KierkegardHeader

   

        «Ἡ Στιγμὴ εἶναι καθαρὰ διφορούμενη, κατὰ τὴν ὁποία ὁ χρόνος καὶ ἡ αἰωνιότητα ἀγγίζουν ὁ ἕνας τὴν ἄλλη, καὶ ἔτσι ὁρίζεται ἡ ἔννοια τῆς χρονικότητας, τῆς προσκαιρότητας, ὅπου ὁ χρόνος κόβει συνεχῶς τὴν αἰωνιότητα καὶ ἡ αἰωνιότητα συνεχῶς διαπερνᾶ τὸν χρόνο. Μόνο τώρα, ἡ παραπάνω ταξινόμηση ἔχει τὴ σημασία της: ὁ παρὼν χρόνος, ὁ χρόνος ποὺ περνάει, ὁ χρόνος ποὺ ἔρχεται.»

       "Øieblikket er hiint Tvetydige, hvori Tiden og Evigheden berøre hinanden, og hermed er Begrebet Timelighed sat, hvor Tiden bestandig afskærer Evigheden og Evigheden bestandig gjennemtrænger Tiden. Først nu faaer hin omtalte Inddeling sin Betydning: den nærværende Tid, den forbigangne Tid, den tilkommende Tid." (Ἡ ἔννοια τῆς Ἀγωνίας, Søren Kierkegaard Τόμος 4, σελίδα 392.)

       «Ἡ λέξη «στιγμὴ» στὰ δανέζικα [Ὅπως καὶ στὰ γερμανικά: Augenblick , ποὺ ἐτυμολογεῖται: ματιά, βλέμμα.] εἶναι μεταφορά, συνεπῶς δὲν εἶναι πολὺ κατάλληλη στὸ νὰ τὴν χειριζώμαστε. Εἶναι ὅμως ὄμορφη λέξη νὰ τὴ στοχάζεσαι. Τίποτα δὲν εἶναι τόσο γρήγορο ὅσο ἕνα βλέμμα, κι’ ὅμως μετριέται μὲ τὸ μέτρο τῆς αἰωνιότητας. Ἔτσι, ὅταν ἡ Ingeborg καρφώνη τὸ βλέμμα της στὴ θάλασσα γιὰ ν’ ἀνακαλύψη τὸν Frithiof [Esaias Tegner: “Frithiofs Saga”], ἔχεις μπροστά σου ἀπεικονισμένο τὶ σημαίνει ἡ ἔκφραση. Μιὰ ἔκρηξη τοῦ πάθους της, ἕνας ἀναστεναγμός, μιὰ λέξη ποὺ καμπανίζει, ἔχουν μέσα τους περισσότερο νόημα χρόνοι κι’ εἶναι πιὸ παρόντα, ἔστω κι’ἂν εἶναι καταδικασμένα στὴν ἐξαφάνιση καὶ δὲν ἔχουν τὴν ἀπόλυτη παρουσία τῆς αἰωνιότητας· νὰ γιατὶ καὶ ἕνας ἀκόμα ἀναστεναγμός, καὶ μιὰ λέξη, μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὴν ψυχὴ ν’ ἀπαλλαχτῆ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ τὴ βαραίνει, ἐπειδὴ ἀκριβῶς μὲ τὸ ποὺ θὰ ἐκφραστῆ τὸ βάρος του, θ’ ἀρχίση κιόλα νὰ μεταβάλλεται σὲ παρελθόν. Ἕνα βλέμμα εἶναι λοιπὸν ἔκφραση χρόνου, ἀλλ’ ἀσφαλῶς τοῦ χρόνου τῆς μοιραίας ἐκείνης σύγκρουσης, ὅπου ὁ χρόνος ψαύει τὴν αἰωνιότητα*).
 *) Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ ἑλληνικὴ τέχνη ἀποκορυφώνεται στὴ Γλυπτική, ὅπου ἀκριβῶς τὸ βλέμμα ἀποτυχαίνει. Κι’ ὅμως τοῦτο ἔχει τὴ βαθιά του ἐξήγηση στὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν συνέλαβαν τὴν ἔννοια «πνεῦμα» στὸ θαθύτατό της νόημα, συνεπῶς οὔτε τὸν αἰσθησιασμὸ καὶ τὴν προσκαιρότητα σ’ ὅλη τους τὴ βαρύτητα. Πόσο κραταιὴ ἀντίθεση προσφέρει ὁ Χριστιανισμός, ὅπου ὁ Θεὸς ἀναπαρίσταται σὰν ὀφθαλμός! (Σ. ΚΙΡΚΕΓΚΩΡ, Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ, ΜΕΤΆΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΑΒΑΡΑ, σελ. 106.)


      «"Øieblikket" er et billedligt Udtryk og forsaavidt ikke saa godt at have med at gjøre. Dog er det et skjønt Ord at agte paa. Intet er saa hurtigt som Øiets Blik, og dog er det commensurabelt for det Eviges Gehalt. Naar saaledes Ingeborg skuer ud over Havet efter Frithiof, saa er dette et Billede paa, hvad det billedlige Ord betyder. Et Udbrud af hendes Følelse, et Suk, et Ord har allerede som lydende mere Tidens Bestemmelse i sig, og er mere nærværende i Retning af Forsvinden, og har ikke saa meget det Eviges Nærværelse i sig, som jo derfor ogsaa et Suk, et Ord o. s. v. har Magt til at hjælpe Sjelen af med det Betyngende, netop fordi det Betyngende blot udsagt allerede begynder at blive et Forbigangent. Et Blik er derfor en Betegnelse af Tiden, men vel at mærke af Tiden i den skjebnesvangre Conflikt, da den berøres af Evigheden*).»
*) Det er mærkeligt, at den græske Kunst culminerer i Plastik, der netop mangler Blikket. Dette har imidlertid sin dybe Grund i, at Grækerne ikke fattede i dybeste Forstand Aandens Begreb, og derfor heller ei i dybeste Forstand fattede Sandseligheden og Timeligheden. Hvor stærk er dog ikke den Modsætning, at man i Christendommen netop billedlig fremstiller Gud som et Øie. 



Ἀνάμνησις – Ἐπανάληψις – Στιγμή


(Ἡ βίωσις τοῦ παράδοξου ἐν τῇ ὑπάρξει)

Ἡ χριστιανοσύνη χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ κατήργησε τὸν Χριστιανισμόν. Ὀφείλει τις νὰ πράξῃ τι ἀξιόλογον; Τότε ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Χριστιανισμὸν εἰς τὴν χριστιανοσύνην (Ἐξάσκησις εἰς τὸν Χριστιανισμόν, σελ. 31)

(Τὸ παρακάτω κείμενο τοῦ ἀείμνηστου καθηγητὴ Ν. Νησιώτη εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς “Στιγμῆς”. Προσωπικά, δὲν ἔχω συναντήσει σὲ ἄλλες συγγραφικὲς προσεγγίσεις τοῦ Κ. κατατοπιστικότερη ἀνάλυση τοῦ θέματος. Ἀπαιτεῖται ὅμως μεγάλη συγκέντρωση τοῦ ἀναγνώστη καὶ ἐπανειλημμένη ἀνάγνωση. Ἀξίζει ὅμως πολλαπλὰ τὸν κόπο· ἀνοίγει ἑρμηνευτικοὺς ὁρίζοντες.) 

Δανιστὶ ἡ λέξις Ἐπανάληψις δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς γερμανικῆς λέξεως “Wiederholung”, ἀλλὰ τῆς “Wiederaufnahme” δηλαδὴ τῆς ἐπαναρχίσεως καὶ συνεχίσεως ἑνὸς ἀρξαμένου ἔργου.                                 

     “Πῶς ὅμως ἡ ὕπαρξις βιοῖ ὡς πραγματικότητα τὸ σκάνδαλον τῆς ἐνσαρκώσεως τῆς Ἀληθείας; Πρὸς κατανόησιν τοῦ βασικοῦ τούτου προβλήματος πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν δι' ὀλίγων μὲ τὰς ἐννοίας τῆς Ἀναμνήσεως, Ἐπαναλήψεως καὶ Στιγμῆς. Καίτοι αἱ τρεῖς αὗται κατηγορίαι δὲν συνδέονται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως μετὰ τοῦ παραδόξου τῆς ἐν χρόνῳ ἐμφανίσεως τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις εἶναι φανερόν, ὅτι διὰ τῶν τριῶν τούτων ἐννοιῶν προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τίνι τρόπῳ ἡ ὕπαρξις, ἡ ὁποία εἶναι σύνθετος ἐκ τοῦ χρονικοῦ καὶ τοῦ αἰωνίου, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν φθορὰν τοῦ χρόνου καὶ νὰ ἑνοῦται μετὰ τῆς ἱστορικῆς στιγμῆς ὡς παρούσης καὶ ὑπ' αὐτῆς βιουμένης πραγματικότητος* (* Ὁ Hermann Diem παρατηρεῖ: “Ἐπανάληψις λαμβάνει χώραν κατὰ τὴν Στιγμὴν τῆς πίστεως ἐν τῇ ταυτοχρόνῳ βιώσει αὐτῆς μετὰ τῆς Ἀποκαλύψεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ πληροῦται διὰ τὸν χριστιανὸν ἡ κίνησης τοῦ ἱστορικῶς γίγνεσθαι” (“Die Existenz-dialektik von Sören Kierkegaard” Zürich 1950, s. 71). Ἐπίσης ὁ Walter Ruttenbech: “Διὰ τὴν ἀποκάλυψιν ἀξιοποιεῖται μία ἔκφρασις ὡς ἀξίωμα: ἡ Στιγμή”. (Sören Kierkegaard, der christliche Denker und sein Werk“. Berlin 1929, s. 184).). Νομίζομεν, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς παραδόξου Ἀπολογητικῆς – διὰ τοῦτο παραθέτομεν ταύτην μετὰ τὰ ὀλίγα περὶ τῶν ἀρχῶν τῆς “ἀπολογητικῆς” τοῦ Κ. Ἀναφερθέντα – διὰ τῆς ὁποίας ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν τελικὴν κατάφασιν τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καὶ εἰς τὴν ἐμφάνισιν τῆς δυνάμεως καὶ τῆς πραγματικότητος τῆς ἐνεργοῦ πίστεως.
    Ἡ Ἀνάμνησις εἶναι ἡ προσωπικὴ ἑκάστου δύναμις, ἥτις καθιστᾷ δυνατὴν τὴν γνῶσιν. Οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον πολὺ ὀρθῶς – παρατηρεῖ ὁ Κ. - ὅτι πᾶσα γνῶσις εἶναι ἡ ἀνάμνησις ἑαυτοῦ, διότι πηγὴ γνώσεως εἶναι τὸ ἀμετάβλητον προσωπικὸν Ἐγώ, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει τὴν ἀλήθειαν καὶ συνδέει διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναμνήσεως, ἤτοι διὰ τῆς ἐπανόδου καθ' ἑαυτό, πάσας τὰς παραδεδομένας ἢ προσλαμβανομένας γνώσεις. Ὁ Κ. εἰσάγει ὅμως νέαν ἔννοιαν ὑπὲρ τὴν Ἀνάμνησιν· αὐτὴν τῆς Ἐπαναλήψεως. Ἡ Ἀνάμνησις βεβαίως ἐνέχει τὴν ἔννοιαν τῆς Ἐπαναλήψεως, ἀλλ' ἐνταῦθα πρόκειται περὶ νέας πληρεστέρας ἀντιλήψεως τῆς Ἀναμνήσεως ἐπεκτεινομένης ὡς ἐπαναλήψεως καὶ πρὸς τὸ μέλλον. “Ἐπανάληψις καὶ ἀνάμνησις εἶναι ἡ αὐτὴ κίνησις, ἀλλὰ κατ' ἀντίθετον φοράν, διότι ἐν τῇ Ἀναμνήσει ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου τις ἐνθυμεῖται, ὑπῆρξεν, ἔλαβεν ἤδη χώραν καὶ ἐπαναλαμβάνεται πρὸς τὰ ὀπίσω (rückläufig), ἐνῷ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν ἐνθυμεῖταί τις πρὸς τὰ ἐμπρὸς (nach vorwärts)”(III, 119). Ἡ Ἀνάμνησις εἶναι ἀληθὴς ἐφ' ὅσον δὲν παραμένει ὡς δύναμις ἐπαναφορᾶς ἱστορικοῦ γεγονότος ἐν τῇ μνήμῃ, ἀλλ' ἐπανέρχεται ὡς δυναμικὸν ἐν αὐτῇ γίγνεσθαι ἔξω τῶν περιορισμῶν τοῦ Χρόνου. Ἀνάμνησις ἄνευ Ἐπαναλήψεως εἶναι ἁπλῆ Ἐλπίς, ἡ ὁποία ρίπτει εἰς τὴν ἀμφιβολίαν καὶ εἰς τὴν περιπέτειαν τῆς πιθανότητος. Ἀνάμνησις καὶ Ἐλπὶς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ ἀνάμνησις εἶναι κίνησις ἐκ τοῦ παρελθόντος πρὸς τὸ παρὸν καὶ ἡ ἐλπὶς ἐκ τοῦ παρόντος πρὸς τὸ μέλλον. Ἀμφότεραι ὅμως διατηροῦν τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὡς θεατὴν καὶ παθητικὸν στοιχεῖον τῆς ἱστορικότητος, ἥτις οὕτω παρουσιάζεται ὡς ἀδιάφορον παρελθὸν καὶ ἀβέβαιον μέλλον.
     Δὲν πρέπει οὐδ' ἐπὶ στιγμὴν νὰ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ τὸν Κ. ἡ φαντασία τοῦ λογικοῦ εἶναι ἐπικίνδυνος ἱκανότης τοῦ ἀνθρώπου, ἀπομακρύνουσα τὴν σκέψιν ἀπὸ τὰ κύρια διαφέροντα τῆς ὑπάρξεως καὶ τὴν τραγικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν. Ἡ Ἐλπὶς καὶ ἡ Ἀνάμνησις δύνανται καθ' ὅμοιον τρόπον νὰ στραφοῦν κατὰ τῆς σοβαρότητος τῆς ὑπάρξεως καὶ τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου, δημιουργοῦσαι αὐταπάτας. Ἡ Ἐπανάληψις διασώζει ἐκ τοῦ κινδύνου τούτου, διότι εἶναι ἐνεργητικὴ καὶ ἡ ἐξ ὑποκειμένου ἀναζωογόνησις τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος. Ὅ,τι ἐπαναλαμβάνεται, ἤδη ὑπῆρξεν, ἄλλως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ· ἀλλ' ἀκριβῶς τοῦτο, τὸ ὁποῖον προϋπῆρξε, δι' ἐπαναλήψεως ἐμφανίζεται ὣς τι νέον ἐκ τοῦ παλαιοῦ. Τοῦτο εἶναι νέα δύναμις εἰσερχομένη διὰ τοῦ ὑποκειμένου εἰς τὴν ἱστορίαν, ἵνα τὸ ἐν αὐτῇ τετελεσμένον μὴ ἐπανεμφανισθῇ πλέον ὡς ἀντικειμενικὴ κατάστασις, ἀλλ' ὡς βίωμα τῆς ὑπάρξεως, ἡ ὁποία, κινουμένη ἐντὸς τοπικῶν περιορισμῶν, ὑπερβαίνει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ταῦτα. Ἐν τῇ βιώσει τῆς φθορᾶς τῆς Στιγμῆς ἡ ὕπαρξις ὑπερβαίνει ταύτην διὰ νὰ ἑνώσῃ ἐν ἑαυτῇ τὰς τρεῖς διαστάσεις τοῦ χρόνου * (*”Εἰς τὴν Ἐλπίδα ἀνήκει ἡ νεότης, εἰς τὴν Ἀνάμνησιν τὸ γῆρας, ἀλλ' εἰς τὴν Ἐπανάληψιν ἀνδρισμὸς καὶ θάρρος. Ὅποιος θέλει νὰ ἐλπίζῃ μόνον, αὐτὸς εἶναι δειλός, ὅποιος θέλει νὰ ἐνθυμῆται μόνον, αὐτὸς εἶναι φιλήδονος· ἀλλ' ὅποιος θέλει τὴν Ἐπανάληψιν, αὐτὸς εἶναι ἄνδρας· καὶ ὅσον βαθύτερα ἔχει καταλάβει αὐτήν, τόσον περισσότερον ἄνδρας γίνεται. Ὅποιος ἀντιθέτως δὲν ἔχει καταλάβει, ὅτι ὁ ὠμορφιὰ τῆς ζωῆς εὑρίσκεται μέσα εἰς τὴν Ἐπανάληψιν, αὐτὸς ἔχει καταδικάσει τὸν ἑαυτόν του... Ἐλπὶς εἶναι δελεαστικὸν φροῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν χορταίνει... ἀλλ' Ἐπανάληψις εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, ὁ ὁποῖος μὲ εὐλογίαν χορταίνει” ΙΙΙ, 119-20). Εἶναι φανερὸν, ὅτι ἐν κατακλεῖδι ἡ “Ἐπανάληψις” ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας”).
      Ἡ Στιγμή, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν αἰσθητικὴν σφαῖραν τῆς ὑπάρξεως, εἶναι τὸ ἀποφασιστικὸν στοιχεῖον μεταξὺ Χρόνου καὶ Αἰωνιότητος· διότι ἐν αὐτῇ τὸ ἀληθὲς ὑποκείμενον αἰσθάνεται τὴν πρόσκλησιν πρὸς ὑπέρβασιν αὐτῆς τῆς ἰδίας, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ ἀπεργάζεται τὴν ἑνότητα τοῦ χρόνου ὡς τὴν βιουμένην ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ “τώρα” καὶ τοῦ “ἐδῶ” πραγματικότητα. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ τὸν Κ. ἡ ἱστορικὴ στιγμὴ ἄρχεται διὰ τῆς διαπραχθείσης ἐν χρόνῳ παρανομίας. Τὸ “τώρα” τῆς ἁμαρτίας διχάζει αἰωνιότητα καὶ χρόνον· διότι ἡ ἁμαρτία σημαίνει πτῶσιν ἀπὸ τῆς αἰωνιότητος εἰς τὴν χρονικότητα, ἄρα ἡ βίωσις τοῦ “τώρα” ὡς διχασμοῦ κινεῖ πρὸς ὑπέρβασιν αὐτοῦ ἐν τῇ ἑνότητι μετὰ τοῦ αἰωνίου. Ἡ Στιγμὴ εἶναι κακὸν-εὐεργέτημα διὰ τὴν ὕπαρξιν· διότι καθ' ἑαυτὴν εἶναι ἁμαρτωλότης* (* ...”διὰ τοῦτο ἁμαρτάνει, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζῇ μόνον τὴν Στιγμήν” (V, 87) ) ἀλλὰ μεταβάλλεται ἐκ τῆς μαρτυρίας της εἰς μεγεθυντικὸν τοῦ Αἰωνίου φακόν· εἶναι περιορισμὸς τοῦ ὑποκειμένου ἐν τῷ χρόνῳ, ἀλλ' ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ χρονικόν. Ἡ Στιγμὴ εἶναι ἡ πρὸς ἐλευθερίαν αἰχμαλωσία, διότι “ἐν αὐτῇ ἐτοποθετήθη τὸ Αἰώνιον, τὸ ὁποῖον εἶναι συγχρόνως τὸ Μελλοντικόν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐπανέρχεται ὡς Παρελθόν” (V, 87). Οὕτως ἡ Στιγμὴ δὲν εἶναι μόνον τὸ δευτερόλεπτον, ἀλλὰ καὶ ὁ φθόγγος τῆς ἀθανασίας, “εἶναι τὸ ΄ἐξαιφνὲς΄ τοῦ Πλάτωνος, τὸ ὁποῖον ὑποδηλοῖ σχέσιν πρὸς τὸ Ἀόρατον καὶ ἡ κινητικὴ τῶν πάντων δύναμις, τὸ momentum (ἐκ τοῦ movere) τῶν Λατίνων” (V, 84-5).
    Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ὁ Κ. κατέχεται καθ' ὅλην αὐτοῦ τὴν συγγραφικὴν δρᾶσιν ὑπὸ δύο ἐντόνων παραστάσεων – καλύτερον ὑποκειμενικῶν βιωμάτων – ἤτοι τῆς πτώσεως τοῦ πρώτου ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτηρίας διὰ τοῦ Σταυροῦ. Τὸ πρῶτον διασπᾷ τὴν αἰωνιότητα καὶ ρίπτει τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν ταραχὴν τῆς στιγμῆς· ἔλαβε χώραν ἐν μιᾷ στιγμῇ αἰωνιότητος καὶ ἔκτοτε λαμβάνει χώραν ἐν ὡρισμένῃ στιγμῇ χρονικότητος. Τὸ δεύτερον πληροῖ τὸν χρόνον – ἰδοὺ ἡ κεντρικὴ ἔννοια τοῦ χριστιανισμοῦ – ἐν μιᾷ στιγμῇ χρονικῇ, ἡ ὁποία ὡς ἑνοῦσα παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον προβάλλεται διὰ τῆς πίστεως εἰς δυνατότητα βιώσεως τῆς αἰωνίου στιγμῆς ἐν χρόνῳ* (* Οὕτω μόνον δύναται νὰ νοηθῇ ἡ φράσις του: “Ἡ ἔννοια, περὶ τὴν ὁποίαν περιστρέφονται τὰ πάντα ἐν τῷ χριστιανισμῷ, εἶναι ἡ Πλήρωσις τοῦ Χρόνου. Αὕτη εἶναι ἡ Στιγμὴ ὡς τὸ αἰώνιον καὶ ἐν τούτοις συγχρόνως τὸ Μελλοντικὸν καὶ τὸ Συντετελεσμένον”. (V, 87)). Ἐν Στιγμῇ ἐκρίθησαν καὶ κρίνονται τὰ πάντα,   ἐν Στιγμῇ αἰωνιότητος ἔπεσεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐν Στιγμῇ χρονικότητος ἀνυψώθη, ἐν Στιγμῇ βιοῦται διὰ τῆς ἀποφάσεως ἡ πίστις ἢ ἐξαφανίζεται, διότι ἐν Στιγμῇ ἐχάθη καὶ ἐσώθη ὁ κόσμος. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς Στιγμῆς ὁ Κ. εὗρε τὸν μικρὸν χῶρον διὰ νὰ τοποθετήσῃ τὸ ἄπειρον περιεχόμενον τῶν σχέσεων αἰωνίου καὶ πεπερασμένου, διότι ἐν αὐτῇ ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν τὸ αἰώνιον καὶ τὸ χρονικόν. Ἡ Στιγμὴ εἶναι πρόσκλησις τῆς ὑπάρξεως, ὅπως αὕτη βιώσῃ ἐν μιᾷ Στιγμῇ τὸ ἀτελεύτητον ἄχρονον περιεχόμενόν της. Ὁ ρεαλισμὸς γνωρίζει τὴν ἀνωτέραν ἐπιβεβαίωσίν του διὰ τῆς ὑπερβάσεως αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὑπὸ τοῦ ἀληθοῦς ὑποκείμενου καὶ ἡ κίνησις τοῦ πνεύματος ἀναγκάζεται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προσγειοῦται εἰς τὴν πραγματικότητα διὰ νὰ λαμβάνῃ ἐν αὐτῇ τὴν ὀρθὴν ἀφετηρίαν, ἐνῷ σύμπασα ἡ ἱστορικὴ πραγματικότης καταφάσκεται ὡς “στιγμιαῖος” ἀντίλαλος, ἀλλὰ καὶ χῶρος τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀρθὴ βίωσις τῆς Στιγμῆς εἶναι πρωταρχική, ἡ διαρκὴς καὶ ἡ τελικὴ δύναμις τῆς αὐτοδημιουργίας τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου καὶ τῆς διαλεκτικῆς ὑπάρξεως τοῦ πιστοῦ μεταξὺ τῶν δύο κόσμων* (*Διὰ τοῦτο καὶ τὸ τελευταῖον ἔργον αὐτοῦ ὠνόμασεν ὁ Kierkegaard “Στιγμὴν” (“Augenblick”), τοῦτο ἀποτελεῖται ἀπὸ φυλλάδια, τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο περιοδικῶς).
    Οὕτω διὰ τῆς Στιγμῆς ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἡ ἀξιολόγησις τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου, ἤτοι εἰς τὴν αἰσθητικὴν σφαῖραν. Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι αἱ τρεῖς σφαῖραι τῆς Ὑπάρξεως, ὡς ἐγνωρίσαμεν ταύτας εἰς τὸ Πρῶτον Μέρος τῆς Ἐργασίας, δὲν πρέπει νὰ ἐννοηθοῦν ἐν χρονικῇ ἀλληλεξαρτήσει, ἀλλ' ἐν εἰδολογικῇ τοιαύτῃ. Ὁ “σκεπτόμενος Ὑπάρχων” βιοῖ ταυτοχρόνως ταύτας ὡς ἀναποφεύκτους πραγματικότητας, ὑπαγορευομένας ὑπὸ τῆς ὑπάρξεώς του. Ὑπάρχει κατωτέρα καὶ ἀνωτέρα σφαῖρ, ἀλλ' οὐχὶ προγενεστέρα καὶ μεταγενεστέρα· οὐδεμία καθίσταται ἄχρηστος διὰ τῆς βιώσεως τῆς ἀνωτέρας, ἀλλ' ἀντιθέτως ἡ ἀνωτέρα βιοῦται ἐκ τῆς κατωτέρας, ἵνα ἐν συνεχείᾳ ἡ κατωτέρα ἐννοηθῇ ἐν τῇ ἀνωτέραᾳ αὐτῆς ἐννοίᾳ τῇ ἐπιδράσει τῆς ἀμέσως ἀνωτέρας. Αἰσθητική, Ἠθικὴ καὶ Θρησκευτικὴ σφαῖρα εἶναι ὁμόκεντροι κύκλοι μὲ κέντρον τὴν ὕπαρξιν, οὕτως ὥστε ἡ ἀνωτέρα – ἡ Θρησκευτικὴ – ἐμπερικλείει τὰς δύο κατωτέρας, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν εἶναι προσιτὴ εἰμὴ μόνον μέσῳ αὐτῶν. Ἡ ἀκτίς, ἡ ὁποία ἐγγίζει τὴν ἐξωτερικὴν περιφέρειαν τοῦ θρησκευτικοῦ, εἶναι προέκτασις τῆς αὐτῆς ἀκτῖνος, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ κέντρου ὁδεύει καὶ πρὸς τὰς δύο προηγουμένας καὶ ἐμπεριεχομένας περιφερείας. Ἡ παρομοίωσις ὅμως αὕτη δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσι, ὅτι ἡ θρησκευτικὴ σφαῖρα εἶναι τὸ τελικὸν ἐμπερικλεῖον τὴν ὕπαρξιν ὅριον, ἀλλ' ἀντιθέτως μέσῳ αὐτῆς ἡ ἀκτὶς προεκτείνεται εἰς τὸ παράδοξον ἀχανές, εἰς τὸ ἄπειρον, πάντοτε ὅμως ἐκκινοῦσα ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τέμνουσα τὰς τρεῖς περιφερείας.
     Ἡ παρατήρησις αὕτη ἔχει σπουδαιοτάτην σημασίαν διὰ τὴν δυναμικὴν βίωσν τῆς διαλεκτικῆς πίστεως, διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἀληθὲς ὑποκείμενον δὲν ἀρνεῖται οὐδ' ἐπὶ στιγμὴν τὴν πραγματικότητα, τὴν αἰσθητικὴν ἀξίαν τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῶν ἠθικῶν νόμων. Ἡ βαθυτέρα μελέτη τῶν τριῶν τούτων σφαιρῶν καταδεικνύει τὴν ὑπὸ τοῦ Κ. πρὸς στιγμὴν περιφρόνησιν αὐτῶν χάριν τοῦ παραδόξου τῆς μεταφυσικῆς σχέσεως τῆς ὑπάρξεως, ἥτις ὑπαγορεύεται ἐκ τῆς ἐν αὐτῇ συνθέσεως αἰωνίου καὶ χρονικοῦ, ἵνα κατόπιν αὕτη ἀναλάβῃ τὰς κατωτέρας ταύτας σφαίρας ὡς σχετικὰς πλέον πραμγατικότητας, ἐξηγνισμένας ἀπὸ τὴν δίψαν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπολυτοποιῇ τὰ σχετικὰ διὰ νὰ ἀποφύγῃ ἐν τῇ ἡδοικῇ αὐτοῦ αὐταπάτῃ τὴν ἐν ἀγωνίᾳ σχέσιν μετὰ τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ἡ Ἐπανάληψις εἶναι ἡ δυναμικωτέρα ἔκφρασις τοῦ αὐθεντικῶς ὑπάρχειν ἐντὸς τοῦ χρόνου, ἀλλὰ καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνει ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκ νέου ἀναλήψεως τῶν πάντων, ὁλόκληρον τὸν κύκλον τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἵνα προσδώσῃ εἰς αὐτὴν ἀνώτερον περιεχόμενον. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὰ πάντα καὶ ἔσωσε τὸν ἄνθρωπον. Ἡ ἀνάληψις τῆς δημιουργίας ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου συντελεῖται διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς σωτηρίας τοῦ Σταυροῦ ἐν τῷ πάθει τῆς λυτρουμένης ὑπάρξεως. Οὕτω τὸ ὕψιστον καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ἐν συνεχείᾳ ἐπανάληψις τοῦ συντελεσθέντος ἔργου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εἰλικρινὴς ἄνευ συμβιβασμοῦ βίωσις αὐτοῦ διὰ τῆς ἐνεργοῦ πίστεως* (*Ὁ Heinrich Barth μᾶς πληροφορεῖ ὅτι δανιστὶ ἡ λέξις Ἐπανάληψις δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς γερμανικῆς λέξεως “Wiederholung”, ἀλλὰ τῆς “Wiederaufnahme” δηλαδὴ τῆς ἐπαναρχίσεως καὶ συνεχίσεως ἑνὸς ἀρξαμένου ἔργου („Kierkegaard der Denker“ in „Zwischen der Zeiten“ 1926, s. 210)). Τὸ παθος τῆς ὑπάρξεως εἶναι ἡ μόνη ἀπάντησις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν διὰ τοῦ μαρτυρίου σωτηρίαν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ.
    Ἐπανάληψις, κατὰ ταῦτα, εἶναι ἡ ἀφανὴς δύναμις τοῦ χριστιανοῦ πιστοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν οὐδεμίαν στιγμὴν ἀναπαύσεως. Ὁ κόσμος εἶναι παρών, δὲν μηδενίζεται, χρησιμεύει μάλιστα ὡς ὄργανον, ἀλλ' εἶναι κόσμος μεταβαλλόμενος διὰ τῆς ἐν τῇ ὑπάρξει βιώσεως τῆς ἐκ τοῦ χρονικοῦ καὶ αἰωνίου ἀντιθέσεως, ὡς αὕτη καταδεικνύεται εἰς τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐπανάληψις δὲν εἶναι καταστρεπτικὴ τοῦ κόσμου δύναμις, δὲν ἐμπνέει τὴν φυγὴν ἀπὸ τὴν ζωήν, ἀλλ' εἶναι ἀναδημιουργὸς αὐτοῦ ἱκανότης, προτρέπουσα τὸν πιστὸν εἰς τὴν συνεχῆ διὰ τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀντιθέσεως μαρτυρικὴν προσπάθειαν πρὸς βίωσιν καὶ ἐπίγνωσιν ὡς παρόντος καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπαναλαμβανομένου εἰς τὰ μύχια τῆς ὑπάρξεως ἱστορικοῦ γεγονότος τῆς ἐν Χριστῷ λυτρώσεως. Ἡ Ἀνάμνησις εἶναι ἡ δύναμις τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ συμβιοῖ μετὰ τῆς θεωρητικῆς καὶ φιλοσοφικῆς θρησκευτικότητος, ἀναπολοῦσα καὶ κρίνουσα τὰ μεγαλεῖα καὶ τὴν πανσοφίαν τοῦ Θεοῦ Ὡς τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ ἢ τοῦ ὑπερτάτου ἐν νῷ συλλαμβανομένου Ὄντος· ἀλλ' ἡ Ἐπανάληψις εἶναι ἡ δύναμις τῆς ὑπάρξεως καὶ συμβιοῖ μετὰ τῆς διαλεκτικῆς πίστεως, ἀναμιμνησκομέναη, ἀλλ' ἀντιτιθεμένη συγχρόνως εἰς ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς λογικῆς ἀναμνήσεως θέλει νὰ λησμονῇ πρὸς ἐπιτυχίαν ἀτόπου καὶ παραπλανητικῆς ἀπὸ τῆς πραγματικῆς οὐσίας τῆς ζωῆς γαλήνης. Ὅστις μόνον ἀναμιμνήσκεται, ἀπονεκροῦται εἰς τὴν ἰδίαν ψευδαίσθησιν· ὅστις ὅμως ἐπαναλαμβάνει, ἐγείρεται εἰς νέαν ζωὴν καὶ κατανοεῖ τὴν οὐσίαν τῆς ζωῆς ὡς πάλης καὶ συνεχοῦς ἀντιθέσεως.
    Ἐκ τῶν ἀνωτέρῳ ἐκτεθεισῶν ἀρχῶν τῆς σκέψεως τοῦ κ. συνάγεται ὡς γενικὸν καὶ τελικὸν συμπέρασμα, ὅτι ἡ πίστις δὲν εἶναι εὔκολος ὁμολογία, ἀλλ' ἀγὼν ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου· δὲν εἶναι γενικὴ συνολικὴ κατάστασις, ἀλλ' ὑπόθεσις τοῦ ἀτόμου, τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου, τοῦ ἑνός, ὁ ὁποῖος κρύπτει αὐτὴν ὡς τὴν τραγικὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κόσμον, πρὸς τὴν μᾶζαν, πρὸς τὸ γενικόν. Πίστις δὲν εἶναι πανηγυρικὴ ἐξωτερίκευσις διὰ κοσμικῶν σχημάτων μεγαλείου νίκης, ἀλλὰ συγκέντρωσις τοῦ πιστοῦ καθ' ἑαυτόν, δυναμικὴ βίωσις καὶ ἐπανάληψις τῆς νίκης ἐν θυσίᾳ, ἐν τῷ πάθει κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ Σταυροῦ* (*“Τὸ γίγνεσθαι εἰς χριστιανὸν σημαίνει δοκιμασίαν, τὸ δὲ εἶναι χριστιανὸν σημαίνει ἀπάρνησιν ἑαυτοῦ”(ΙΧ, 201).). Τοιαῦται ἀρχαὶ ὁδηγοῦν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς παραδεδεγμένους τύπους πιστῶν χριστιανῶν καὶ τὴν αὐστηρὰν τυπικὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Κ. ἡ ὠργανωμένη ἐπίσημος Ἐκκλησία ἐγνώρισε τὸν δριμύτερον κριτικὸν τῆς κατὰ κόσμον ἐν ἀνέσει καὶ νομικῇ ὑποστάσει ζωῆς αὐτῆς καὶ αἱ μᾶζαι τῶν πιστῶν, αἱ ὁποῖαι χείλεσι μόνον ὁμολογοῦν τὸν Χριστόν, τὸν δριμύτερον ἐλεγκτὴν αὐτῶν* (*Τὰ τρία τελευταῖα συγγράμματα τοῦ Kierkegaard „Der Gesichtspunkt für meine schriftstellerische Wirksamkeit“ (1851), „Zur Selbstprüfung der Gegenwart anbefohlen“ 81851), „Der Augenblick“ (1855), ἔχουν ὡς κύριον σκοπὸν αὐτῶν τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κατ' ὄνομα μόνον χριστιανοῦ πιστοῦ.).
      Ἡ πίστις δὲν βιοῦται πλέον, διότι παρουσιάζεται ὑπὸ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς θεολογίας ὡς λογική, ὡς συστηματικὴ ἐπιστήμη καὶ οὕτως ἔγινεν εὔκολος νομικὴ ὑπόθεσις διὰ πάντα γεννώμενον ἐντὸς τῶν οὕτω καλουμένων “χριστιανικῶν κρατῶν”. Γεννώμεθα πάντες χριστιανοὶ καὶ εἴμεθα πάντες χριστιανοί. Εἴμεθα de facto χριστιανοὶ ἐκ καταγωγῆς καὶ τοῦτο σημαίνει ἄρνησιν τῆς πίστεως, διότι πίστις δὲν κληρονομεῖται, δὲν μεταβιβάζεται, ἀλλὰ γίγνεται, βιοῦται ὡς ἐξαίρεσις ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν κατ' ἀντιθετικὸν πρὸς τὸ περιβάλλον τρόπον. Ἡ χριστιανοσύνη, ἡ ἀντίληψις δηλαδὴ ὅτι εἴμεθα ὅλοι πιστοί, κατέστρεψε τὸν χριστιανισμόν.” " Ἡ χριστιανοσύνη χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ κατήργησε τὸν Χριστιανισμόν. Ὀφείλει τις νὰ πράξῃ τι ἀξιόλογον; Τότε ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Χριστιανισμὸν εἰς τὴν χριστιανοσύνην."  (Ἐξάσκησις εἰς τὸν Χριστιανισμόν, σελ. 31) (Νικ. Α. Νησιώτη, Ὑπαρξισμὸς καὶ Χριστιανικὴ Πίστις, σσ. 195-200.)

.......................................................................................

     Ἡ “Στιγμὴ” σημαίνει στὸν Κίερκεγκωρ, τὸ “ξαφνικὸ”, ποὺ γίνεται μέσα μας ἤ ὅπως ἀλλοιῶς μπορεῖ αὐτὸ νὰ ἀκούγεται καὶ σὲ ποιὰ ἔνταση, ἡ Στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἀνοίγει, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἡ Πύλη τῆς Αἰωνιότητας. Τὴν Στιγμὴ αὐτὴ τὴν παριστάνει ἄριστα ὁ Michelangelo στὸν πίνακά του “ἡ δημιουργία τοῦ Ἀδάμ”. Πρόκειται βέβαια γιὰ ἕνα ἄλλο θέμα, προσωπικὰ ὅμως μὲ παρέπεμπε ὁ πίνακας αὐτὸς καὶ στὸ κάλεσμα-πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν κοπιῶντα καὶ πεφορτισμένο (Ματθ. 11,28) καὶ τὴν ἀνταπόκριση τοῦ τελευταίου (ἡ ἔναρξη τῆς "Πίστης";). 

 

α. «Η ΣΤΙΓΜΗ», «ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΧΘΕΙ»

Μερικὰ λόγια γιὰ τὸν ὅρο "Ἡ Στιγμή"

Ἂς σημειωθεῖ ὅτι τὸ δανέζικο φυλλάδιο "Øjeblikket" στὴν πρώτη μετάφρασή του στὰ γερμανικά μεταφράστηκε ὡς "Το Παρόν". Μιὰ ἄλλη μετάφραση, στὰ ἑλληνικά, τοῦ "Øjeblik" εἶναι "Ριπὴ ὀφθαλμοῦ", ποὺ βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὴν κυριολεξία τῆς δανέζικης λέξης. Πέραν ὅμως τῆς κατὰ λέξιν μετάφρασής της, ἡ Στιγμὴ ἔχει τὸ ἰδιαίτερο νόημά της στὴ σκέψη τοῦ Κ. Ὅπως μᾶς ἀναλύει ὁ Γ. Τζαβάρας,  "Ἡ ἔννοια τῆς ἀγωνίας", Δωδώνη, σελ. 219ἑξ., γιὰ τὸν Κ. ἡ Στιγμὴ εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ μία κατάσταση σὲ ἄλλη. Ἀποτελεῖ δὲ τὸ "ἀπόλυτο τώρα", ἀνάμεσα σὲ δύο δεδομένες στιγμές, ὄχι στὸ χρόνο, ἀλλὰ μᾶλλον ἐξωχρονικά. Εἶναι ἡ ἐπαφὴ τοῦ αἰωνίου μὲ τὸν χρόνο. Καὶ κάτι ἀκόμα. Στὰ δανέζικα ἡ λέξη "στιγμὴ" εἶναι μεταφορά. Καί, κατ' ἀκολουθία, ἡ "ριπὴ ὀφθαλμοῦ", ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητας, δίνει τὸν ὁρισμὸ τοῦ πνεύματος.Τὴν σημασία τῆς, κατ' αὐτὴν τὴν ἔννοια, προσέγγισης τοῦ ὅρου ἀπὸ τὸν Κ. τὴν βλέπομε καὶ στὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδει στὸ θαῦμα. Εἶναι μιὰ στιγμὴ τῆς αἰωνιότητας, πού, ἐννοεῖται, δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια τὸ θαῦμα τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας τὸ ἐνστερνίζεται ὁ κάθε πιστός, κάθε ἐποχῆς καὶ ἀπὸ οἱαδήποτε γεωγραφικὴ θέση. Μετέχει στὸ ἴδιο θαῦμα, τὸ ὁποῖο συνέβη μία φορά ἀπὸ τὸν Χριστό.

"Ἡ Στιγμὴ εἶν' ἐκείνη ἡ ΄δισημαντότητα, ὅπου συνορεύουν ὁ χρόνος κι' ἡ αἰωνιότητα, καὶ μ' αὐτὴ τὴν ἐπαφὴ ἐγκαθίσταται ἡ ἔννοια "προσκαιρότητα", ὅπου ὁ χρόνος ἀξακολουθητικὰ διακόπτει τὴν αἰωνιότητα καὶ ἡ αἰωνιότητα ἐξακολουθητικὰ διαπερνᾶ τὸ χρόνο" (σ. 108) (Γ. Τζαβάρας, ὅπως πάρα πάνω, σελ. 220).

Τὴν μικροῦ σχήματος ἐφημερίδα αὐτή τὴν ἐξέδωσε τὸν Μάϊο τοῦ 1855. Στὶς στῆλες της ἔπληξε χωρὶς οἶκτο "τὸν ἱδρυματοποιημένο, φατριάζοντα "χριστιανισμὸ" τῶν ἱερέων". Στὴν ἐφημερίδα «Πατρική χώρα» τον Μάρτιο του 1855, ἔγραψε μὲ τίτλο: «Τι θέλω;». ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποία ἀγωνίζονταν, καὶ οἱ ἄλλοι ἔκαναν ὅτι δὲν καταλάβαιναν. Ἔγραφε ὅτι ἁπλούστατα «θέλω εντιμότητα… Δεν είμαι ούτε ήπιος ούτε αυστηρός – είμαι ανθρώπινη εντιμότητα… Δεν θέλω με αποσιώπηση ή με περίτεχνα κέιμενα να δημιουργήσω την εντύπωση ότι ο συνηθισμένος χριστιανισμός της χώρας συμπίπτει με τον χριστιανισμό της Καινής Διαθήκης…» (Πρβλ. http://www.lettre.gr/letter/material/zairen%20kirgegor.pdf )

Στη "Στιγμή", Νο 5, μπορεί κανείς να δει τί θεωρούσε ο Σ.Κ. ως "Χριστιανισμό της Καινής Διαθήκης" (Øjeblik, Nr.5, SV=Samlede Værke XIV,203).

Ὁ Κ. ολοκληρώνει τις Εικόνες (θέσεις) του: στη Θεολογία, για το ποιο είναι το πρόσωπο του Χριστού, στο έργο του «Εξάσκηση στον Χριστιανισμό» και στην Κατήχηση για το ποιος είναι ο πραγματικός Χριστιανός, στη σειρά των φυλλαδίων του «Η Στιγμή», Νο 5.

Κάνει γενική επίθεση.

------------------------------------------------------------------------------------------------

β) Χρόνος

Ὡς πρὸς τὴ σχετιζόμενη με την ανάπτυξη (ἐξέλιξη) του παγκόσμιου πνεύματος θέση τοῦ Ἑγέλου ότι η αλήθεια είναι μια διαδικασία που εφαρμόζεται, ο Κίερκεγκωρ ἀπευθύνθηκε-άναφέρθηκε στην ατομική-ψυχολογική κατάσταση του καθενὸς. Ἀλήθεια και Πίστη δεν μπορεί ποτέ να τὶς κατακτήσει ο άνθρωπος, αλλά, στὴν καλλίτερη περίπτωση, στιγμιαῖα νὰ τὶς βιώσει. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη χαρακτηρίζεται μέσω ἑνὸς παιγνιδιοῦ τῆς ἐναλλαγῆς, τῆς ἀλληλεπίδρασης της πίστης και της απελπισίας. Μόνον η άπαντοχὴ αὐτῆς τῆς διαρκοῦς αναταραχῆς προσφέρει στὸν ἄνθρωπο την ευκαιρία-δυνατότητα να μάθει (νὰ βιώσει) ότι η διαχρονικότητα (ἤ τὸ ἄχρονο) περιέχεται στο χρόνο και, επομένως, οποιαδήποτε στιγμή, εἶναι δυνατὸ τὸ άλμα από την απελπισία στην πίστη. Ὁ Κίρκεγκωρ είχε δεσμευτεί για τα ιδανικά του χριστιανισμού, αλλά έντονα ἐπέκρινε αὐτὲς τὶς μορφὲς ἐμφάνισης τῶν ἰδεωδῶν του καὶ τῆς παρουσίασής του (τοῦ «ὑπαρκτοῦ Χριστιανισμοῦ»).

γ) Ἡ Ὕπαρξη "ἐν χρόνῳ"

Γιὰ νὰ γίνει περισσότερο κατανοητὴ ἡ «ὕπαρξη», ἂς θυμηθοῦμε τὸ παράδειγμα, ποὺ εἶπε γιὰ τὴ ζωὴ «ἐν χρόνῳ». Ἡ ζωή, λέει, εἶναι μία παράσταση. Ὁ ἄνθρωπος ἀνεβαίνει στὴ σκηνή, στὴ ράμπα ἑνὸς θεάτρου, ὅπως ἕνας ἠθοποιός, καὶ καλεῖται νὰ παίξει μία παράσταση (αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή «ἐν χρόνῳ), γιὰ τὴν ὁποία δὲν τοῦ ἔχει δοθεῖ "ρόλος". Οἱ ἀρνητὲς τῆς θρησκείας (π.χ. Heidegger, Sartr...), ἑρμηνεύουν τὸ παράδειγμα ὡς μία παρουσία στὸν πλανήτη, ἡ ὁποία παρουσία τελεῖ ὑπὸ πλήρη ἐγκατάληψη (geworfenheit, ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχουν πετάξει τὸν ἄνθρωπο σ’ ἕναν πλανήτη), ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ "μηδὲν" καὶ καταλήγει στὸ "μηδέν".

============================================

                                                  «Miracle» and «Moment»
       Forgiving my lack of references in proposing a potential tension in Kierkegaard’s work, I have a concern with how the possible historical obstruction to both the miracle and the moment stands with regards to Kierkegaard’s attempt to disjoin temporal concerns from eternal ones. To explain myself: faith, as well as hope, requires an infinite resignation of our temporal existence (our highest aesthetic and ethical wishes). Though faith and hope involve the further step of accepting what God has given back (a repetition of what was just resigned), resignation allows the individual to absolutely relate to the eternal by breaking her or his bond with temporality (or finitude). In such a way, the eternal can gain absolute value for the individual, after which the temporal can become relative.
The concepts that Kierkegaard deploys to explain the qualitative leap are the miracle, the historical event that first proclaimed the truth of Christianity and is the external condition for the possibility of the ‘offence at the paradox’ (the paradox of Christ’s life, death, and resurrection that the individual can encounter in scripture), and the moment, in which passion for the infinite can reach beyond offence at the paradox to accept the truth of Christianity. Both the miracle and the moment face historical obstructions, of which Kierkegaard himself was especially sensitive in his political writing: the church and leveling (or the public). Christianity in Denmark came under the influence of Hegelianism, one that undermined the value of individual relationships with God, and which tried to make light of Christianity (as opposed to Kierkegaard’s own quite ascetic version of Christianity that encourages us to find joy in the suffering that Christianity requires of us). The danger for the miracle is that, quite to the contrary of overt atheism, the misrepresentation of doctrine can present us with the miracle in a way that leads us to completely miss faith. Secondly, leveling threatens enthusiasm and passion--we can also consider that the contemporary age and its predominantly scientific outlook threatens to completely cast Christian doctrine aside, so this is a further issue for the miracle. But strictly speaking, leveling (for Kierkegaard) can impede our enthusiasm for the eternal, thus the ‘decision’, by either imprisoning us completely within reflection, or by curbing our enthusiasm away from the eternal.
       Now the paradox that I hope to offend you with: if the finite is resigned, so is the eternal. Why? Precisely because the eternal introduced itself in time through the miracle, and the temporal can rejoin the eternal in the moment. Therefore, where Kierkegaard seems to merely admit that temporal ends could be enjoyed as relative ends (think of the knight of faith who expects a feast when he returns home in Fear and Trembling), he should concede their absolute value alongside the eternal. In other words, without certain historical events, social contexts, or psychological conditions (i.e. the demonic personality loses freedom), the eternal is cut off from the temporal.
       Particularly with regards to the question of hope, to ‘expectantly relate to the good’ is to appropriate Christianity in such a way that we existentially anticipate eternal salvation for ourselves as well as for others (if we despair over an other, we really despair over ourselves; likewise with hope). This hope, however, excludes any temporal task (i.e. temporal joy, the realization of our highest ethical principle, etc...). Its fundamental object is eternal salvation. And yet isn’t it the case that temporal tasks could have eternal value, especially when they provide the only possible access to the eternal (the miracle and the moment)? My contention here is that Kierkegaard himself recognized the eternal weight of his historical task in polemicizing the church and the public. It just does not fit into his concept of hope, and that seems very problematic, especially for Kierkegaard. Do historical tasks have their rightful place beside the eternal task of coming to faith? I believe they must, in so far as historical tendencies might close off any possibility of relating to the eternal. If this inversion can be admitted, then Kierkegaard stands quite the chance of resisting the facile secular objection that he has nothing to offer.
Angelo Fata‎ προς Søren Aabye Kierkegaard study group

==================================================


Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες