχαριστῶ· εἶναι καλύτερα, ὅμως, ποὺ ὁ Ἰσαὰκ πιστεύει ὅτι εἶμαι ἀπάνθρωπος, ἀλλιῶς, θὰ χάσει τὴν πίστη του σὲ Ἐσένα».
       Μὲ ἕναν τέτοιο πρόλογο, ὁ ἀναγνώστης τοῦ "Φόβος καὶ τρόμος" ξεκινάει, βλέποντας τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαάκ μὲ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικὸ τρόπο ἀπὸ ὅ,τι στὸ Κατηχητικό.

 

Ὁ Κίερκεγκωρ αναφέρει σαφώς ὅτι "ἡ θρησκευτικότητα δεν είναι συμβατή με το να είσαι ένας δολοφόνος": «Religiøsitet er ikke forenlig med å være morder».

Σὰν νὰ τὸ ἤξερε Κίερκεγκωρ, ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς θυσίας τοῦ Ἰσαάκ θὰ μποροῦσε, γιὰ κάποιους ἄλλους λόγους, νὰ παρεξηγηθεῖ. (σημείωση Ρούκαλη)

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

Οἱ ἱππότες τοῦ ἀπείρου εἶναι χορευτές.

“...· γιατὶ τὸ ἀσύμβατο τῆς μεγαλοφυΐας μάταια γύρεψα νὰ τὸ κατασκοπέψω πάνω του. Καπνίζει τὴν πίπα του τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει· ὅταν τὸν ἔβλεπες, θὰ ὁρκιζόσουνα πὼς εἶναι ὁ κρεοπώλης ἀπὸ ἀπέναντι ποὺ τεμπελιάζει τὸ σούρουπο. Κάνει τὰ μονὰ ζυγὰ μὲ μιὰν ἀνεμελιά, σὰν νά 'τανε κανένας ἐπιπόλαιος ἀργόσχολος, κι ὡστόσο ἐξαγοράζει τὴν κάθε στιγμὴ ποὺ ζεῖ τὸν ἁρμόζοντα καιρὸ στὴν ἀκριβότερη τιμή, γιατὶ δὲν κάνει μήτε τὸ ἐλάχιστο παρεκτὸς δυνάμει τοῦ παράλογου. Καὶ ὡστόσο, ὡστόσο, μὰ θὰ μποροῦσα νὰ τρελαινόμουνα γι' αὐτό, ἂν ὄχι γι' ἄλλο πάντως ἀπὸ ζήλεια, ὡστόσο αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔκανε καὶ κάνει κάθε στιγμὴ τὴν κίνηση τοῦ ἀπείρου. Ἀδειάζει μέσα στὴν ἄπειρη παραίτηση τὴν βαθιὰ μελαγχολία τῆς ζωῆς, γνωρίζει τὴν εὐδαιμονία τοῦ ἀπείρου, αἰσθάνθηκε τὸν πόνο τοῦ νὰ ἀπαρνηθεῖς τὸ πᾶν, τὸ πιὸ ἀγαπητὸ πράγμα ποὺ ἔχει κανεὶς στὸν κόσμο, κι ὡστόσο γεύεται τὸν πεπερασμένο κόσμο ἐξίσου καλὰ μ' ἐκεῖνον ποὺ οὐδέποτε γνώρισε ὑψηλότερο πράγμα, διότι ἡ παραμονή του στὸν πεπερασμένο κόσμο δὲν εἶχε ἴχνος δειλιασμένου καὶ ἀγωνιώδους γυμνάσματος, κι ὡστόσο αὐτὸς ἔχει τὴν ἀσφάλεια νὰ ἀγαλλιᾶ μὰ τὸν κόσμο, σὰν νά 'τανε τὸ βεβαιότερο ἀπ' ὅλα. Καὶ ὡστόσο, ὡστόσο ὁλόκληρη ἡ γήινη φυσιογνωμία ποὺ παράγει εἶναι ἕνα νέο πλάσμα δυνάμει τοῦ παραλόγου. Παραιτήθηκε ἄπειρα ἀπὸ τὰ πάντα, καὶ ἔπειτα ἄδραξε τὰ πάντα ξανὰ δυνάμει τοῦ παράλογου. Κάνει συνέχεια τὴν κίνηση τοῦ ἀπείρου, ὅμως τὴν κάνει μὲ τέτοια ὀρθότητα καὶ σιγουριά, ποὺ συνέχεια ἐξάγει τὸ πεπερασμένο, καὶ δὲν ὑπάρχει δευτερόλεπτο ποὺ νὰ διαισθάνεται κανεὶς τίποτα διαφορετικό. Θὰ πρέπει νά 'ναι η δυσκολότερη ἄσκηση γιὰ ἕναν χορευτή, νὰ φτάσει μὲ πήδημα σὲ μιὰ ὁρισμένη στάση, κατὰ τρόπο ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει μήτε δευτερόλεπτο ποὺ νὰ παλεύει γιὰ τὴ στάση αὐτή, ἀλλὰ στὸ ἴδιο τὸ ἅλμα μέσα νά στέκεται στὴ στάση. Ἴσως κανένας χορευτὴς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει – τοῦτο τὸ κάνει ἐκεῖνος ὁ ἱππότης. Τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ζοῦν χαμένοι μέσα στὴν κοσμικὴ θλίψη καὶ τὴ χαρά, αὐτοὶ εἶναι οἱ θεατὲς ποὺ δὲν μπαίνουν στὸ χορό. Οἱ ἱππότες τοῦ ἀπείρου εἶναι χορευτὲς καὶ ἀνυψώνονται. Κάνουν τὴν κίνηση πρὸς τὰ πάνω καὶ ξαναπέφτουν, καὶ τούτη ἐπίσης εἶναι μία ὄχι δυστυχὴς ἀσχολία μήτε εἶναι ἄσχημο νὰ τὸ βλέπει κανείς. Ὅμως κάθε φορὰ ποὺ πέφτουνε, δὲν μποροῦν εὐθὺς νὰ πιάσουν τὴ στάση, παρατᾶνε μιὰ στιγμή, καὶ τοῦτο τὸ παραπάτημα δείχνει πὼς πάντως εἶναι ξένοι μὲς στὸν κόσμο· εἶναι περισσότερο ἢ λιγότερο ἐμφανές, σύμφωνα μὲ τὴν τέχνη ποὺ ἔχουνε, ὅμως κι ὁ πλέον τεχνίτης ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἱππότες δὲν μπορεῖ νὰ κρύψει ὡστόσο αὐτὸ τὸ παραπάτημα. Δὲν χρειάζεται νὰ τοὺς δεῖ κανεὶς στὸν ἀέρα, ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ τοὺς κοιτάξει τὴ στιγμὴ ποὺ ἀγγίζουνε κι' ἄγγιξαν τὴ γῆ – καὶ τοὺς γνωρίζει. Ὅμως νὰ μπορεῖ νὰ πέφτει κανεὶς κατὰ τέτοιον τρόπο ποὺ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ φαίνεται σὰν νὰ στεκόταν καὶ νὰ περπατοῦσε, νὰ μεταμορφώνεις τὸ πήδημα στὴ ζωὴ σὲ βάδισμα, ἀπολύτως νὰ ἐκφράζεις τὸ ὑψηλὸν πεζοπορικῶς -τοῦτο τὸ μπορεῖ μόνο ἐκεῖνος ὁ ἱππότης, - καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μοναδικὸ θαῦμα.”
(Κίερκεγκωρ, Ἐπανάληψη, μετάφρ. Σοφία Σκοπετέα, σελ. 163ἑξ.)

Γιὰ μία μεγαλύτερη ἀνάληση τοῦ θέματος "Ϊππότης τῆς Πίστεως" διάβασε ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν.Νησιώτη  "Ὑπαρξισμός..." στὸ "Ἔρευνες: 91. Ὑποκειμενικότητα, Ἐσωτερικότητα" τῆς ἱστοσελίδας αὐτῆς.

.........................................

α.2. «Οἱ ἱππότες τῆς ἄπειρης παραίτησης ἤ "τραγικοὶ ἥρωες", δηλαδὴ οἱ ἀκόλουθοι τῆς Αἰσθητικῆς, Αἰσθησιασμοῦ πχ. Δον Ζουάν κλπ. ἀναγνωρίζονται εὔκολα: "...ἡ περπατησιά τους εἶναι ἀνάλαφρη, παράτολμη. Ἐκεῖνοι ἀντίθετα ποὺ σηκώνουν τὸν θησαυρὸ τῆς πίστης εὔκολα σὲ ξεγελοῦν, γιατὶ τὸ ἐξωτερικό τους ἔχει μιὰ χτυπητὴν ὁμοιότητα μ' ἐκεῖνο ποὺ τόσο ἡ ἄπειρη παραίτηση ὅσο καὶ ἡ πίστη περιφρονεῖ βαθιά: μὲ τὸ τέλειον ἀστικὸν ὕφος." (Kierkegaard, η επανάληψη, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, εκδοσεις παπαζηση, 1977, σελ. 161)

.......................................................................

       "... ἀκριβῶς ὅπως ἕνας στρατιωτικὸς ἀρχηγός, σὲ μιὰ μπερδεμένη καὶ χαλαρὴ ἐποχή, μπορεῖ νὰ πεῖ ἀπελπισμένος: τίποτα δὲν θὰ ἐπιτευχθεῖ  μέχρι νὰ πάρουμε ξανὰ τὴν θανατικὴ ποινὴ στὰ σοβαρά - ὤ, τότε, ὑποθέτω, ὅτι ἕνας θρησκευτικὸς ἀρχηγὸς στὴν ἐποχή μας μπορεῖ κάλλιστα νὰ πεῖ: τίποτα δὲν πρόκειται νὰ συμβεῖ μέχρι νὰ πάρουμε πάλι στὰ σοβαρὰ τὴν τιμωρία τῆς κόλασης. Ἀλίμονο, τρέμω ὅταν σκέφτομαι ποιὰ βασανιστήρια καὶ ποιὰ μαρτύρια θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦν, νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ νὰ σκληραίνουν, ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πρέπει νὰ τὰ καθιερώσει ξανά. Ὁ πόλεμος δὲν εἶναι πλέον ἀρκετὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε οἱ μάστιγες τῆς γῆς καὶ τῆς φύσης (σεισμοί, πανοῦκλες κλπ)· ἐνάντια σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι ἀπίστευτα ὁπλισμένοι ἀπὸ τὴ ματαιότητα ποὺ τοὺς διακρίνει."

       "som i en forvirret, slappet Tid vel en Befalingsmand fortvivlet kan sige: det bliver ikke til Noget førend vi faae Livsstraffene for Alvor igjen – o, saaledes maatte vel en religieus Befalingsmand i vor Tid sige: det bliver ikke til Noget førend vi for Alvor faae Helvedstraffene igjen. Ak, men jeg skjælver, naar jeg tænker paa i hvilke Qvaler det Msk. maa blive martret og hærdet – der igjen skal anbringe dem. Krig forslaaer ikke mere paa Mskene, Landeplager heller ikke, mod Alt Sligt ere de aandløst væbnede ved | deres Aandløshed."
Søren Kierkegaard, Journal (Ἡμερολόγια) NB 29:77-1854.

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

 

β. Ὁ Ἰώβ

       Τί εἶναι "Ἐπανάληψη" γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ; (Παράδειγμα: Ὁ Ἰώβ)
       «Μετὰ ἀπὸ πειράματα ποὺ ἔκανε στὸν ἑαυτό του (π.χ. πηγαίνοντας γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν ἴδια θεατρικὴ παράσταση ποὺ τὸν εἶχε συγκινήσει κ.ἄ.). Τέλος, συνεπέρανε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε τὴν ἐπανάληψη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, πῶς τοῦτο θὰ συμβῆ στὸν ἄλλο κόσμο, καὶ μάλιστα διὰ τῆς πίστεως. Κι’ ὡστόσο, προσέθετε: ἂν ζήσωμε μὲ τὴν πίστη, ἴσως μπορέσωμε ἐν τέλει ἀκόμη καὶ νὰ ξαναβροῦμε τὴν ἐπανάληψη σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο. Καὶ ὁ Ἰώβ, ἐπὶ παραδείγματι, δὲν παρουσιάζεται νὰ ξαναβρίσκη τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς γιούς του; Συνεπῶς ἴσως τοῦτος ἐδῶ ὁ κόσμος νὰ εἶναι ἁγιασμένος ἀκριβῶς μὲ τὴν παραίτητή μας ἀπ’ αὐτόν.
       Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ διακρίνωμε μιὰ πρώτη ἀμεσότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ τὴν διαδικασία τῆς σκέψης καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν πίστη, καὶ κατόπιν ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ ὁ Κίερκεγκωρ ὀνομάζει ὥριμη ἀμεσότητα, ἀμεσότητα διαλεκτικὴ θὰ λέγαμε, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσωμε ὅρο τοῦ ἐχθροῦ, δηλαδὴ τοῦ Ἑγέλου. Πρόκειται γιὰ τὴν ὥριμη ἀμεσότητα, ὅπως λέγει ὁ Κίερκεγκωρ, ποὺ θὰ τὴν ἔχωμε ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μας μὲ τὴν ὑπέρβαση. Μόνον ὥστερα ἀπὸ τὴν ἐμβίωση αὐτὴς τῆς στιγμῆς, ποὺ εἶναι ἡ συνεπαφὴ τοῦ χρόνου καὶ τῆς αἰωνιότητας, μποροῦμε πράγματι νὰ θεωρήσωμε αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο ὡς ἁγιασμένο.
       Δὲν πρόκειται, ἐν τέλει, γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ, νὰ ἀπομακρυνθῆ μέσῳ τῆς θρησκείας, ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ ξαναβρῆ τὸν κόσμο ὅπως εἶναι, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ διακρίνεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· αὐτὸς ποὺ θὰ διαθέτη αὐτὴ τὴ βαθιὰ πίστη δὲν θὰ διακρίνεται σὲ τίποτα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, θὰ χαίρεται ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ τὸ ἰδεῶδες ἴσως θὰ ἦταν πὼς δὲν θὰ ξέρουν πὼς ἔχει αὐτὴν τὴν πίστη· θὰ ἔχη μεταμορώσει τὸν πραγματικὸ κόσμο κατὰ τέτοιο τρόπο ὅπου κι’ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐξωτερικὰ δὲν θὰ διακρίνεται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προσφέρουν στὸν πραγματικὸ ὅλη τους τὴν ἐμπριστοσύνη.»
(Ζὰν Βάλ, «Εἰσαγωγὴ στὶς φιλοσοφίες τοῦ Ὑπαρξισμοῦ (Κίρκεγκωρ, Χάϊντεγκερ, Γιάσπερς, Μαρσέλ, Σάρτρ», Δεύτερη ἔκδοση, Εἰσωγωγή, μετάφραση, σχόλια Χρήσου Μαλεβίτση, Δωδώνη, σελ. 131ἑξ.)

       Συνεπῶς, γράφοντας μὲ τὸ  ψευδώνυμο «Ἰωάννης τῆς Ἀντι-Κλίμακος» τὰ βιβλία: «Ἐξάσκηση στὸν Χριστιανισμό» καὶ «Περὶ τῆς συγγραφικῆς μου δραστηριότητας», ἀφήνει νὰ φανεῖ ὅτι δὲν θωρεῖ ὅτι πέτυχε στὸν στόχο του νὰ γίνει καλὸς Χριστιανός, ἐπειδὴ δὲν παραιτήθηκε ἀπολύτως ἀπὸ τὴν Ρεγγίνα;

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

γ. Ὁ Σωκράτης


       Ὁ Κίερκεγκωρ πιστεύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του, γιατί εἶναι ἁμαρτωλὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴ βασικὴ ἁμαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἔχει περιγράψει στὸ μικρὸ καὶ ἔξυπνο βιβλίο «Φιλοσοφικὰ Ψήγματα» τὸ 1844. Ἡ Ἁγ. Γραφή, γράφει ὁ Κίερκεγκωρ, προορίζεται ὡς μία προσπάθεια, νὰ προσδιορισθεῖ ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ καθαρὰ ἀνθρώπινη ἢ τὴν  "Σωκρατικὴ" στάση στὴ ζωή.
       Ὁ Κίερκεγκωρ χρησιμοποίησε τὴ δική του μέθοδο γιὰ νὰ καθορίσει τὴν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Χρησιμοποιεῖ τὴν «διαλεκτικὴ» μέθοδο, τῆς ὁποίας χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι λειτουργεῖ μὲ ὁρισμούς, ποὺ ὑπόκεινται σὲ ὑποβολή μὲ πολὺ ἀκριβὴ ἀνάλυση. Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ μποροῦν νὰ ἐξεταστοῦν δύο ἀπόψεις τῆς ζωῆς. Ἡ μία εἶναι ἡ ἑλληνική, ἡ ὁποία βρῆκε τὴν τέλεια ἔκφρασή της στὸν Σωκράτη, καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ χριστιανική. Τὸ ποιὰ εἶναι ἡ ἑλληνικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴ ζωή, τὸ ξέρουμε, ὅπως γνωρίζουμε ἐπίσης, ὅτι αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ ἀνώτερο ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέσα ἤ μὲ τὶς καθαρὰ ἀνθρώπινες δυνάμεις. Ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν δοθεῖ στὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη τῆς ζωῆς μιὰ ὑψηλότερη θέση ἀπὸ τὴν ἑλληνική, τότε θὰ πρέπει οἱ ἀνθρώπινες συνθῆκες νὰ ἀποκαλυφθοῦν, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει ὁ Κίερκεγκωρ. Θεωρεῖ τοὺς ἀνθρώπους ὡς «γήινους βώλους» καὶ "ἁμαρτωλούς" καὶ πού, ὡς ὄντα τὰ ὁποῖα φορτώθηκαν τὰ ἴδια τὴν ἐνοχή, ἀνήκουν στὸν κόσμο καὶ ὄχι στὸ Θεό.
       Καὶ τότε ὁ Κίερκεγκωρ ἐκτελεῖ τὴν ἀριστοτεχνική του ἀνάλυση, ποὺ τὸν ἀναδεικνύει ὡς ἕνα ἐννοιολογικὰ ἀσφαλὴ διαλεκτικό. Τὸ «ἑλληνικὸ» στοιχεῖο ἤ τὸ Σωκρατικό βρίσκει ἔκφραση στὸ ὅτι ὁ Σωκράτης ὡς δάσκαλος ἀπέναντι στὸν μαθητὴ ὑπῆρχε ὡς ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα ἀντικριστά στὸ ἄλλο. Ὅσον ἀφορᾶ τὶς γνώσεις τους, δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Ἣ Σωκρατικὴ μέθοδος εἶναι ἡ ἔμμεση, όπως τὴν ὀνομάζει ὁ Κίερκεγκωρ, καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα της ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι ἡ εἰρωνεία. Τὴν ὀνομάζει επίσης καὶ μαιευτικὴ μέθοδο, ἐπειδὴ ὁ δάσκαλος ἐνεργεῖ ὡς μαιευτήρας, ἔτσι ὥστε ἡ ἀλήθεια νὰ ἔρθει στὸ φῶς. Ὅταν ὁ Σωκράτης δήλωνε, ὅτι τὸ μόνο ποὺ ἤξερε ἦταν ὅτι δὲν ἤξερε τίποτα, φυσικά, δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι πιὸ ἐνημερωμένος ἀπὸ τὸν μαθητὴ καί, ἑπομένως, δὲν μποροῦσε νὰ ἔρθει σὲ αὐτὸν μὲ τὴν ἀλήθεια σὲ τελικὴ μορφή. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀπαραίτητο, γιατὶ ὁ μαθητὴς ἔφερε τὴν Ἀλήθεια ἐντός του, μέσα του, ἑπομένως, τὸ ἔργο τοῦ Σωκράτη θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μόνο, τὸ νὰ παίξει τὸν ρόλο τοῦ μαιευτήρα. Ἔπρεπε νὰ βοηθήσει τὸν μαθητὴ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι τὴν Ἀλήθεια, τὴν ὁποία αὐτὸς ἔφερε «ἐν δυνάμει» μέσα του, θὰ μποροῦσε, ἀμέσως, νὰ τὴν κάνει νὰ εἶναι σαφῶς ὁρατὴ σὲ αὐτόν.
       Ἴσως ἡ διαφορετικὴ σχέση τοῦ δασκάλου καὶ τοῦ μαθητὴ  μὲ τὴν αλήθεια μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ τὸ ὅτι λέγεται, πὼς μόνο ἡ μορφὴ καὶ ὄχι τὸ περιεχόμενο εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ θέματος. Ἡ Γνώση, θεωρούμενη σωκρατικά, εἶναι μία Ἀνάμνηση, καὶ γι' αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ νὰ φτάσει ὁ μαθητής ἐκεῖ, ἐνθυμούμενος ἐκεῖνο ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχή, δυνητικά, ἐνυπῆρχε σ’ αὐτόν. Ὁ δάσκαλος, ὡς ἐκ τούτου, δὲν στέκεται ψηλότερα ἀπὸ τὸν μαθητή του. Κατ' ἀρχήν, εἶναι τὸ ἴδιο, ἐπειδὴ εἶναι καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι, καὶ οἱ δύο διαθέτουν τὴν ἀλήθεια. Τὸ γεγονὸς ὅτι, συχνά, ἡ εἰρωνεία ἐμφανίζεται ὡς μορφὴ ἐπικοινωνίας, βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ μαθητὴς ἔφερε τὴν ἀλήθεια μέσα του. Ἐὰν δὲν συνέβαινε αὐτό, θὰ ἔπρεπε ἡ ἀλήθεια νὰ ἀνακοινωθεῖ ἄμεσα. Ἔτσι, τὸ βασικότερο πράγμα εἶναι ὅτι οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ μαθητὲς ὑπόκεινται στοὺς ἴδιους ὅρους. Ὁ δάσκαλος δὲν ἔχει σημαντικὸ πλεονέκτημα ἔναντι τοῦ μαθητῆ, μόνον τυχαῖα ἤ καθαρὰ εὐκαιριακὰ μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὴν ἀλήθεια, ἐνῷ αὐτὴ παρέμενε στὸν μαθητὴ ἄγνωστη ἕως τὴν στιγμὴ ποὺ πραγματοποιήθηκε ἡ συνάντηση μὲ τὸν δάσκαλο.
Τὸ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος, σημαίνει στὴν κουλτοῦρα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ, νὰ εἶσαι στὴν ἀλήθεια, καὶ κάτι ἀνθρώπινα ἀνώτερο εἶναι ἀδιανόητο. Τώρα, εἶναι σημαντικὸ νὰ καθοριστεῖ, σὲ σύγκριση μὲ αὐτὸν τὸν ἀρχαιοελληνισμὸ (Gräzität) ἤ σωκρατισμό, ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὄχι ἔτσι ὅπως ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει, κατ’ ἐξαίρεση, ἐμφανιστεῖ σὲ διαφορετικοὺς χρόνους καὶ τόπους ἐπὶ 1800 χρόνια, οὔτε καὶ νὰ ἀποδείξει ὅτι ἦταν τὸ ἴδιο παντοῦ ἐπὶ 1800 χρόνια. Ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ πρέπει νὰ καθορίζεται διαλεκτικά. Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ, εἶναι σημαντικὸ νὰ δείξει τί χρειάζεται νὰ εἶναι ὁ Χριστιανισμός, ἐὰν θέλει νὰ εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἑλληνο-Σωκρατισμό, χωρὶς ταυτόχρονα νὰ γίνει τίποτα λιγότερο· γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ ἑλληνισμὸς θὰ εἶναι πάντα ἡ ἀλήθεια.
       Μὲ διαλεκτικὴ κομψότητα, ὁ Κίερκεγκωρ κάνει τώρα δύο ἀλλαγὲς στὶς προϋποθέσεις τῆς Graecity (ἀρχαιοελληνισμοῦ) ἤ τοῦ Σωκρατισμοῦ. Ἀλλάζει τὶς προϋποθέσεις καὶ τὴν ποιότητα τόσο τοῦ μαθητὴ ὅσο καὶ τοῦ δασκάλου. Πρῶτα, ἀφήνει τὸν μαθητὴ νὰ βρίσκεται στὴν ἀναλήθεια. Δὲν κατέχει δυνητικά  τὴν Ἀλήθεια, ὅπως πίστευε ἡ Σωκρατικὴ προϋπόθεση καί, καθὼς ὁ μαθητὴς εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθρώπου γενικότερα, ὡς συνέπεια προκύπτει ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὅπως ὁ Σωκράτης ἤθελε νὰ ἐμφανίζεται ὡς δάσκαλος, δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση γιὰ κάτι τέτοιο, διότι, ὡς ἄνθρωπος δὲν φέρει μέσα του πάντα τὴν Ἀλήθεια.
       Τὸ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος σημαίνει τὸ ἴδιο μὲ τὸ νὰ βρίσκεσαι στὴν ἀναλήθεια, καὶ ἐὰν ἡ Ἀναλήθεια, τὸ Ψέμα μεταφραστοῦν μὲ ἕναν χριστιανικὸ ὅρο, αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι: ἡ Αμαρτία. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἄνθρωπος, βρίσκεται πάντα στὴν Ἁμαρτία. Ἀλλά, σὲ περίπτωση ποὺ συμβαίνει αὐτό, δὲν βοηθάει, ὅταν ἕνα ἄτομο θέλει νὰ ἐνεργήσει ὡς δάσκαλος τοῦ ἄλλου· γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται ὁ ἴδιος στὴν ἀναλήθεια, δὲν μπορεῖ νὰ μεταδώσει τὴν ἀλήθεια στοὺς ἄλλους καί, ἑπομένως, ὁ δάσκαλος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Αὐτό ἀντιπροσωπεύει τὴ δεύτερη ἀλλαγὴ στὶς προϋποθέσεις καὶ ἀπαιτήσεις τοῦ Σωκρατισμοῦ, τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ. Ὁ δάσκαλος πρέπει νὰ εἶναι ὁ θεός, ὁ ὁποῖος, σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ στιγμή, ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ ἔξω ἢ ἀπὸ ψηλὰ στοὺς ἀνθρώπους μὲ αὐτή τὴν ἀλήθεια, ἀλήθεια ποὺ κανένας ἄνθρωπος δὲν ἔχει μέσα του, ἐπειδὴ τὴν ἔχει χάσει ἐντελῶς ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας.
       Ὅτι ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος, συμβαίνει σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ στιγμή, καὶ αὐτὴ ἡ στιγμὴ ἀποκτᾶ μιὰ πολὺ ξεχωριστή, πρωτεύουσα σημασία, ἐνῷ, ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ ἑλληνισμοῦ-σωκρατισμοῦ, ὁ χρόνος γιὰ τὴ δραστηριότητα τοῦ δασκάλου εἶναι κάτι ἀδιάφορο καὶ τυχαῖο, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ὁ μαθητής, κατ' ἀρχήν, βέβαια, φέρει τὴν ἀλήθεια ἐντός του, -μέσα του. Τὸ ἐὰν τὸ συνειδητοποιήσει αὐτὸ ἀργὰ ἢ γρήγορα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετο· ἀλλὰ ὅτι ἡ ἀλήθεια γεννιέται-ἔρχεται στὸν κόσμο μέσῳ τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, εἶναι κάτι ἀποφασιστικὰ καινούργιο. Δὲν ἔχει σημασία ἂν εἶναι ὁ Σωκράτης ἢ ὁ Πρόδικος ποὺ κάνει τὴν ἀλήθεια νὰ ἀνατέλει-νὰ γεννιέται σὲ ἕναν ἄνθρωπο, καὶ ἂν γίνει τὸν Μάρτιο ἢ τὸν Αὔγουστο, ἀλλὰ ἀντιπροσωπεύει τὸ γεγονός ποὺ ἐπισκιάζει τὰ πάντα στὴν ιστορία, ὅτι ὁ Θεὸς εἰσέρχεται στὸ χρόνο καὶ γίνεται μέλος τῆς ἱστορίας,  ὅτι τὸ αἰώνιο γίνεται χρονικὸ ἢ ὅτι «καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Εἶναι ἕνα «ἱστορικὸ γεγονός», ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερο ἀπό καθαρά ιστορικὸ ἐνδιαφέρον, διότι ἐπάνω ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς βασίζει ὁ ἄνθρωπος τὴν αἰώνια μακαριότητά σου, τὴν ὁποία μὲ δικές του δυνάμεις δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει.
       Ἀπὸ ἀνθρωπολογικὴ καὶ κοσμολογικὴ ἄποψη, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἔμφαση στὴ θεμελιώδη διαφορὰ μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ὁ Κίερκεγκωρ λέει, ὅτι ἡ σχέση μεταξύ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου εἶναι μία ἀντικρουόμενη σχέση. Δὲν ὑπάρχει καμία ἀναλογία ἢ ἀναλογικότητα (ἀναλογία ἰσότητας), ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψει στὸν ἄνθρωπο νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνας ἡμίθεος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ πρέπει νὰ σταματήσει νὰ εἶναι ἁμαρτωλός, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
     Ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι δάσκαλος τοῦ πλησίον του καὶ νὰ τὸν βοηθήσει στὴν αἰώνια μακαριότητά του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνας χωμάτινος βῶλος καὶ πλάσμα μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἑπομένως δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἔργο τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖο εἶναι νὰ ἐξαγοράσει καὶ νὰ ἀπολυτρώσει.
       Ἀλλὰ γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ ὁ δυαδισμός δὲν εἶναι Μανιχαϊσμός, δὲν θεμελιώνει καμία ἀσυμβίβαστη ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Ὁ Κίερκεγκωρ ὁρίζει τὸν ἄνθρωπο σχεδὸν ὡς σύνθεση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ αὐτὴ ἡ σύνθεση ἔρχεται μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς τρίτου παράγοντα, ποὺ ὀνομάζεται πνεῦμα. Κυριαρχεῖ, ὡστόσο, μιὰ ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, Humanum non capax est Divini, ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ περιέχει τὸ θεϊκό.


Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες