KierkegardHeader

 

Ἀβραάμ, Ἰώβ, Σωκράτης·


οἱ τρεῖς προσωπικότητες ποὺ πρυτανεύουν στὴ σκέψη τοῦ Κίερκεγκωρ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ. Σωκράτης


       Ὁ Κίερκεγκωρ πιστεύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του, γιατί εἶναι ἁμαρτωλὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴ βασικὴ ἁμαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἔχει περιγράψει στὸ μικρὸ καὶ ἔξυπνο βιβλίο «Φιλοσοφικὰ Ψήγματα» τὸ 1844. Ἡ Ἁγ. Γραφή, γράφει ὁ Κίερκεγκωρ, προορίζεται ὡς μία προσπάθεια, νὰ προσδιορισθεῖ ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ καθαρὰ ἀνθρώπινη ἢ τὴν  "Σωκρατικὴ" στάση στὴ ζωή.
       Ὁ Κίερκεγκωρ χρησιμοποίησε τὴ δική του μέθοδο γιὰ νὰ καθορίσει τὴν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Χρησιμοποιεῖ τὴν «διαλεκτικὴ» μέθοδο, τῆς ὁποίας χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι λειτουργεῖ μὲ ὁρισμούς, ποὺ ὑπόκεινται σὲ ὑποβολή μὲ πολὺ ἀκριβὴ ἀνάλυση. Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ μποροῦν νὰ ἐξεταστοῦν δύο ἀπόψεις τῆς ζωῆς. Ἡ μία εἶναι ἡ ἑλληνική, ἡ ὁποία βρῆκε τὴν τέλεια ἔκφρασή της στὸν Σωκράτη, καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ χριστιανική. Τὸ ποιὰ εἶναι ἡ ἑλληνικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴ ζωή, τὸ ξέρουμε, ὅπως γνωρίζουμε ἐπίσης, ὅτι αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ ἀνώτερο ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέσα ἤ μὲ τὶς καθαρὰ ἀνθρώπινες δυνάμεις. Ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν δοθεῖ στὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη τῆς ζωῆς μιὰ ὑψηλότερη θέση ἀπὸ τὴν ἑλληνική, τότε θὰ πρέπει οἱ ἀνθρώπινες συνθῆκες νὰ ἀποκαλυφθοῦν, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει ὁ Κίερκεγκωρ. Θεωρεῖ τοὺς ἀνθρώπους ὡς «γήινους βώλους» καὶ "ἁμαρτωλούς" καὶ πού, ὡς ὄντα τὰ ὁποῖα φορτώθηκαν τὰ ἴδια τὴν ἐνοχή, ἀνήκουν στὸν κόσμο καὶ ὄχι στὸ Θεό.
       Καὶ τότε ὁ Κίερκεγκωρ ἐκτελεῖ τὴν ἀριστοτεχνική του ἀνάλυση, ποὺ τὸν ἀναδεικνύει ὡς ἕνα ἐννοιολογικὰ ἀσφαλὴ διαλεκτικό. Τὸ «ἑλληνικὸ» στοιχεῖο ἤ τὸ Σωκρατικό βρίσκει ἔκφραση στὸ ὅτι ὁ Σωκράτης ὡς δάσκαλος ἀπέναντι στὸν μαθητὴ ὑπῆρχε ὡς ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα ἀντικριστά στὸ ἄλλο. Ὅσον ἀφορᾶ τὶς γνώσεις τους, δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Ἣ Σωκρατικὴ μέθοδος εἶναι ἡ ἔμμεση, όπως τὴν ὀνομάζει ὁ Κίερκεγκωρ, καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα της ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι ἡ εἰρωνεία. Τὴν ὀνομάζει επίσης καὶ μαιευτικὴ μέθοδο, ἐπειδὴ ὁ δάσκαλος ἐνεργεῖ ὡς μαιευτήρας, ἔτσι ὥστε ἡ ἀλήθεια νὰ ἔρθει στὸ φῶς. Ὅταν ὁ Σωκράτης δήλωνε, ὅτι τὸ μόνο ποὺ ἤξερε ἦταν ὅτι δὲν ἤξερε τίποτα, φυσικά, δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι πιὸ ἐνημερωμένος ἀπὸ τὸν μαθητὴ καί, ἑπομένως, δὲν μποροῦσε νὰ ἔρθει σὲ αὐτὸν μὲ τὴν ἀλήθεια σὲ τελικὴ μορφή. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀπαραίτητο, γιατὶ ὁ μαθητὴς ἔφερε τὴν Ἀλήθεια ἐντός του, μέσα του, ἑπομένως, τὸ ἔργο τοῦ Σωκράτη θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μόνο, τὸ νὰ παίξει τὸν ρόλο τοῦ μαιευτήρα. Ἔπρεπε νὰ βοηθήσει τὸν μαθητὴ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι τὴν Ἀλήθεια, τὴν ὁποία αὐτὸς ἔφερε «ἐν δυνάμει» μέσα του, θὰ μποροῦσε, ἀμέσως, νὰ τὴν κάνει νὰ εἶναι σαφῶς ὁρατὴ σὲ αὐτόν.
       Ἴσως ἡ διαφορετικὴ σχέση τοῦ δασκάλου καὶ τοῦ μαθητὴ  μὲ τὴν αλήθεια μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ τὸ ὅτι λέγεται, πὼς μόνο ἡ μορφὴ καὶ ὄχι τὸ περιεχόμενο εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ θέματος. Ἡ Γνώση, θεωρούμενη σωκρατικά, εἶναι μία Ἀνάμνηση, καὶ γι' αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ νὰ φτάσει ὁ μαθητής ἐκεῖ, ἐνθυμούμενος ἐκεῖνο ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχή, δυνητικά, ἐνυπῆρχε σ’ αὐτόν. Ὁ δάσκαλος, ὡς ἐκ τούτου, δὲν στέκεται ψηλότερα ἀπὸ τὸν μαθητή του. Κατ' ἀρχήν, εἶναι τὸ ἴδιο, ἐπειδὴ εἶναι καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι, καὶ οἱ δύο διαθέτουν τὴν ἀλήθεια. Τὸ γεγονὸς ὅτι, συχνά, ἡ εἰρωνεία ἐμφανίζεται ὡς μορφὴ ἐπικοινωνίας, βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ μαθητὴς ἔφερε τὴν ἀλήθεια μέσα του. Ἐὰν δὲν συνέβαινε αὐτό, θὰ ἔπρεπε ἡ ἀλήθεια νὰ ἀνακοινωθεῖ ἄμεσα. Ἔτσι, τὸ βασικότερο πράγμα εἶναι ὅτι οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ μαθητὲς ὑπόκεινται στοὺς ἴδιους ὅρους. Ὁ δάσκαλος δὲν ἔχει σημαντικὸ πλεονέκτημα ἔναντι τοῦ μαθητῆ, μόνον τυχαῖα ἤ καθαρὰ εὐκαιριακὰ μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὴν ἀλήθεια, ἐνῷ αὐτὴ παρέμενε στὸν μαθητὴ ἄγνωστη ἕως τὴν στιγμὴ ποὺ πραγματοποιήθηκε ἡ συνάντηση μὲ τὸν δάσκαλο.
Τὸ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος, σημαίνει στὴν κουλτοῦρα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ, νὰ εἶσαι στὴν ἀλήθεια, καὶ κάτι ἀνθρώπινα ἀνώτερο εἶναι ἀδιανόητο. Τώρα, εἶναι σημαντικὸ νὰ καθοριστεῖ, σὲ σύγκριση μὲ αὐτὸν τὸν ἀρχαιοελληνισμὸ (Gräzität) ἤ σωκρατισμό, ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὄχι ἔτσι ὅπως ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει, κατ’ ἐξαίρεση, ἐμφανιστεῖ σὲ διαφορετικοὺς χρόνους καὶ τόπους ἐπὶ 1800 χρόνια, οὔτε καὶ νὰ ἀποδείξει ὅτι ἦταν τὸ ἴδιο παντοῦ ἐπὶ 1800 χρόνια. Ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ πρέπει νὰ καθορίζεται διαλεκτικά. Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ, εἶναι σημαντικὸ νὰ δείξει τί χρειάζεται νὰ εἶναι ὁ Χριστιανισμός, ἐὰν θέλει νὰ εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἑλληνο-Σωκρατισμό, χωρὶς ταυτόχρονα νὰ γίνει τίποτα λιγότερο· γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ ἑλληνισμὸς θὰ εἶναι πάντα ἡ ἀλήθεια.
Μὲ διαλεκτικὴ κομψότητα, ὁ Κίερκεγκωρ κάνει τώρα δύο ἀλλαγὲς στὶς προϋποθέσεις τῆς Graecity ἤ τοῦ Σωκρατισμοῦ. Ἀλλάζει τὶς προϋποθέσεις καὶ τὴν ποιότητα τόσο τοῦ μαθητὴ ὅσο καὶ τοῦ δασκάλου. Πρῶτα, ἀφήνει τὸν μαθητὴ νὰ βρίσκεται στὴν ἀναλήθεια. Δὲν κατέχει δυνητικά  τὴν Ἀλήθεια, ὅπως πίστευε ἡ Σωκρατικὴ προϋπόθεση καί, καθὼς ὁ μαθητὴς εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθρώπου γενικότερα, ὡς συνέπεια προκύπτει ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὅπως ὁ Σωκράτης ἤθελε νὰ ἐμφανίζεται ὡς δάσκαλος, δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση γιὰ κάτι τέτοιο, διότι, ὡς ἄνθρωπος δὲν φέρει μέσα του πάντα τὴν Ἀλήθεια.
       Τὸ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος σημαίνει τὸ ἴδιο μὲ τὸ νὰ βρίσκεσαι στὴν ἀναλήθεια, καὶ ἐὰν ἡ Ἀναλήθεια, τὸ Ψέμα μεταφραστοῦν μὲ ἕναν χριστιανικὸ ὅρο, αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι: ἡ Αμαρτία. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἄνθρωπος, βρίσκεται πάντα στὴν Ἁμαρτία. Ἀλλά, σὲ περίπτωση ποὺ συμβαίνει αὐτό, δὲν βοηθάει, ὅταν ἕνα ἄτομο θέλει νὰ ἐνεργήσει ὡς δάσκαλος τοῦ ἄλλου· γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται ὁ ἴδιος στὴν ἀναλήθεια, δὲν μπορεῖ νὰ μεταδώσει τὴν ἀλήθεια στοὺς ἄλλους καί, ἑπομένως, ὁ δάσκαλος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Αὐτό ἀντιπροσωπεύει τὴ δεύτερη ἀλλαγὴ στὶς προϋποθέσεις καὶ ἀπαιτήσεις τοῦ Σωκρατισμοῦ, τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ. Ὁ δάσκαλος πρέπει νὰ εἶναι ὁ θεός, ὁ ὁποῖος, σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ στιγμή, ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ ἔξω ἢ ἀπὸ ψηλὰ στοὺς ἀνθρώπους μὲ αὐτή τὴν ἀλήθεια, ἀλήθεια ποὺ κανένας ἄνθρωπος δὲν ἔχει μέσα του, ἐπειδὴ τὴν ἔχει χάσει ἐντελῶς ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας.
       Ὅτι ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος, συμβαίνει σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ στιγμή, καὶ αὐτὴ ἡ στιγμὴ ἀποκτᾶ μιὰ πολὺ ξεχωριστή, πρωτεύουσα σημασία, ἐνῷ, ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ ἑλληνισμοῦ-σωκρατισμοῦ, ὁ χρόνος γιὰ τὴ δραστηριότητα τοῦ δασκάλου εἶναι κάτι ἀδιάφορο καὶ τυχαῖο, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ὁ μαθητής, κατ' ἀρχήν, βέβαια, φέρει τὴν ἀλήθεια ἐντός του, -μέσα του. Τὸ ἐὰν τὸ συνειδητοποιήσει αὐτὸ ἀργὰ ἢ γρήγορα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετο· ἀλλὰ ὅτι ἡ ἀλήθεια γεννιέται-ἔρχεται στὸν κόσμο μέσῳ τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, εἶναι κάτι ἀποφασιστικὰ καινούργιο. Δὲν ἔχει σημασία ἂν εἶναι ὁ Σωκράτης ἢ ὁ Πρόδικος ποὺ κάνει τὴν ἀλήθεια νὰ ἀνατέλει-νὰ γεννιέται σὲ ἕναν ἄνθρωπο, καὶ ἂν γίνει τὸν Μάρτιο ἢ τὸν Αὔγουστο, ἀλλὰ ἀντιπροσωπεύει τὸ γεγονός ποὺ ἐπισκιάζει τὰ πάντα στὴν ιστορία, ὅτι ὁ Θεὸς εἰσέρχεται στὸ χρόνο καὶ γίνεται μέλος τῆς ἱστορίας,  ὅτι τὸ αἰώνιο γίνεται χρονικὸ ἢ ὅτι «καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Εἶναι ἕνα «ἱστορικὸ γεγονός», ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερο ἀπό καθαρά ιστορικὸ ἐνδιαφέρον, διότι ἐπάνω ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς βασίζει ὁ ἄνθρωπος τὴν αἰώνια μακαριότητά σου, τὴν ὁποία μὲ δικές του δυνάμεις δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει.
       Ἀπὸ ἀνθρωπολογικὴ καὶ κοσμολογικὴ ἄποψη, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἔμφαση στὴ θεμελιώδη διαφορὰ μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ὁ Κίερκεγκωρ λέει, ὅτι ἡ σχέση μεταξύ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου εἶναι μία ἀντικρουόμενη σχέση. Δὲν ὑπάρχει καμία ἀναλογία ἢ ἀναλογικότητα (ἀναλογία ἰσότητας), ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψει στὸν ἄνθρωπο νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνας ἡμίθεος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ πρέπει νὰ σταματήσει νὰ εἶναι ἁμαρτωλός, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι δάσκαλος τοῦ πλησίον του καὶ νὰ τὸν βοηθήσει στὴν αἰώνια μακαριότητά του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνας χωμάτινος βῶλος καὶ πλάσμα μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἑπομένως δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἔργο τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖο εἶναι νὰ ἐξαγοράσει καὶ νὰ ἀπολυτρώσει.
       Ἀλλὰ γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ ὁ δυαδισμός δὲν εἶναι Μανιχαϊσμός, δὲν θεμελιώνει καμία ἀσυμβίβαστη ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Ὁ Κίερκεγκωρ ὁρίζει τὸν ἄνθρωπο σχεδὸν ὡς σύνθεση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ αὐτὴ ἡ σύνθεση ἔρχεται μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς τρίτου παράγοντα, ποὺ ὀνομάζεται πνεῦμα. Κυριαρχεῖ, ὡστόσο, μιὰ ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, Humanum non capax est Divini, ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ περιέχει τὸ θεϊκό.


Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες