KierkegardHeader

 

 

Ὁ Σαῖρεν Κίερκεγκωρ

καὶ οἱ ἑρμηνευτικὲς μέθοδοι

τῆς Ἁγίας Γραφῆς

 

 

Μέρος Πρῶτο: Ἡ διαλεκτικὴ μέθοδος τοῦ κηρύγματος (τῆς μετάδοσης) τοῦ Σ. Κ. καὶ ἡ ἑρμηνεία του στὴν «Ἐξάσκηση στον Χριστιανισμό»

 

Ἀθῆνα 2005

(150 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Σ. Κ.)


Ἡ διαλεκτικὴ μέθοδος τοῦ κηρύγματος (τῆς μετάδοσης)

τοῦ Σαῖρεν Κίερκεγκωρ

καὶ καὶ ἡ ἑρμηνεία του στὴν «Ἐξάσκηση στον Χριστιανισμό»

”Κύριε, αὔξησέ μου τὴν πίστη”, δηλ. ”Κύριε, τράϐηξέ με - ἕλξε με ἐντελῶς πρὸς Σεαυτόν”.

 

Πολλοὶ θεωροῦν τὸν Σαῖρεν Κίερκεγκωρ ὡς φιλόσοφο, πατέρα τοῦ Ὑπαρξισμοῦ κ.λπ. Ὅσοι τὸν ἔχουν μελετήσει ξέρουν ὅτι ἦταν ἕνας θεολόγος, ὁ ἴδιος αὐτοχαρακτηρίζεται «θρησκευόμενος συγγραφέας», ποὺ στὴν ὑπηρεσία τῶν θεολογικῶν του ἐρευνῶν καὶ τῶν κηρυγμάτων του ἔθεσε τὴν κατὰ κόσμον Φιλοσοφία, ὅπως ἐξ ἄλλου καὶ τὴ Ψυχολογία. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτούς, ποὺ γνωρίζουν τὸν Κ. ὡς θεολόγο, λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν ξέρουν καὶ ὡς ἑρμηνευτὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡς ὁλοκληρωμένο ἱεροκήρυκα. Ἕνα κατ᾿ ἐξοχὴν ἑρμηνευτικό του ἔργο εἶναι καὶ ἡ «Ἐξάσκηση στὸ Χριστιανισμό».

 

Σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς Ἑρμηνευτικῆς, γενικά, πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι μέχρι τοὺς προηγούμενους αἰῶνες ἡ Χριστιανικὴ Ἑρμηνευτικὴ ἀγνοοῦνταν ὡς Ἐπιστήμη, δὲ θεωροῦνταν δηλ. κἄν ἐπιστήμη. Συγχέονταν δὲ πολλὲς φορὲς μὲ τὴ ρητορική. Κατόπιν ἔγινε γνωστὴ ἡ σημασία της, καὶ ἔγινε φανερή ἡ σχέση της μὲ τὴ θεολογία, ἀφοῦ ἡ ἑρμηνευτικὴ ἐπεκτείνεται στὸν καθορισμὸ τοῦ νοήματος τῆς θεολογίας γενικά[1]. Τώρα, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι προσεγγίζοντες τὴν ἑρμηνευτικὴ ἑνὸς ἑρμηνευτοῦ, γινόμαστε γνῶστες τῆς θεολογίας του, ὅπως, ἴσως, καὶ τὸ ἀντίστροφο[2].

Ἔτσι, μελετῶντες τὶς ἑρμηνευτικὲς μεθόδους, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Κ. στὸ «Ἐξάσκηση στὸ Χριστιανισμό», θὰ γίνουν ἐμφανῆ τὰ στοιχεῖα τῆς Χριστολογίας του, τὰ ὁποῖα, ἐν συντομίᾳ, θὰ παρουσιάσουμε στὸ τέλος τοῦ παρόντος ἄρθρου. Παράλληλα, θὰ γίνουν ἐμφανεῖς καὶ οἱ «σχέσεις» τῆς «μεθόδου» του μὲ αὐτὲς τῶν ἀποκαλουμένων συνεχιστῶν του, ὅπως τοῦ R. Bultmann, τῶν εἰσηγητῶν καὶ ὀπαδῶν τῆς «Νέας Ἑρμηνευτικῆς», τοῦ χώρου τῶν θεολόγων δηλ., οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι ἡ ἐπικοινωνία τῆς Κ.Δ. καὶ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι λογικὰ δυνατή,[3] καὶ γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ γίνει διεξοδικώτερος λόγος σὲ ἕνα δεύτερο ἄρθρο, ποὺ θὰ ἀκολουθήσει. Ἡ διαφορά τους ἔγκειται -καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἐξαρτῶνται ὅλα- στὴ διαφορετικὴ «Χριστολογικὴ ἑρμηνευτικὴ θέση» τους.

Στὸ προκείμενο ἄρθρο θὰ ἀσχοληθοῦμε, καὶ μάλιστα μὲ συντομία, μόνο μὲ τὸ πρῶτο μέρος, δηλ. μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴ μέθοδο ποὺ χρησιμοποιεῖ αὐτὸς στὸ πιὸ πάνω ἔργο του, τὸ ὁποῖο ἦταν καὶ τὸ τελευταῖο μεγάλο του, καὶ τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε μὲ ψευδώνυμο. Προκαταλαμβάνουμε τὸν ἀναγνώστη τονίζοντας ἐκ τῶν προτέρων, καὶ γιὰ τὴν ἀνάγκη τῆς κατανόησης τοῦ ἄρθρου –κυρίως ὅμως, γιὰ χάρη τῆς γνωριμίας μὲ τὸν Κίερκεγκωρ- ὅτι ὁ Κ. κατεργάστηκε μιὰ διαλεκτικὴ τῆς μετάδοσης, ποὺ εἶναι ἕνα πρωτότυπο δημιούργημά του. Αὐτὴ ἔχει σχέση μὲ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐννοοῦσε τὸ ἔργο του ὡς συγγραφέα γενικότερα, ἀλλὰ καὶ ὡς συγγραφέα χριστιανικῶν μηνυμάτων, δηλαδὴ ὡς μεταδότη.[4] Πρόκειται δηλ. γιὰ ἕνα βῆμα μετὰ τὴν ἑρμηνεία. Τὸν ρόλο αὐτὸ τὸν γνωρίζουμε ὅλοι στὸ ἔργο τοῦ ἱεροκήρυκα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κατ’ ἐχοχὴν μεταδότης. Ἔτσι, στὴν περίπτωση τοῦ Κ. ἔχει ἰδιαίτερη σημασία-ἀξία τὸ ψευδώνυμο, μὲ τὴν ἔννοια, δηλ. τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἔμμεσης μετάδοσης ἱερῶν μηνυμάτων. Τὸ νὰ διαλέγεσαι καὶ νὰ μεταδίδεις τὶς θέσεις σου, ἔστω καὶ σωκρατικά, εἶναι ἕνα σπουδαῖο θέμα. Τὸ νὰ μεταδίδεις, ὅμως, θεϊκὰ μηνύματα εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερο. Σοῦ τίθεται ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή τὸ ἐρώτημα: καὶ ἐσὺ ποιὸς εἶσαι; Ἐν ὀνόματι ποιᾶς αὐθεντίας ἀποφαίνεσαι, μιλᾶς ἀπόλυτα γιὰ θεϊκὰ θέματα; Ὁ Κ. δηλώνει γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι εἶναι δίχως κύρος, «δίχως ἐξουσιοδότηση νὰ δεσμεύσει κάποιον ἀπευθείας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ...εἶναι ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν ἐξουσιοδότηση νὰ ἐπιβεβαιώσει τὸ αἰώνιο μέσα στὸν καιρό, νὰ ἑνώσει τὸ αἰώνιο καὶ τὸ ἱστορικό, ...ὥστε τὸ περιεχόμενο τῆς μετάδοσης νὰ γίνεται ἀποδεκτὸ ὄχι μὲ τὴν σωκρατικὴ μέθοδο τῆς κύησης ἀλλὰ σὰν ἕνα αὐθεντικὸ αἴτημα πραγμάτωσης.» Μόνον ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μίλησε ἄμεσα καὶ εἶπε ὅτι εἶναι Θεός –«ὁ Πατέρας κι’ Ἐγὼ εἴμαστε ἕνα». Καὶ πάλιν ὁ ἴδιος ὁ Θεός, προκειμένου νὰ γίνει ἀντικείμενο τῆς πίστης, ἐμφανίστηκε μὲ μορφὴ μὴ ἀναγνωρίσιμη, inkognito[5] καὶ ὄχι ὡς Θεός. Δὲν ὑπάρχει ἐν προκειμένω ἀντίφαση, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ μιὰ συνιστῶσα τοῦ κατ’ ἐξοχὴν Παράδοξου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἕνα σημεῖο, τὸ Ἀντιλεγόμενο Σημεῖο. Καὶ ἐφ’ ὅσον βρίσκεται στὸ μὴ ἀναγνωρίσιμο, ἑπομένως εἶναι ὅλη ἡ ἄμεση μετάδοση ἀδύνατη. Λέει ὁ Κ.: «Ἐὰν ἡ μετάδοση ἑνὸς μεταδότη ὡφείλει νὰ εἶναι ἄμεση, δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνον ἡ μετάδοση ἄμεση, ἀλλὰ καὶ ὁ μεταδότης ὁ ἴδιος πρέπει νὰ ὁρίζεται ἄμεσα. Ἐὰν δὲν συμβαίνει αὐτό, τότε, παρόλα αὐτά, ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ ἄμεση δήλωση ἑνὸς τέτοιου μεταδότη δὲ θὰ γίνει ἄμεση μετάδοση, μέσω τοῦ μεταδότη, ποὺ σημαίνει, μέσω αὐτοῦ ποὺ εἶναι ὁ μεταδότης. Ἐὰν κάποιος πεῖ ἄμεσα: εἶμαι Θεός -ὁ Πατέρας κι’ ἐγὼ εἴμαστε ἕνα, τότε αὐτὸ εἶναι ἄμεση μετάδοση. Ἐὰν τώρα ὅμως ἐκεῖνος ποὺ τὸ λέει, ὁ μεταδότης, εἶναι ὁ ἕνας καὶ μόνος, ἕνας μεμονωμένος ἄνθρωπος, ἐντελῶς ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, τότε αὐτὴ ἡ μετάδοση δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἐντελῶς ἄμεση. Διότι δὲ θὰ χρειαζόταν βέβαια νὰ εἶναι ἀκριβῶς ἐντελῶς ἄμεση, ὅτι ἕνας καὶ μόνος ἄνθρωπος εἶναι Θεός - ἐνῶ αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέει, εἶναι ἐντελῶς ἄμεσο. Ἡ μετάδοση ἐμπεριέχει μέσω τοῦ μεταδότη μιὰ ἀντιλογία καὶ γίνεται μία ἔμμεση μετάδοση, ποὺ σὲ βάζει μπροστὰ σὲ μιὰ ἐκλογή: ἐὰν θέλεις νὰ τὸν πιστέψεις ἤ ὄχι.»

Οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐξιουσιοδοτημένοι νὰ μεταδίδουν καὶ ἱερὰ μηνύματα εἶναι οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας. «Ὁ ἱερέας εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι διὰ τῆς χειροτονίας, καὶ ἡ χειροτονία εἶναι ἡ παράδοξη μεταμόρφωση τοῦ δάσκαλου μέσα στὸν χρόνο.»[6] Βρίσκονται, ὅμως, καὶ αὐτοὶ πάντα στὸ ὕψος ἑνὸς τέτοιου ὑψηλοῦ ἔργου; Μήπως κηρύσσουν ἑαυτούς; Μήπως παριστάνουν τὸν Θεὸ ἰδιαίτερα αὐστηρό, ἐμᾶς ἰδιαίτερα ἁμαρτωλούς, ὥστε νὰ δικαιολογοῦν τὴ θέση τους, νὰ ἐμφανίζουν τὴ θέση τοῦ μεσάζοντος σημαντική, ἀφοῦ προσπαθοῦν νὰ ἑνώσουν τὰ «διεστῶτα»; Ἤ μήπως ἔχασαν γενικὰ τὸ «παράδοξο»; Ἀλλὰ περὶ τοῦ κηρύγματος ὁ λόγος γίνεται ἐκτενέστερος στὸ τέλος τοῦ παρόντος ἄρθρου. Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ περίπτωση τοῦ ἱεραποστόλου εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου διαφορετική. Ὁ ἀκροατὴς δὲν γνωρίζει τίποτε γιὰ τὸ θέμα καὶ μπορεῖ, χωρὶς νὰ μπερδέψει τὸν μεταδότη μὲ τὸν ἐντολέα, νὰ δεχθεῖ σὲ ἄμεση μορφὴ τὸν εὐαγγελισμό. Ἐνῶ στὴν Χριστιανοσύνη χρειάζεται ὁ μεταδότης, λέει ὁ Κ., ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιήσει τὴν τεχνικὴ ἐκείνη ποὺ θὰ ἐξαγάγει αὐτὸ ποὺ ὁ ἀποδέκτης γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων μὲ λιγότερη ἤ περισσότερη σαφήνεια.

Γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς βαθύτερα τὸν Κ. ὡς σκεπτόμενο ἄνθρωπο πρέπει νὰ κατανοήσει τὴν πρωτότυπη ἔννοιά του γιὰ τὴν Ἀλήθεια μαζί μὲ τὴν διαλεκτική του μέθοδο. Αὐτὲς οἱ σκέψεις του βρίσκονται οὐσιωδῶς σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς παραδοσιακὲς εὐρωπαϊκὲς ἰδέες γιὰ τὴ γνώση καὶ τὴ νόηση. Καὶ αὐτὸ διότι ὁ Κ. δὲν ἑρμηνεύει τὴν ἔννοια τῆς Ἀλήθειας ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὴν τοῦ ὑποκειμένου. Ὁ Ἕγελος, ἀκολουθόντας τὸν Καρτέσιο, δίδασκαν ὅτι Ὕπαρξη καὶ Σκέψη ταυτίζονται. Αὐτὸ τὸ ἀνέτρεψε ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ Ὕπαρξη εἶναι ἡ ἀπόσταση Σκέψης καὶ Εἶναι. Στὸ θέμα τῆς Ἀλήθειας λέει ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ συμφωνία Σκέψης καὶ Εἶναι στὸν ὑπάρχοντα σκεπτόμενο, ὁ ὁποῖος ταυτόχρονα ὑπάρχει σ’ αὐτὸ ποὺ σκέπτεται. Ἔτσι, ἡ ἀπόδειξη τῆς ὕπαρξης στὸν συγκεκριμένο, στὸν πραγματικὰ σκεπτόμενο ἄνθρωπο γίνεται τὸ κριτήριο τῆς Ἀλήθειας. Ἡ Ἠθικὴ καὶ ἡ θεωρία τῆς Γνωσιολογία ἔχουν τὸν ἴδιο ἄξονα. Αὐτὸ μᾶς ἐνθυμίζει καὶ τὴ ρήση του, ποὺ εἶναι γραμμένη καὶ σ’ ἕναν βράχο στὸ σημαδιακὸ γιὰ τὴν ἐσωτερική του πορεία Gileleje: «Τι εἶναι ἡ Ἀλήθεια ἄλλο ἀπὸ μιὰ ζωὴ γιὰ μιὰ ἰδέα».

Ἔτσι ἄρχισε ὁ Κ. νὰ ψάχνει τρόπους νὰ διαλέγεται, καὶ νὰ μεταδίδει «τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ», τρόπους οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὰ πλαίσια μιᾶς σωκρατικῆς τακτικῆς. Ἔλεγε, πάνω σ’ αὐτό, ὅτι ὁ μαιευτήρας τραβώντας τὸ μωρὸ πρὸς αὐτόν, στὴν οὐσία τὸ ὠθεῖ νὰ γίνει ὁ ἑαυτός του, νὰ ὁλοκληρωθεῖ. Προσπαθοῦσε ὁ Κ. νὰ ἀποκρύπτει τὸν ἑαυτό του, νὰ θέτει τὸν συνομιλητή, τὸν ἀκροατή, τὸν ἀναγνώστη πρὸ τῶν εὐθυνῶν του ἀπέναντι στὰ θρησκευτικὰ θέματα καὶ νὰ βγάζει μόνος του τὰ συμπεράσματα, νὰ τὰ γεννήσει ὁ ἴδιος. Εἶχε διαπιστώσει ὅτι εἶναι ἡ φύση τῶν κοινωνικῶν σχέσεων τέτοια, ποὺ ὁ ἀκροατὴς ὑψηλῶν μηνυμάτων θεοποιεῖ τὸν μεταδότη. Ἕνας ἐρευνητής του λέει: «...οἱ ἀρχὲς τῆς ἐπικοινωνίας ποὺ ἐκθέτει ὁ Κ. ὑπογραμμίζουν πὼς ἕνας ἄνθρωπος δὲν πρέπει οὔτε πρόκειται νὰ ἀποκτήσει ἀπόλυτη σημασία γιὰ ἕναν ἄλλον. Τουναντίον ἡ διαδικασία τῆς ἐπικοινωνίας πρέπει νὰ κανονιστεῖ ἀπὸ τὸν μεταδότη κατὰ τέτοιον τρόπο ποὺ μέσα στὴν μετάδοση πάντα νὰ συλλογίζεται τὸ πῶς θὰ ἐπέλθει ἡ ἀπελευθέρωση μεταξὺ τῶν μελῶν. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση ἡ ἰσότητα, ἡ ὁποία μόνη μπορεῖ νὰ διαφυλάξει τὸ γνήσιο ἀνθρώπινο, ἐγκαταλείπεται καὶ ἀντικαθίσταται ἀπὸ μιὰ σχέση ἐξάρτησης, ποὺ κάνει τὸν μεταδότη γιὰ τὸν ἀποδέκτη θεό. Τὸ ὅτι ὁ Κ. προσπαθεῖ νὰ ἀποφύγει αὐτὴ τὴ δεύτερη περίπτωση προκύπτει ἀπὸ τὸ ὅτι μέσα στὸ ἔργο του πλέκει τὶς ἀρχὲς τῆς ἐπικοινωνίας κατὰ τέτοιον τρόπο τὴ μιὰ μέσα στὴν ἄλλη ποὺ νὰ καθίσταται ἀδύνατος ἕνας παπαγαλισμὸς ἤ μιὰ λατρεία τῆς δικῆς του π.χ. κατανόησης τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν δυνατοτήτων τῶν διαφόρων σταδίων στὸ ξεδίπλωμα τῆς ὕπαρξης. Καὶ αὐτὴ τὴν τελευταῖα λειτουργία τὴν ἔχουν ἀναλάβει οἱ πολλὲς ἀποχρώσεις στὴ διαλεκτική του τῆς μετάδοσης –μὰ δὲ θά ’ταν καὶ στὴν ἀντίθετη περίπτωση κἄν διαλεκτικός!»[7]

Ὑπάρχει, πρῶτα, ἡ σωστὴ ἄμεση μετάδοση. Πρέπει νὰ λεχθεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, συνήθως, «πιστεύει» στὶς ἀλήθειες ποὺ ὁ ἴδιος ἀνακαλύπτει. Ἄλλος τρόπος εἶναι αὐτὸς τῆς, ἀπ’ εὐθείας, μετάδοσης μιᾶς ἀλήθειας ἀπὸ κάποιον ἄλλο. Ἐκεῖνο, τώρα, ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ἄκριτη ἀποδοχή μιᾶς ἀλήθειας ἤ τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ὁ ἐνστερνισμός της, ποὺ θὰ προέκυπτε ὕστερα ἀπὸ γνήσιο διάλογο. Καὶ σ’ αὐτὸν τὸν γνήσιο διάλογο διακρίνεται καὶ μία δεύτερη παράμετρος. Αὐτὴ τῆς δημοκρατικῆς ἀναγνώρισης ὅτι ὁ ἕτερος συμβαλλόμενος τῆς διάλεξης ἔχει τὸ ἀναφέρετο δικαίωμα, καὶ τὴν ὑποχρέωση, νὰ ἐπιλέξει ὁ ἴδιος τὸ δρόμο του, τὸν ὁποῖο δὲν ἐπιτρέπεται κανεὶς νὰ τοῦ τὸν ἀνακόψει. Κατὰ τὸν Κ., τοῦτο θὰ ἀποδιδόταν, παραστατικά, μὲ ἕναν δρομέα, τὸν ὁποῖο ἕνας ἄλλος ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ διαλεχθεῖ μαζί του, τὸν πλησιάζει τρέχοντας πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση καὶ μὲ τὴν ἴδια ταχύτητα, γιὰ νὰ τοῦ μεταδώσει τὴν ἀλήθειά του, χωρὶς ἡ παρέμβασή του νὰ ἀνακόψει στὸν πρῶτο τὴν ταχύτητά του ἤ νὰ τοῦ ἀλλάξει κατεύθυνση. Συμπερασματικά, ὁ Κ. δὲν κήρυττε μὲ τὴ γνωστὴ μορφὴ τῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ βίωνε πραγματικὰ τὴ διαλεκτικὴ μορφὴ ἐπικοινωνίας, ὅπως κάποτε ἔκανε καὶ ὁ Σωκράτης. Πάνω σ’ αὐτὸ λέει ὁ Κ.: «Ὅταν ὁ Σωκράτης ἐπέκρινε τοὺς σοφιστὲς κάνοντας τὴ διάκριση ὅτι ἦταν ἱκανοὶ νὰ μιλοῦν, ὄχι ὅμως νὰ συνδιαλέγονται, αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ ἐννοοῦσε ἦταν ὅτι οἱ σοφιστὲς μποροῦσαν νὰ μιλήσουν σχετικὰ μὲ ὁτιδήποτε, ἀλλὰ ὑστεροῦσαν στὴν παράμετρο τῆς προσωπικῆς οἰκειοποίησης. Ἡ οἰκειοποίηση εἶναι ἀκριβῶς τὸ μυστικὸ τοῦ διαλόγου». Αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ μορφὴ ἄμεσης ἐπικοινωνίας.

Τὸ ἀντίθετο τῆς ἄμεσης μετάδοσης εἶναι ἡ ἔμμεση μετάδοση, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ μὲ δύο διαφορετικοὺς τρόπους.

Ἡ ἔμμεση μετάδοση, λέει ὁ ἴδιος, μπορεῖ νὰ εἶναι μία τέχνη τῆς μετάδοσης, μέσω τῆς ὁποίας ἡ μετάδοση διπλασιάζεται. Ἡ τέχνη ἔγκειται τότε ἀκριβῶς στὸ ὅτι ὁ μεταδότης, κατὰ ἕναν, πρῶτο, τρόπο, αὐτοαναιρεῖται ἤ τοποθετεῖται καθαρὰ ἀντικειμενικὰ καί, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἑνώνει, ἀδιάλειπτα, ποιοτικὲς ἀντιθέσεις. Εἶναι ἡ διπλὴ ἀντανάκλαση τῆς μετάδοσης. Π.χ. ἔμμεση μετάδοση εἶναι τὸ νὰ συνδεθοῦν μεταξύ τους σοβαρὸ καὶ ἀστεῖο κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἡ σύνδεσή τους νὰ γίνει ἕνας διαλεκτικὸς κόμπος, μὲ ἀποτέλεσμα, κατόπιν, νὰ πάψει ὁ ἴδιος νὰ ὑπάρχει. Ἄν θέλει κάποιος ν’ ἀσχοληθεῖ μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς μετάδοσης, τότε πρέπει αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ λύσει τὸν κόμπο. (Ὡς πρὸς τὴ χρήση ψευδωνύμου στὰ αἰσθητικά του ἔργα καὶ μόνον –πρόκειται γιὰ τὴν πρώτη περίπτωση τῆς ἔμμεσης μετάδοσης- ὁ Κ. λέει ὅτι τοῦτο ὑπῆρξε ἕνα inkognito καὶ μιὰ ἀπάτη στὴν ὑπηρεσία τοῦ Χριστιανισμοῦ.[8]) Λαμπρὸ παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ «Εἴτε-Εἴτε» (μὲ ἄλλη ἀπόδοση: «Ἤ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο»): Ὁ, κατὰ φαντασίαν, ἐκδότης τοῦ ἔργου αὐτοῦ Voctor Eremita λέει ὅτι βρῆκε χειρόγραφα δύο διαφορετικῶν συγγραφέων, δύο διαφορετικῶν κοσμοθεωριῶν. Ὁ πρῶτος ἐκφράζεται αἰσθητικά. Τὸν δεύτερο, τὸν Πάρεδρο Βίλχελμ, τὸν χαρακτηρίζει μιὰ ἠθικὴ στάση. Ὁ δεύτερος ἔστελνε ἐπιστολὲς στὸν πρῶτο, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἐπικοινωνοῦσαν. Τὰ γραπτὰ καὶ τῶν δύο ἐκδίδει ὁ Victor Eremita (ὁ Νικητὴς μέσω τῆς ἐρημιᾶς) δηλώνοντας ὅτι δὲν τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ ἐκφράσει τὴν γνώμη του στὸν ἀναγνώστη ὡς πρὸς τὸν ποιὸν ἀπὸ τοὺς δύο θὰ ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσει. Ἦταν θέμα τοῦ ἀναγνώστη νὰ ἀκολουθήσει «ἤ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο», εἴτε τὴ μιὰ κοσμοθεωρία εἴτε τὴν ἄλλη. Ἔτσι ὁ Κίερκεγκωρ ἐξαφανιζόταν, ἦταν ἀπών.

Ἄλλος τρόπος: ἡ ἔμμεση μετάδοση μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ μέσα ἀπ’ τὴ σχέση μεταξὺ τῆς μετάδοσης καὶ τοῦ μεταδότη. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπωση εἶναι ὁ μεταδότης παρών, ἐνῶ στὴν πρώτη περίπτωση ἦταν ἀπ’ ἔξω, ἐν τούτοις μέσα ἀπὸ μία ἀρνητικὴ ἀντανάκλαση. Τελικά, ὅμως, ἡ ἐποχή μας δὲν γνωρίζει κυρίως καμμία ἄλλη μετάδοση ἀπὸ αὐτὴν τὴν πενιχρή: νὰ παραδίδει μαθήματα. Ἔχουμε ξεχάσει παντελῶς τι σημαίνει «νὰ ὑπάρχεις». Ὅλη ἡ μετάδοση ἀπαιτεῖ, σὲ σχέση μὲ τὴν ὕπαρξη, ἕναν μεταδότη. Καὶ ὁ ἀναδιπλασιασμὸς συνίσταται στὸ ὅτι αὐτὸς ὑπάρχει σ’ ἐκεῖνο ποὺ καταλαβαίνει.» Δηλ., συμβαίνει κάτι ποὺ θὰ μᾶς θυμίσει ἐκεῖνο ποὺ εἶχε πεῖ ὁ Κ. γιὰ τὸν Σωκράτη καὶ τὴ διαφορά του ἀπὸ τοὺς Σοφιστές: ὁ μεταδότης, βιώνοντας αὐτὸ ποὺ μεταδίδει, πιστεύοντάς το ὡς ἀλήθεια, ὑπάρχει. Καὶ ὁ μεταδότης ποὺ ὑπάρχει δὲν εἶναι φερέφωνο ἤ δὲν παραδίδει μαθήματα, ἀλλὰ ἀναδιπλασιάζει ἡ ὕπαρξή του τὴν ἀλήθεια, τὴν ὁποία μεταδίδει. Ἡ ὕπαρξή του ἀνακλᾶ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ διπλασιάζει.

Στὴν περίπτωση τοῦ Θεανθρώπου: ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ ἕναν μεταδότη, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ὁ ἴδιος σ’ αὐτὸ ποὺ μεταδίδει, δὲν μπορεῖ κανεὶς ἐν τούτοις ἀκόμα νὰ ὀνομάσει αὐτὴν τὴ μετάδοση ἔμμεση μετάδοση. Ἐὰν ὅμως, ἀντίθετα, προσδιορίζεται ὁ ἴδιος διαλεκτικά, ἐὰν εἶναι ἡ ἴδια του ἡ οὐσία ἕνας προσδιορισμὸς ἀνάκλασης, τότε ὅλη ἡ ἄμεση μετάδοση εἶναι ἀδύνατη. Αὐτό, λοιπόν, συμβαίνει μὲ τὸν Θεάνθρωπο. Καί, ὅπως προαναφέραμε, Αὐτὸς εἶναι ἕνα Σημεῖο, τὸ Ἀντιλεγόμενο Σημεῖο. Αὺτὸς βρίσκεται στὴ θέση τοῦ μὴ ἀναγνωρίσιμου, τοῦ Inkognito, ἑπομένως εἶναι ὅλη ἡ ἄμεση μετάδοση ἀδύνατη, καὶ σὲ βάζει μπροστὰ σὲ μιὰ ἐκλογὴ: ἐὰν θέλεις νὰ Τὸν πιστέψεις ἤ ὄχι.

Ὁ πιστός, μπροστὰ στὰ στὸν Θεάνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται incognito, ἐνδεχομένως, σκανδαλίζεται, λυγίζει ἡ λογική του. («Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ ἔγκειται στὴν ἄρνηση τῆς ἄμεσης μετάδοσης», λέει.) Κατ’ ἀκολουθία, ἡ ἄρνηση τῆς ἄμεσης μετάδοσης προκαλεῖ τὴν πίστη. Λέει ἐπίσης ὁ Κ.: «τὸ ὅτι ἡ ἄρνηση τῆς ἄμεσης μετάδοσης σημαίνει πρόσκληση καὶ πρόκληση τῆς πίστης, μπορεῖ νὰ τὸ ἀποδείξει κανείς πάρα πολὺ εὔκολα σὲ ἁπλὲς ἀνθρώπινες συνθῆκες, ἐὰν θυμηθεῖ κανεὶς μόνον ὅτι ἡ πίστη, στὴν ἐξοχότερή της ἔννοια, σχετίζεται μόνον μὲ τὸν Θεάνθρωπο. Ἄς τὸ παρατηρήσουμε, καὶ μάλιστα ἄς χρησιμοποιήσουμε γι’ αὐτὸ τὴ σχέση δύο ἐρωτευμένων. Ξεκινῶ, κατ’ ἀρχὰς ἀπ’ τὴν ἀκόλουθη σχέση: αὐτός ποὺ ἀγαπάει διαβεβαιώνει τὴν ἀγαπημένη του γιὰ τὴν ἀγάπη του μὲ φλογερὲς ἐκφράσεις, καὶ ὅλη του ἡ ὕπαρξη ἀντιστοιχίζεται σ’ αὐτὴν τὴ διαβεβαίωση, ποὺ εἶναι σχεδὸν ἄδολη λατρεία. Ρωτάει λοιπὸν τὴν ἀγαπημένη: "πιστεύεις ὅτι σ’ ἀγαπῶ;" Ἡ ἀγαπημένη ἀπαντάει σ’ αὐτό: "Ναί, τὸ πιστεύω." Ἔτσι μιλᾶμε συνήθως. Ἄς ὑποθέσουμε τώρα, ἀντίθετα, ὅτι αὐτὸς ποὺ ἀγαπάει εἶχε τὴν ἰδέα νὰ τὴ δοκιμάσει, ἐὰν αὐτὴ τὸν πιστεύει. Tί θὰ ἔκανε τότε αὐτός; Θὰ ἀπομάκρυνε ὅλη τὴν ἄμεση μετάδοση καὶ θὰ μεταμορφωνόταν σὲ μιὰ διπλὴ φύση. Στὸ ἐνδεχόμενο αὐτὸ φαίνεται τόσο ἀπατηλά, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ ἴδιο καλὰ ἕνας ἀπατεῶνας ὅπως καὶ ἕνας πιστὸς ἐραστής. Αυτό σημαίνει ὅτι κάνει τὸν ἑαυτό του ἕνα αἴνιγμα. Ἀλλὰ τί εἶναι ἕνα αἴνιγμα; Ἕνα αἴνιγμα εἶναι μιὰ ἐρώτηση. Καὶ τί ρωτάει αὐτὴ ἡ ἐρώτηση; Ρωτάει, ἐὰν ἡ ἀγαπημένη του τὸν πιστεύει. Δὲ θέλω τώρα νὰ κρίνω, λέει ὁ Κ., ἐὰν εἶχε αὐτό τὸ δικαίωμα, νὰ τὴν ἐξετάζει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀκολουθῶ μόνον τοὺς προσδιορισμοὺς τῆς σκέψης, καί, ἐν πάση περιπτώσει, δὲν ἐπιτρέπεται κανεὶς νὰ ξεχνάει ὅτι ἕνας μαιευτῆρας μέχρι ἑνὸς ὁρισμένου σημείου κάνει τὸ ἴδιο καὶ ἐκφράζει τὸ διαλεκτικὸ διφορούμενο, ἔστω κι’ ἄν τὸ ἐκφράζει μὲ ἐντελῶς ἀντίθετη πρόθεση, ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀποκρούσει τὸν ἄλλο ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ τὸν στρέψει πρὸς τὸν ἑαυτό του, νὰ τὸν κάνει ἐλεύθερο, καὶ ὄχι νὰ τὸν τραβήξει πρὸς αὐτόν. ...Εὔκολα θὰ ἀναγνωρίσει κανεὶς τὴ διαφορὰ στὴ συμπεριφορὰ αὐτοῦ ποὺ ἀγαπάει. Στὴν πρώτη περίπτωση ρωτάει αὐτὸς ἄμεσα: "μὲ πιστεύεις;" Στὴ δεύτερη κάνει ὁ ἴδιος στὸν ἑαυτό του μιὰ ἐρώτηση: Ἐὰν αὐτὴ τὸν πιστεύει. Ἴσως τὸ μετανιώσει πικρὰ ποὺ ἐπέτρεψε στὸν ἑαυτό του ν’ ἀναμιχθεῖ σ’ αὐτό. Ἐν τούτοις δὲν ἔχω ἐδῶ κάποια δουλειὰ ἐγώ, διότι ἀκολουθῶ μόνον τοὺς προσδιορισμοὺς τῆς σκέψης. Ἀπὸ διαλεκτικὴ ἄποψη εἶναι, σὲ κάθε περίπτωση, ἐντελῶς σίγουρο ὅτι ἡ τελευταῖα μέθοδος παριστάνει ἕναν τρόπο, κατὰ πολὺ οὐσιαστικότερο, νὰ προκαλέσεις τὴν πίστη.

Ἡ πρόθεση αὐτῆς τῆς μεθόδου ξεκινάει ἀπ’ τὸ νὰ κάνει διάφανη τὴν ἀγαπημένη μέσα ἀπὸ μιὰ ἐκλογή. Πρέπει δηλαδή αὐτή, τώρα, νὰ διαλέξει ἀπ’ αὐτὸ τὸ διφορούμενο, ποιὰ μορφὴ θεωρεῖ ὡς τὴν ἀληθινή. Ἐὰν διαλέξει τὴ μορφὴ τοῦ καλοῦ, θὰ γίνει φανερὸ ὅτι τὸν πιστεύει. Εἶναι φανερό, διότι αὐτὸς δὲν τὴ βοηθάει καθόλου, ἀντίθετα, μέσα ἀπὸ τὸ διφορούμενο τὴν ἄφησε τελείως μόνη της, χωρίς ὁποιαδήποτε ὑποστήριξη. Αὐτὸς εἶναι ἕνα διφορούμενο καὶ τώρα τίθεται ἡ ἐρώτηση, πῶς αὐτὴ τὸν κρίνει. Αὐτὸς ὅμως τὸ καταλαβαίνει μὲ ἄλλον τρόπο, βλέποντας ὅτι δὲν κρίνεται αὐτός, ἀλλὰ αὐτή, ἡ ὁποία, μέσα ἀπ’ τὴν κρίση της ἀποκαλύπτεται. Ἐὰν αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα γι’ αὐτό, δὲ θέλω τώρα νὰ κρίνω, ἐπειδὴ ἀκολουθῶ μόνον τοὺς προσδιορισμοὺς τῆς σκέψης. Ἡ μέθοδός του, ἡ ὁποία, σ’ ὅλο τὸ διάστημα ποὺ αὐτὴ διαρκεῖ, τοῦ προξενεῖ ἴσως ἀπερίγραπτους πόνους, ἀνησυχία καὶ φροντίδα, εἶναι ταυτόχρονα μιὰ παγερή, ἀπάνθρωπη ἀδιαφορία καὶ ἐν τούτοις πάλι τὸ πλέον ὑψωμένο σὲ δύναμη πάθος. Ἀλλὰ προσκαλεῖ τὴν πίστη. Καὶ διαλεκτικὰ ἔχει δίκιο, ὅτι ἡ πίστη παραεῖναι ἄμεση, ὅταν δέχεται κανεὶς ἄμεση μετάδοση.

Καὶ κάτι παρόμοιο ποτὲ δὲν κατανόησε Χριστιανισμὸς μὲ τὸν ὅρο πίστη (καὶ πίστη εἶναι ἴδια ἕνας διαλεκτικὸς προσδιορισμός. Πίστη εἶναι μιὰ ἐπιλογή) (σελ. 161). Ὁ Θεάνθρωπος πρέπει νὰ προκαλεῖ τὴν πίστη καὶ νὰ ἀρνεῖται τὴν ἄμεση μετάδοση, γιὰ νὰ ἀπαιτήσει ἀκριβῶς τὴν πίστη. Δὲν μπορεῖ, μὲ μιὰ ὁρισμένη ἔννοια, νὰ κάνει ἀλλιώς. Ὡς Θεάνθρωπος εἶναι ποιοτικὰ διαφορετικὸς ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ πρέπει ν’ ἀρνεῖται τὴν ἄμεση μετάδοση, πρέπει νὰ προκαλεῖ τὴν πίστη καὶ νὰ ἀπαιτεῖ νὰ γίνει τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης.

Στὴ σχέση μεταξύ ἀνθρώπου καὶ ἀνθρώπου πρέπει, καὶ ὀφείλει νὰ ἀρκεῖται ὁ ἕνας ἄνθρωπος μὲ τὴ βεβαίωση τοῦ ἄλλου ὅτι τὸν πιστεύει. Κανένας ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάνει τὸν ἑαυτό του τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης γιὰ τὸν ἄλλο. Ἐὰν θέλει ὁ ἕνας σὲ σχέση μὲ τὸν ἄλλο νὰ χρησιμοποιήσει τὸ διαλεκτικὸ διφορούμενο, τότε αὐτὸς ὀφείλει βέβαια νὰ τὸ χρησιμοποιήσει αὐτὸ ἀκριβῶς ἀντίθετα, μαιευτικά, ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀποφύγει νὰ πρέπει νὰ γίνει γιὰ τὸν ἄλλον τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης ἤ ὁτιδήποτε παρεμφερές. Τὸ διαλεκτικὸ διφορούμενο εἶναι τὸ προσωρινό. Ἡ ἀναλήθεια ἔρχεται, ἀναμφίβολα, μ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἀκολουθεῖ: ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὸ διφορούμενο μόνον γιὰ νὰ ἀναχαιτίσει, ἔχει τὴν ἀναίδεια νὰ γίνει γιὰ κάποιον ἄλλον τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης. Ἐν τούτοις, κι’ ἄν αὐτὸ συμβεῖ ἔστω καὶ μόνον μαιευτικά, δὲ θὰ ἐπιθυμοῦσα ἐγὼ νὰ πρέπει νὰ κρίνω μέχρι ποίου βαθμοῦ θὰ ἦταν αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸ χριστιανικὸ πνεῦμα, ἐπιτρεπτό.

Ἀλλὰ μόνον ὁ Θεάνθρωπος δὲν μπορεῖ ἀλλιῶς, παρὰ πρέπει -διότι εἶναι ποιοτικὰ διαφορετικὸς ἀπ’ τὸν ἄνθρωπο- νὰ προκαλέσει, νὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης. Ἐὰν δὲ γίνει, τότε γίνεται τὸ εἴδωλό Του –καὶ γι’ αυτὸ πρέπει Αὐτὸς ν’ ἀρνηθεῖ τὴν ἄμεση μετάδοση, ἐπειδὴ πρέπει νὰ προκαλέσει τὴν πίστη.»[9]

Ποιὰ ἦταν ἡ ἑρμηνευτικὴ μέθοδος τοῦ Κίερκεγκωρ;

Εἰσαγωγικά, πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ πρόθεσή του δὲν ἦταν νὰ δημιουργήσει κανενὸς εἴδους σύστημα, καμμία διδασκαλία, εἴτε φιλοσοφικὴ εἴτε θεολογικὴ εἴτε ερμηνευτική. Στὸ θέμα τοῦ κηρύγματος εἰσήγαγε μία μέθοδο αὐτὴν τῆς διαλεκτικῆς τῆς ὕπαρξης. «Ἑρμηνευτικὰ» λειτούργησε μὲ χαρακτηριστικά: τὴν ἑρμηνεία «τῆς Γραφῆς διὰ τῆς Γραφῆς» καὶ τὴν τῆς «ἀκολουθίας τῆς γλωσσικῆς φιλοσοφίας». Ὅμως, τὸ γεγονὸς ὅτι τοποθετεῖ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του ἐκτὸς τῆς λογικῆς τοῦ Διαφωτισμοῦ, τῆς speculativ φιλοσοφίας, τοῦ ἑγελιανισμοῦ, ὅτι, ὅπως βλέπομε καὶ στὰ «ἡμερολόγια» τῶν ἐργασιῶν-βιβλίων του, ἀνατρέχει ἐξ ὑπαρχῆς στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους πρὸς ἐπανερμηνεία καὶ ἐπαναπροσδιορισμὸ τῶν ὅρων (παρεμφερὲς ἦταν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἔκαναν καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ «ὅροι» τους κατοχυρώθηκαν ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους), σημαίνει ὅτι κάτι νέο παρουσιάζει, ἄν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι κάτι τὸ ὀντολογικό, ὅπως πολλοὶ ἑρμηνευτές του ἐπιμένουν σ’ αὐτὸ νὰ ἀναζητοῦν.

Τὸ νέο, λοιπόν, στὴ θεολογικὴ προσέγγιση τοῦ Κίερκεγκωρ, εὑρίσκεται στὴν προσέγγιση τῆς «στάσης», ἀφ’ ἑνός, τοῦ «ἑνὸς καὶ μόνου», τοῦ πιστοῦ, ἀπέναντι στὸν «Θε-άνθρωπο» Χριστό, καὶ τῆς «κίνησης», τοῦ ἅλματός του, ἀφ’ ἑτέρου, τῆς ἀνταπόκρισής του στὸ κάλεσμά Του. Στὴ «συνάντηση» αὐτῶν τῶν δύο. Τοῦ αἰωνίου μὲ τὸ χρονικό. Στὸ ἀποτέλεσμα τῆς «κλήσης» καὶ τοῦ «ἅλματος», τῆς ὑπέρβασης. Σ’ αὐτό τὸ σημεῖο μπορεῖ νὰ ἀναζητηθεῖ ἡ προσέγγιση τοῦ Κ. στὴν Ὀρθοδοξία. Τὶς ὑπαρξιακές του, ἐξυπακούεται, τοποθετήσεις τὶς συνδέει μὲ χωρία τῆς Γραφῆς καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο προσπαθεῖ νὰ ἀφυπνίσει τὶς χριστιανικὲς συνειδήσεις. Ἀκόμα καὶ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία δὲν τὴν ἀφήνει νὰ μεταδοθεῖ σὰν νομοδιδασκαλία, ἀλλὰ μόνον στὴ διαλεκτικὴ μορφὴ ὑπαρξιακῆς μετάδοσης ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀποκαλύψεως. Τοῦτο τὸ καταφέρνει-τὸ ἐπιτυγχάνει γιὰ τὸν ἀκροατή, μαζί μὲ τὴν αὐθεντία τοῦ μεταδότη, ἡ κατάσταση μέσα στὴν ταυτόχρονη βίωση τοῦ παρόντος μὲ τὸν Χριστό ἔμπροσθεν τοῦ χριστιανικοῦ «σκανδαλισμοῦ».

Ποιὰ ἦταν ἡ ἐπιδίωξή του ἑρμηνεύοντας τὴν Ἁγία Γραφή;

Ὁ τίτλος τοῦ ἔργου του, μαζὺ μὲ τὸν ὑπότιτλο «Μία προσπάθεια γιὰ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ Χριστιανοσύνη»[10], δείχνει τὸ στόχο τοῦ συγγραφέα, ὁ ὁποῖος εἶναι νὰ ἀπαντήσει στὸ πρόϐλημα τῆς ἐποχῆς του (τὸ ὅτι τὸ πρόϐλημα ἐκεῖνο εἶναι καὶ πρόϐλημα τῆς ἐποχῆς μας καθιστᾶ τὸ βιϐλίο διαχρονικό[11]). Τὸ ἐρώτημα εἶναι δηλ. ποιὸς εἶναι ὁ Χριστιανὸς καὶ πῶς γίνεται κανεὶς Χριστιανός, καὶ πῶς παραμένει κανεὶς Χριστιανός. Θεωρεῖ ὁ Κ. τὸ Χριστιανισμὸ θεωρητικὰ «γνωστό», ποὺ ὅμως δὲν ἐφαρμόζεται. Θεωρεῖ ὅτι ἡ «Χριστιανοσύνη», κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας της, κατάργησε τὸ «Χριστιανισμό». Ὁ ἀναγνώστης του-«ὁ Ἕνας καὶ μόνος»[12], «ὁ καθένας ξεχωριστά» ὀφείλει νὰ διαπαιδαγωγηθεῖ στὸν Χριστιανισμό, νὰ ἀσκηθεῖ σ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν κάνει πράξη. Ὁ συγγραφέας λέει ὅτι ἡ Α. Γ. ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα αὐτὸ μὲ τὰ ἀκόλουθα τρία χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης (Ματθ. 11,28· «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», Ματθ. 11,6 (Λουκ. 7,23)· «Μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί» καὶ Ἰωάν. 12,32· «Κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἑμαυτόν»). Τὰ χωρία αὐτὰ ἐκφράζουν τὸ χριστολογικὸ δόγμα, τὸ ζήτημα τῆς πίστης καὶ τὸ σωτηριολογικὸ δόγμα. Ὁ Κ. τὰ λαμϐάνει ὡς ἄξονες τῆς ἀπάντησης τῆς Α.Γ. ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ τὰ ἑρμηνεύει: λέξη πρὸς λέξη, ἀπὸ διαφορετικὲς πλευρές, καὶ συνολικὰ κατόπιν, βάσει καὶ τῶν ἄλλων σχετικῶν γραφικῶν χωρίων[13], ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ ἀντίκτυπου καὶ τοῦ τρόπου ποὺ βιώθηκαν αὐτὰ στὴν ἀρχέγονη Ἐκκλησία. Τέλος, ἀπὸ τὴν προσέγγισή του αὐτὴ ἐξάγει τὰ συμπεράσματά του γιὰ τοὺς ὅρους τῆς φιλοσοφίας καὶ τὸ περιεχόμενό τους.

Τὰ τρία αὐτὰ χωρία, λοιπόν, ποὺ ἀναφέρθηκαν παραπάνω, ἀποτελοῦν καὶ τὰ τρία θέματα-μέρη τοῦ ἔργου (Πίστις, Ἐλπίς καὶ Ἀγάπη).

Τὸ πρῶτο μέρος ἀφορᾶ στὴν «Πρόσκληση τῆς Ἀγάπης»: «Δεῦτε πρός με πάντες...», μὲ ὑπότιτλο: «Πρὸς ἀφύπνηση καὶ ἐσωτερίκευση». Σ᾿αὐτό, σκιαγραφεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐρευνᾶ τὶς διαθέσεις τῶν συμϐαλλομένων τῆς πρόσκλησης: τοῦ προσκαλοῦντος καὶ τοῦ προσκεκλημένου. Στὸ δεύτερο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ ὅλο θέμα τοῦ «Σκανδαλισμοῦ» καὶ τὴ σχέση του μὲ τὴν «Πίστη». Τὸ σκανδαλισμὸ τὸ θέτει ὡς ἀντίποδα τῆς πίστης καὶ τὸν ἀναλύει μὲ ἕνα τρόπο πρωτόγνωρο γιὰ τὰ μέχρι τότε δεδομένα. Παρουσιάζει τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἡ ἀνθρώπινη σκέψη συλλαμϐάνει-ἀντιλαμϐάνεται τὸ Σκανδαλισμό. Τέλος, στὸ Τρίτο Μέρος, ἀναφέρεται στὴν «Ἐλπίδα» τῆς ἕλξης μας ἀπὸ Αὐτόν, ἀπό τὴν κατάσταση τῆς ταπείνωσής του ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο Του. Μιλάει γιὰ τὶς δυσκολίες μας στὴν ἕλξη μας αὐτή, καὶ τοποθετεῖ τὴν ἐλπίδα μας ὄχι στὴν «Ὑπαρκτὴ Χριστιανοσύνη» ἀλλὰ στὴ «Στρατευμένη Ἐκκλησία».

Ἀναλυτικότερα, στὸ πρῶτο μέρος, τίθεται τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ προσώπου δηλ. ποὺ ἐξέφρασε, ἀλλὰ καὶ τοῦ τρόπου ποὺ αὐτὸ ἐξέφρασε τὴν Πρόσκληση τῆς Ἀγάπης. Ἐπίσης, γιὰ τὸ ποιὰ ἦταν ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς σχέσης, στὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βοηθοῦ καὶ τῆς Βοήθειας. Πρώτιστα, σημειώνεται ὅτι τὴν πρώτη κίνηση τὴν κάνει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κατόπιν, ὡς πρὸς τὸν τρόπο τῆς πρόσκλησης, παρατηρεῖται ὅτι ἡ πρόσκληση γίνεται χωρὶς ὅρους. Καθὼς καὶ ὅτι ὁ Ὁμιλῶν ταυτίζεται μὲ τὸ λόγο Του καὶ ὅτι ἡ λιτότητα τῆς ρήσης Του ἐπιτρέπει τὴ γενίκευση, ἐπειδὴ αὐτὴ δὲ γίνεται αἰτία μείωσης τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσκεκλημένων, πρᾶγμα ποὺ θὰ συνέϐαινε, ἐὰν ἦταν πληρέστερος ὁ προσδιορισμὸς τῶν προσκαλουμένων -τὸ πῶς θὰ ἑρμηνεύσει ὁ ἀκροατὴς τὴν πρόσκληση εἶναι θέμα δικό του, πρέπει μόνο νὰ ἔρθει μὲ χρισμένο κεφάλι[14] καὶ νὰ εἶναι ἐσωτερικὰ κοπιῶν καὶ πεφορτισμένος. Ἐπίσης ὅτι ὅλοι καλοῦνται νὰ μένουν στὸ τέλος κοντά Του, διότι, στὴν περίπτωσή Του, ὁ Βοηθὸς εἶναι ἡ Βοήθεια· βοηθὸς καὶ βοήθεια δὲν εἶναι ἀνεξάρτητα, εἶναι ταυτόσημα.[15] Ακόμη ὅτι δὲ ρωτάει ὁ προσκαλῶν γιὰ τὴν ὑπαιτιότητα τῆς δυστυχίας τῶν προσκαλουμένων. Γίνεται σαφὲς ὅτι ἡ πρόσκληση στέκεται στὸ σταυροδρόμι τοῦ διλήμματος, ἐκεῖ ὅπου ἡ ὁδὸς τῆς ἁμαρτίας ἐκτρέπεται ἀπὸ τὴν περίφραξη τῆς ἀθωότητας· ἡ πρόσκληση, γενικά, στέκεται σὲ ὅλα τὰ σταυροδρόμια τῶν διλημμάτων ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἁμαρτία. Τελικά, γίνεται φανερὸ ὅτι ἡ πρόσκληση ἀπευθύνεται σὲ ὅσους τὴν ἀναζητοῦν καὶ ὅτι μπορεῖ ὁ προσκαλῶν νὰ προσκαλεῖ, στὴν πραγματικότητα, ὅμως, Αὐτὸς εἶναι ποὺ προσέτρεχε καὶ προστρέχει, Αὐτὸς ποὺ προσκαλοῦσε, γιὰ νὰ βοηθήσει κατὰ τέτοιο τρόπο, σὰ νὰ χρειαζόταν ὁ Ἴδιος περισσότερο τοὺς κατατρεγμένους, παρὰ οἱ κατατρεγμένοι-οἱ ἐξουθενωμένοι Αὐτόν. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη γιὰ ὅλους (κατὰ μία άλλη ἄποψη, τοῦ Adorno, εἶναι «ἡ Ἀγάπη χωρὶς ἀντικείμενο». Ἡ ἀνταπόκριση, ὅμως, δὲν ἦταν ἡ ἀναμενόμενη· ἐκεῖ ποὺ ”θὰ περίμενε κανεὶς ἕναν ἀπέραντο συνωστισμὸ ἀπὸ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένους, ...βλέπεις τὸ ἀκριϐῶς ἀντίθετο: ἕναν ἀπέραντο συνωστισμὸ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ὑποχωροῦν καὶ τρομάζουν· ἀκόμη, ἐπιτίθενται, καὶ τὰ καταπατοῦν ὅλα, ἔτσι ὥστε, ἄν θὰ ἔπρεπε νὰ συμπεράνουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ματαίωση τῆς ἀνταπόκρισης γιὰ τὸ τί λέχθηκε, μᾶλλον θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι Τοὺς φώναξε: ”Procul o procul este profani”[16], ἀντὶ ”Ἔλθετε”[17]. Ἐρευνᾶ ὁ Κ. τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς συμπεριφορᾶς. Βρίσκει ὅτι αὐτὴ ἔχει σχέση καὶ μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχουν οἱ προσκεκλημένοι γι᾿ Αὐτόν. Θέτει τὰ καίρια ἐρωτήματα, κάνει ἀνατομία στὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἑρμηνεύει τὰ ἁγιογραφικὰ χωρία ποὺ ἀπαντοῦν, γιὰ νὰ φθάσει στὸ τέλος στὸ συμπέρασμα καὶ γιὰ τὰ αἴτια τῆς κακοτυχίας τῆς Χριστιανοσύνης.

Ὁ Κ. ρωτάει ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ προσκαλοῦντα: Ποιὸς εἶναι ὁ προσκαλῶν; Ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ποιὸς Ἰησοῦς Χριστός; Αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸ μεγαλεῖο Του, στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα Του; Ὄχι. Διότι, βρισκόμενος στὸ μεγαλεῖο Του δὲν εἶπε, ἀκόμα, κανένα λόγο. Ἑπομένως, εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν ταπείνωσή Του, στὴν κατάσταση τῆς ταπείνωσης, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπέλεξε[18], ἐκεῖνος ποὺ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια. Εἶναι ἐπίσης ὁ ἴδιος ποὺ εἶπε ὅτι θὰ ἐπανέρθει μέσα στὸ μεγαλεῖο Του. Γιὰ τὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ μεσολαϐεῖ μεταξὺ τῆς ταπείνωσής Του καὶ τῆς ἐπανόδου Του στὸ μεγαλεῖο Του, λέει ὁ Κ. ὅτι καμία Ἱστορία, Παγκόσμια ἢ Ἐκκλησιαστική, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ χρησιμοποιήσει σχετίζοντάς το μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό: ”Τὸ ἐνδιάμεσο χρονικὸ διάστημα μεταξὺ ταπείνωσης καὶ ἐπανόδου στὸ μεγαλεῖο Του, ποὺ αὐτὴ τὴ στιγμὴ συμποσοῦται σὲ περίπου 1800 (2000) χρόνια καὶ πιθανότατα θὰ προστεθοῦν πολλὲς φορὲς ἀκόμα 1800 χρόνια, αὐτὸ τὸ μεσοδιάστημα, εἶναι κάτι τὸ ἀδιάφορο. Τὸ πῶς, δηλ., αὐτὸ τὸ μεσοδιάστημα θὰ τὸ χρησιμοποιήσει ἡ κοσμικὴ ἐξιστόριση τῆς παγκόσμιας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας πάνω στὸ θέμα Χριστός, πάνω στὸ ποιὸς ἦταν ὁ Χριστός, πάνω στὸ ποιὸς εἶχε πεῖ ἐκεῖνα τὰ λόγια, εἶναι κάτι ποὺ Τὸν παραποιεῖ μόνο, καὶ μέσα ἀπ᾿ αὐτὸ κάνει τοὺς λόγους Του ἐκείνους τῆς πρόσκλησης ἀναληθεῖς.”[19] Ἑπομένως, διαπιστώνεται ὅτι ὁ Θε-άνθρωπος εἶναι ὁ προσκαλῶν, καὶ Αὐτὸς εἶναι ἄπειρα σπουδαιότερος καὶ ἀποφασιστικότερος ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πρόσκληση.

Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση τοῦ προσκαλοῦντα μὲ τὴν παγκόσμια Ἱστορία; (Ὄχι τὴν Ἁγία Ἱστορία.[20]) Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκομίσει ἀπὸ τὴν ἱστορία κάποιες γνώσεις γιὰ τὸν Χριστό; Ὄχι! Δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε γνώσεις γι᾿ Αὐτὸν ἀπὸ τὴν παγκόσμια Ἱστορία, διότι, γενικά, δὲν μποροῦμε νὰ ”γνωρίσουμε” τίποτα γι᾿ Αὐτόν. Δὲ θέλει Αὐτός, ὅπως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τὸ κατανοοῦμε αὐτό, νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὶς συνέπειες τῆς ζωῆς Του, διότι εἶναι τὸ Σημεῖο τοῦ Σκανδαλισμοῦ καὶ τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης, διότι γι᾿ Αὐτὸν δὲν μπορεῖ κανείς τίποτα νὰ γνωρίσει, σ᾿ Αὐτὸν μπορεῖ κανεὶς μόνο νὰ πιστέψει. Δὲν μπορεῖ κανείς νὰ ἀποδείξει ἀπὸ τὴν ἱστορία ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν Θεός. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι σπουδαιότερα ἀπὸ τὴν ζωή Του, διότι, ἀλλιῶς, ὁ Χριστὸς θὰ ἦταν ἁπλὰ καὶ μόνον ἕνας ἄνθρωπος. Ἄρα, ἔχει μεγαλύτερη σπουδαιότητα ἡ ζωή Του ἀπὸ τὶς συνέπειες καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ζωῆς Του στὴν Ἱστορία. Τί ρόλο παίζουν τὰ Σημεῖα καὶ Τέρατα στὴν κατάσταση τῆς ταυτόχρονης βίωσης τοῦ παρόντος μὲ τὸν Χριστό; Γιὰ κάποιον ποὺ δὲν ἔχει τὴ διάθεση νὰ πιστέψει δὲν παίζουν ρόλο. Ἂν ὅμως τὸν κρατήσει κάτι ἢ κάποιος σὲ ἀπόσταση, ἂν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ζωῆς Του βοηθάει κάποιον νὰ ζεῖ σὲ φαντασιώσεις, εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ νομίσει ὅτι Τὸν πιστεύει. Ἄρα, οὔτε κἂν τὰ θαύματά Του δὲν ἀποτελοῦν ”ἀποδείξεις”. Ἂν τοῦτο, ὅπως καὶ ὁρισμένα ἄλλα σ᾿ Αὐτόν, σκανδαλίζουν κάποιον, τοῦτο ὀφείλεται καὶ στὸ ὅτι ἀπὸ τὴ ”φύση” Του ὁ Χριστὸς ὄφειλε νὰ γίνει ”Σημεῖον Ἀντιλεγόμενον” γιὰ νὰ προσκαλέσει τὴν πίστη. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συγκρίνει τὸ Χριστὸ μὲ ἕναν ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖο μεταχειρίζονται οἱ σύγχρονοί του, ὅσο ζεῖ, ὅπως τὸν Χριστό; Ὄχι, διότι μὲ τὴν ταπείνωσή Του ὁ Χριστὸς ἤθελε καὶ νὰ ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ ”ἡ Ἀλήθεια” σὲ κάθε γενιὰ θὰ ἔπρεπε νὰ πάθει καὶ πρέπει ἡ Ἀλήθεια νὰ πάθει.[21]

Ὁ εὐαγγελικὸς ὅρος γιὰ τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς ἀντίδρασης τῶν ἀνθρώπων, λέει ὁ Κ., εἶναι ὁ ”Σκανδαλισμός”[22]. Ὁ Σκανδαλισμὸς εἶναι ἡ ρήξη μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Πῶς, λοιπόν, νὰ ἀποδείξεις αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἶναι σκάνδαλο; Μπορεῖς μόνο νὰ ἀποδείξεις ὅτι βρίσκεται σὲ ρήξη μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική· ὅτι εἶναι σκάνδαλο. Ὄχι νὰ ἀποδείξεις αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ σκάνδαλο. Ἑπομένως, οἱ ἀποδείξεις γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ τὶς ὁποῖες παραθέτει ἡ Γραφή: τὰ θαύματά Του, ἡ Ἀνάστασή Του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἡ Ἀνάληψή Του, εἶναι δεσμευτικὲς μόνο γιὰ τὴν πίστη, ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ”ἀποδείξεις”. Οὔτε αὐτὲς θέλουν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὅλα αὐτὰ βρίσκονται σὲ συμφωνία μὲ τὴ λογική· εἶναι ἑπομένως ἀντικείμενο τῆς πίστης. Μόνον ἡ Ἱερὰ Ἱστορία, ποὺ γενικὰ διαφέρει ποιοτικὰ ἀπὸ τὴν ἱστορία, μπορεῖ καὶ διηγεῖται τὴν πορεία τῆς ζωῆς Του στὴν κατάσταση τῆς ταπείνωσης, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ὁ ἴδιος εἶπε πὼς εἶναι Θεός.

Ἐν προκειμένω γίνεται λόγος γιὰ τὸ ”Παράδοξο” τοῦ φαινόμενου - τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνανθρωπίσας Θεός, ὡς ἄνθρωπος-ἠθικά, παραμένει κάτι τὸ ἐξαιρετικό (ἦταν ἐκ γεννετῆς ἀναμάρτητος), κάτι ποὺ δὲν συμπεριλαμϐάνεται στὰ ἀνθρώπινα δεδομένα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ οὔτε ἀναγνωρίζεται διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς σκέψης οὔτε μέσω θρησκευτικῆς- ἄμεσης ἀποκάλυψης, ὅπως δηλ. μέσω θαύματος. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ Τὸν φαντασθεῖ, ἀκολουθώντας τὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά, σὰν ἕναν ἀσυνήθιστο ἄνθρωπο, στὴν καλλίτερη περίπτωση σὰν μιὰ ἰδιοφυΐα[23], ἤ, μιλώντας μὲ μορφὲς τῆς ἐποχῆς μας, σὰν τὸν ὑπερθετικὸ ἑνὸς ἀνθρώπου δηλ. σὰν ὑπεράνθρωπο; Ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ γίνεται γνωστή, καὶ θέλει νὰ γίνεται γνωστή, μέσω τῆς, σὲ ἠθικὴ αὐτενέργεια (, ποὺ εἶναι, δηλ., ἡ προϋπόθεση καὶ ἀπαίτηση γιὰ ὑπεύθυνη διάθεση ὅλης τῆς προσωπικότητας στὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό), προσφερόμενης πίστης στὸ Λυτωτή-στὸ Σωτήρα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀληθινὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀψηλάφητη παρατήρηση, ἀλλὰ γνώση τῆς Θεότητας σημαίνει ἀποδοχή, δηλ. συμπερίληψη στὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης Του, καὶ τίποτε ἄλλο.[24]

Ἡ κακοτυχία τῆς Χριστιανοσύνης, ἐδῶ καὶ πάρα πολὺ καιρό, ὀφείλεται καὶ σὲ ἐσφαλμένη ἑρμηνεία τῆς Α.Γ. ὡς πρὸς τὸ ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, λέει ὁ Κ., ὁ ὁποῖος τοποθετεῖται: Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι οὔτε Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦταν, ὅταν ζοῦσε πάνω στὴ γῆ, οὔτε καὶ Ἐκεῖνος ποὺ θὰ εἶναι, ὅταν ἐπανέρθει. Αὐτὸς εἶναι ἕνας διαλεκτικὸς κόμπος, ποὺ μόνον ὁ Ἴδιος μπορεῖ νὰ φτειάξει καὶ νὰ λύσει. Τὸ σημεῖο τοῦ σκανδαλισμοῦ καὶ τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης ἔχει γίνει τὸ πιὸ περιπεριῶδες ὅλων τῶν παραμυθένιων μορφῶν, μιὰ μορφὴ κατάλληλη γιὰ παιδιά, ἕνας μικροαστὸς τῆς πίστης. Δὲν ξέρει κανεὶς τί σημαίνει πραγματικὰ ”σκανδαλίζομαι”, κι᾿ ἀκόμα λιγώτερο τί σημαίνει ”λατρεύω”. Δὲν ἐνδιαφέρεται κανεὶς καθόλου, στὴ βαθύτερή του ἔννοια, γιὰ τὸ ”τί” ”Αὐτὸς” κάνει, καὶ ἀκόμα λιγότερο, μὲ τὶς μικρὲς του δυνάμεις καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νὰ Τὸν μιμηθεῖ στὴν πράξη τοῦ σωστοῦ, τοῦ εὐγενικοῦ, τοῦ ὑψηλοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ. Διότι σὲ τί ὀφείλεται αὐτό, δὲν τὸ ξέρει, τελικά, κανείς. Ἀρκεῖται νὰ ἐγκωμιάζει. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο μπορεῖ κανεὶς νὰ κρίνει, ἀκριϐῶς ἀντίθετα, στὴν κατάσταση τῆς ταυτόχρονης βίωσης τοῦ παρόντος μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. (Τοῦ ταυτοχρονισμοῦ μὲ τὸν Χριστό.) Καταγράφει δὲ τὸ πῶς κατανοήθηκαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὶς διάφορες κοινωνικὲς ὁμάδες τῶν συγχρόνων Του[25].

Γιὰ τὸν προσκαλοῦντα, τὸν προσκεκλημένο καὶ τὴ Συμπόνια, λέει ὁ Κ.: Ἐὰν ὁ προσκαλῶν εἶχε 1) τὴ συμπεριφορά, ὅπως φαντάζεται ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος τὴ συμπόνια καὶ τὸ συμπονοῦντα καὶ ἐὰν 2) ἤξεραν τί εἶναι πραγματικὰ ἡ ἀνθρώπινη κακομοιριά, τότε βέϐαια δὲ θὰ εἶχε συμϐεῖ αὐτό, δηλ. δὲ θὰ εἶχαν συμφωνήσει οἱ ἄνθρωποι νὰ φέρουν ἀντίσταση στὸν προσκαλοῦντα, νὰ Τὸν σκοτώσουν, μάλιστα δὲ νὰ βάλουν ποινὴ σὲ ἐκεῖνον ποὺ θὰ δεχόταν τὴ βοήθειά Του. Βέϐαια, εἶναι σχεδὸν ὕπουλο, νὰ ἔρθεις μὲ τὴ μορφὴ τῆς συμπόνιας καὶ νὰ μιλᾶς μετὰ γιὰ ἁμαρτία, π.χ. στὴν περίπτωση ποὺ δὲ σοῦ εἶναι ἐντελῶς ξεκάθαρο ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλός. Ἂν ἔχεις πονόδοντο ἢ ἂν ἔχει καεῖ τὸ σπίτι σου καί, ἀντίθετα, σοῦ ἔχει διαφύγει ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλός, τότε αὐτὸ εἶναι ὕπουλο.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸ Ἀπόλυτο τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βιώνει κανεὶς τὸ παρόν μὲ τὸν Χριστό, λέει ὅτι μὲ τὴν πρόσκληση σὲ ὅλους τοὺς κοπιώντας καὶ πεφορτισμένους δὲν ἦρθε ὁ Χριστιανισμὸς στὸν κόσμο, ὅπως ὁ πάστορας τὸ παρουσιάζει κλαψουρίζοντας καὶ λέγοντας ψέμματα, σὰν ἀντιπροσωπευτικὸ δεῖγμα ”αἰτίας”, γιὰ τὴν ὕπαρξη ἐπιείκειας, ἀλλὰ ὡς τὸ Ἀπόλυτο. Ἀπὸ ἀγάπη τὸ θέλει ὁ Θεὸς ἔτσι, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης ὁ Θεὸς Αὐτὸς ποὺ τὸ θέλει, καὶ Αὐτὸς θέλει ὅ,τι θέλει. Δὲ θέλει νὰ ἀναπλασθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἕναν πιὸ ἀξιαγάπητο, πιὸ ἀνθρώπινο Θεό: Αὐτὸς θέλει νὰ ἀναπλάσσει τοὺς ἀνθρώπους καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀγάπη. Καὶ δὲν Τὸν ἐνδιαφέρει νὰ μάθει τίποτα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀλαζονεία, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ πεῖ ”γιατὶ” καὶ ”γιὰ ποιὸν” λόγο ἦρθε ὁ Χριστιανισμὸς στὸν κόσμο: εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι τὸ ἀπόλυτο. Γιὰ τὴν ἀνάπλαση στὸ ”καθ᾿ ὁμοίωσιν”, γιὰ νὰ γίνει κανεὶς Χριστιανὸς ἀπαιτεῖται ταυτόχρονη βίωση τοῦ παρόντος μὲ τὸν Χριστό, διότι, σὲ σχέση μὲ τὸ ἀπόλυτο, ὑπάρχει μόνον ἕνας χρόνος: τὸ παρόν. Ἐὰν, ὅμως, μπορεῖ νὰ ρωτήσει κάποιος ποὺ θεωρεῖ τὸν Κ. πολὺ αὐστηρό, ἐὰν εἶναι τὸ χριστιανικὸ μήνυμα, ἡ χριστιανικὴ ζωὴ τόσο δυσϐάστακτη καὶ τρομερή, τότε πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος στὸν κόσμο νὰ ἔρθει στὴν ἰδέα νὰ ἀποδεχθεῖ τὸ Χριστιανισμό; Μόνον ἡ συνείδηση τῆς ἁμαρτίας, λέει, εἶναι ἀπόλυτος σεϐασμός -ἀλλὰ ὄχι ὅμως ἡ ἀφελὴς παραδοχή της.

Στὸ Δεύτερο μέρος, ποὺ ἀφορᾶ στὴν πίστη, θέτει ὡς τίτλο τὸ χωρίο: ”Μακάριός ἐστιν ὅς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί”. Ἐδῶ σκοπός του εἶναι: ”Μιὰ βιϐλικὴ περιγραφὴ ”. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ὁ Κ. τοποθετεῖται Χριστολογικά: Ὁ Θεάνθρωπος δὲν εἶναι ”καθαρὸ εἶναι”. Δὲν εἶναι ἡ ἑνότητα Θεοῦ καὶ (γενικὰ) ἀνθρώπου. Ἡ ἕνωση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ Θεὸ εἶναι προαιώνιο αἴτημα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δὲν ἀφορᾶ στὸ θέμα. Ὁ Θε-άνθρωπος εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ ”Θεὸς εἶναι” καὶ ”Ἑνὸς καὶ μόνου” ἀνθρώπου σὲ ἱστορικὰ πραγματικὴ κατάσταση. Ἐπίσης: Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεχωρίσει τὴ διδασκαλία Του ἀπὸ Αὐτόν. Δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδέχεται λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ παράλληλα, τὸν Ἴδιο ὄχι. Αὐτὸ γίνεται μ᾿ ἕνα φανταστικὸ τρόπο καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς φλυαρίας τῆς ἱστορίας. Τὸν κάνει, δηλ., ὁτιδήποτε, γιατὶ ἡ ἱστορία, ὅταν μιλάει γι᾿ Αὐτόν, κυριολεκτικὰ δὲν ξέρει γιὰ ποιὸν μιλάει. Πρὸς ἄρσιν παρεξηγήσεων, καὶ ἐπειδὴ τοῦ ἀποδόθηκε καὶ τάση ἀπολλιναρισμοῦ[26], παραθέτομε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ”Ἐξάσκηση στὸ Χριστιανισμό”, σελ. 140: «Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμϐάνεται ἡ σκέψη τὸ ”σκανδαλισμὸ” ἀποτελεῖ τὸν οὐσιαστικὸ σκανδαλισμό: Στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπου ἀκόμα καὶ οἱ πλᾶνες χαρακτηρίζονταν ξεκάθαρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐν πάσει περιπτώσει, ἤξερε κανεὶς γιὰ ποιὸ πρᾶγμα γινόταν λόγος, ἡ πλάνη, σὲ σχέση μὲ τὸ Θε-άνθρωπο, συνίστατο στὸ ὅτι εἴτε ἀφαιροῦσαν, μ᾿ ὁποιονδήποτε τρόπο, τὸν ὁρισμὸ ”Θεὸς” (Ἐϐιωναῖοι καὶ οἱ ὅμοιοί τους) εἴτε, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, στὸ ὅτι ἀφαιροῦσαν τὸν ὁρισμὸ ”ἄνθρωπος” (Γνωστικοί). Στὴ μοντέρνα ἐποχή, ποὺ χαρακτηρίζεται ξεκάθαρα ἀπὸ τὸ ὅτι οὔτε κἄν ξέρει κανεὶς γιὰ ποιὸ πρᾶγμα ἐπὶ τέλους γίνεται λόγος, ἡ σύγχυση εἶναι διαφορετικὴ καὶ πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνη. Διδάσκοντας, ἔκαναν τὸν Θεάνθρωπο νὰ εἶναι ἐκείνη ἡ θεωρητικο-ἀφαιρετικὴ (speculativ) ἑνότητα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου sub specie aeterni (ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς αἰωνιότητας) ἢ Τὸν παρουσίασαν στὸ ἀνύπαρκτο μέσο, ποὺ ὀνομάζεται ”καθαρὸ εἶναι”, ἀντὶ τοῦ ὅτι ὁ Θεάνθρωπος εἶναι ἑνότητα τοῦ ”Θεὸς-εἶναι” καὶ ”Ἑνὸς καὶ μόνου” ἀνθρώπου σὲ ἱστορικὰ πραγματικὴ κατάσταση”. Ἢ ἁπλὰ κατάργησαν τὸν Χριστό, τὸν Ἴδιο τὸν ἀπέρριψαν καὶ ἀποδέχτηκαν τὴ διδασκαλία Του, θεωρώντας Τον τελικὰ ὅπως θεωρεῖ κανεὶς ἕναν ἀνώνυμο: ἡ διδασκαλία εἶναι τὸ κεφαλαιῶδες, αὐτὴ εἶναι τὸ πᾶν. Ἀπ᾿ αὐτὸ προέρχεται τὸ ὅτι φαντάζεται κανεὶς πὼς ὅλος ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ ἄμεση μετάδοση, μὲ ἀφελῆ τρόπο ἀκόμα πιὸ ἄμεση ἀπ᾿ τὴ βαθυστόχαστη ὑπαγόρευση ἑνὸς καθηγητή. Ἔχει ξεχαστεῖ ἐντελῶς παράλογα ὅτι, ἐδῶ, ὁ δάσκαλος εἶναι σπουδαιότερος ἀπ᾿ τὴ διδασκαλία».

Γιὰ τὸ ζήτημα τῆς πίστης λέει, θέτοντας ὡς ἀντίποδά της τὸ σκανδαλισμό: Ἡ πίστη εἶναι ἕνας διαλεκτικὸς προσδιορισμός. Πίστη εἶναι μία ἐπιλογή, σὲ καμμιά περίπτωση δὲν εἶναι ἡ ἄμεση ἀποδοχή -καὶ ὁ δέκτης εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀποκαλύπτεται, ἐὰν θέλει νὰ πιστέψει ἢ νὰ σκανδαλισθεῖ. Ἡ νεοτεριστικὴ (modern) φιλοσοφία, κάνοντας τὴν πίστη ὅρο λογικό -ἄμεσο προσδιορισμό, κατάργησε τὸ Θεάνθρωπο καθὼς καὶ τὴν κατάσταση τῆς ταυτόχρονης βίωσης τοῦ παρόντος μὲ τὸ Χριστό. Αὐτὸ ποὺ καταλαϐαίνει ἡ μοντέρνα φιλοσοφία ἀπὸ τὴν πίστη εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀνομάζει κανεὶς ”μιὰ γνώμη” ἢ ”πιστεύω ὅτι”. Ὁ Χριστιανισμὸς γίνεται μιὰ διδασκαλία. Ὅμως ὁ Θεάνθρωπος, τὸ Σημεῖο τῆς Ἀντιλογίας, ἀρνεῖται τὴν ἄμεση μετάδοση -καὶ προκαλεῖ τὴν πίστη.

Ὁ Θε-άνθρωπος εἶναι ποιοτικὰ διαφορετικὸς ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀρνεῖται τὴν ἄμεση μετάδοση. Πρέπει νὰ προκαλεῖ (καὶ προσκαλεῖ) τὴν πίστη καὶ νὰ ἀπαιτεῖ νὰ γίνει τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης. Ἐὰν δὲ γίνει, τότε γίνεται τὸ εἴδωλό Του. Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ εἶναι ἀντιληπτὸ στὴν πίστη, ἀφομοιωμένο ἀπό τὴν πίστη, τὸ ἀρνητικὸ χαρακτηριστικὸ (τὸ σῆμα κατατεθὲν) τοῦ Θεανθρώπου. Διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ, τότε θὰ ὑπῆρχε τὸ ἄμεσα εὐδιάκριτο, καὶ τότε θὰ ἦταν ὁ Θεάνθρωπος ἕνα Εἴδωλο. Τὸ ἄμεσο εὐδιάκριτο εἶναι εἰδωλολατρία. Λέει: ”Καὶ τὰ 1800 χρόνια δὲ συνεισέφεραν σίγουρα οὔτε μιὰ δεκάρα τσακιστὴ στὸ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀντίθετα βοήθησαν μὲ ὅλο καὶ περισσότερο αὐξανόμενη δύναμη στὸ νὰ καταργηθεῖ ὁ Χριστιανισμός”. Εἶναι σὰ νὰ λέμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν 1000 χρόνια μετὰ τὸ Χριστὸ εἶχαν περισσότερες ἀποδείξεις ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν Θεός, ἀπὸ ὅ,τι οἱ σύγχρονοί Του, ἀλλὰ καὶ στὸ Μεσαίωνα ἡ Θεότητά Του δὲν εἶχε ἀποδειχθεῖ τόσο ὅσο σήμερα! Τώρα ποὺ ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ”ἀποδειχθεῖ” ὅτι εἶναι ἀλήθεια, δὲν ὑπάρχει σχεδὸν κανένας, ποὺ θὰ ἦταν πρόθυμος νὰ κάνει μιὰ θυσία γιὰ χάρη αὐτοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Στὴν ἀρχή, ὅμως, ὅταν ”μόνον” πίστευε κανεὶς τὴν ἀλήθειά του, τότε θυσίαζε αἷμα καὶ ζωή. Νὰ φοϐᾶσαι τὸ σκανδαλισμό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἄλλος εἶναι αἰτία, ὁ σκανδαλισμὸς ὅμως αὐτὸς εἶναι ἀδύνατος, ἂν ἐσὺ δὲν τὸν ἀποδεχθεῖς. Φοϐοῦ καὶ τρέμε: διότι ἡ πίστη προστατεύεται, βαστάζεται σ᾿ ἕνα εὔθραυστο δοχεῖο[27], στὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ. Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ δὲ σκανδαλίζεται ἀπὸ Αὐτόν, ἀλλὰ πιστεύει. Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ εἶναι τὸ σταυροδρόμι. Ἢ θὰ στρίψουμε στὸ σκανδαλισμὸ ἢ στὴν πίστη. Ἀλλὰ δὲ φτάνουμε ποτέ στὴν πίστη, παρὰ μόνο μέσω τοῦ ἐνδεχομένου τοῦ σκανδαλισμοῦ. Ὁ σκανδαλισμὸς ἔχει σχέση οὐσιαστικὰ μὲ τὴ σύνθεση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ Speculations Philosophie[28] ἔχει, φυσικά, νομίσει ὅτι μπορεῖ νὰ ”κατανοήσει” τὸ Θεάνθρωπο. Τοῦτο, διότι ἡ Speculations Philosophie ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεάνθρωπο τὸν προσδιορισμὸ τῆς Χρονικότητας, τοῦ Συγχρονισμοῦ καὶ τῆς Πραματικότητας. Ἀναφέρει ὁ Κ. χωρία ἀπὸ τὴν Κ.Δ., ὅπως καὶ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴ θεοποίηση τοῦ Κατεστημένου. Σὲ σχέση μὲ τὸ Χριστὸ στὸ μεγαλεῖο Του ἀναφέρονται οἱ περιπτώσεις ποὺ ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαντάει εὐθέως ὅτι εἶναι Θεός. Ποῦ βρίσκεται τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ ἐπίσης; Στὸ θαῦμα. Εἶναι τὸ θαῦμα ἀπόδειξη; Ὄχι! Ἀντίθετα, καὶ τότε ὁ Χριστός, ὁ ἱδρυτὴς καὶ τελειωτὴς τῆς πίστης, προσέθετε: ”Μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί”, ἑρμηνεύοντας τὶς ”ἀποδείξεις”, οἱ ὁποῖες θὰ ἔπρεπε, βέϐαια, νὰ εἶχαν ἐπιδράσει τότε, ὅταν συνέϐαιναν, στὸ μέγιστο δυνατὸ βαθμό, ἔτσι ὥστε νὰ ἀμφισϐητεῖ πὼς εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ σ᾿ Αὐτόν. Ἀναφέρει ἐπίσης ὁ Κ. τὰ δύο παραδείγματα ἐνδεχομένου σκανδαλισμοῦ ὡς πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ μεγαλείου (Ματθ. 11,6[29]· παράλλ. Λουκ. 7,23 καὶ Ἰωάν. 6,51-63[30]). Ὡς πρὸς τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ σὲ σχέση πρὸς τὸ Χριστὸ τῆς ταπείνωσης ἀναφέρει τὰ χωρία 1) Ματθ. 13,55 (Μάρκ. 6,3[31]· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἐπίσης σὲ τέτοιες ἐκφράσεις ὅπως: Ἰωάν. 7,27 καὶ 48), 2) Ματθ. 26,31[32]· 33· Μάρκ. 14,27· 29. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀντίφαση εἶναι αὐτὴ ποὺ συγκροτεῖ τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ γενικά: Ματθ. 18,7-9[33]. Σχετικὰ εἶναι καὶ τὰ δύο χωρία, ποὺ ἀφοροῦν στὸ ”Χριστιανὸς-εἶναι” καὶ ”Χριστιανὸς-γίγνεσθαι”, καὶ μάλιστα ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινότητας: 1) Ματθ. 13,20[34] καὶ Μάρκ. 4,17, 2) Ἰωάν. 16,1[35] (καὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία: Ματθ. 16,23). Ἀκόμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμϐάνεται ἡ σκέψη τὸ ”σκανδαλισμὸ” ἀποτελεῖ τὸν οὐσιαστικὸ σκανδαλισμό. Σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ Κ. ἑρμηνεύει τὸ ”Παράδοξο” τοῦ Θε-ανθρώπου, ποὺ ἀποτελοῦσε καὶ θὰ ἀποτελεῖ πάντοτε ”Σημεῖον Ἀντιλεγόμενον”[36]. Φιλολογικο-σημειολογικά, ”σημεῖο” σημαίνει ἄρνηση τῆς ἀμεσότητας. Σημεῖο εἶναι ”τι” τὸ ὑπαρκτό -τὸ θεατό, ἀλλὰ ποὺ σημαίνει καὶ κάτι ἄλλο. Ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὸ σημεῖο ἐμπεριέχει στὴ σύνθεσή του μιὰ Ἀντιλογία. Ὅμως, τὰ στοιχεῖα τῆς ἀντιλογίας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀλληλοαναιροῦνται, ἔτσι ὥστε νὰ ἐκμηδενίζονται. Ἀλλὰ καὶ οὔτε νὰ ἀλληλοαναιροῦνται μὲ τρόπο, ὥστε ἀπ᾿ αὐτὸ νὰ δημιουργεῖται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ ἀντίθετο ἑνὸς σημείου: ἕνα ἐντελῶς ἀπαραίτητο μυστικό. Καὶ εἰσάγει ὁ Κ. στὸ χῶρο τῆς θεολογίας: Αὐτό, λέει, συμϐαίνει μὲ τὸ Θε-άνθρωπο. Ἄμεσα εἶναι Ἕνας καὶ μόνος ἄνθρωπος, ἐντελῶς ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἕνας ἐλάχιστος, ἕνας ἄσημος ἄνθρωπος. Ἀντίθετα, ἐδῶ βρίσκεται τώρα ἡ ἀντιλογία: στὸ ὅτι Αὐτὸς εἶναι Θεός. Ὁ Θε-άνθρωπος εἶναι Ἀντιλεγόμενο Σημεῖο, κι᾿ αὐτὸ γιατί; Διότι Αὐτός -ἔτσι ἀπαντάει ἡ Γραφή- ὤφειλε νὰ κάνει φανερὲς τὶς σκέψεις τῆς καρδιᾶς. Ἡ ἀντιλογία βάζει τὸν ἄνθρωπο μπροστὰ ἀπὸ μιὰ ἐπιλογή, καί, ἐπιλέγοντας αὐτός, καὶ μέσα ἀπὸ αὐτό ποὺ αὐτὸς ἐπιλέγει, ἀποκαλύπτεται ὁ ἴδιος. Γενικά, τὸ σημεῖο ἀντιλογίας εἶναι ”τι” τὸ μὴ ἀναγνωρίσιμο, τὸ ἀδιάγνωστο, τὸ Incognito. Ὅμως, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦν τώρα στὴ Χριστιανοσύνη, ζοῦν ὁπωσδήποτε στὴ φαντασίωση ὅτι θὰ ἀναγνώριζαν τὸν Χριστό, παρὰ τὸ μὴ-ἀναγνωρίσιμό Του, ἐφόσον θὰ ζοῦσαν ταυτόχρονα μαζί Του. Τοὺς διαφεύγει ἐντελῶς πὼς μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο προδίδουν ὅτι οἱ ἴδιοι δὲ γνωρίζουν τὸν ἑαυτό τους καθόλου, καὶ τοὺς διαφεύγει ἐντελῶς ὅτι αὐτὴ ἡ γνώμη τους, μὲ τὴν ὁποία πιθανότατα πιστεύουν ὅτι δοξάζουν τὸν Χριστό, εἶναι βλασφημία.[37] ”Διότι εἶναι βλασφημία σ᾿ αὐτὴν τὴν μὴ-διαλεκτικὰ μωρολογοῦσα κλίμακα τῆς παστορο-φλυαρίας ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε σὲ τέτοιο ὑψηλὸ βαθμὸ Θεός, ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς ἀμέσως καὶ ἀπ᾿ εὐθείας νὰ τὸ δεῖ -ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ πεῖ: ἦταν ἀληθινὰ Θεὸς καὶ ἦταν σὲ τέτοιο βαθμὸ Θεὸς ἀκριϐῶς, ἐπειδὴ δὲ μποροῦσε νὰ ἀναγνωρισθεῖ, ἔτσι ποὺ ὄχι ἡ σάρκα καὶ τὸ αἷμα[38], ἀλλὰ ἦταν ἀκριϐῶς τὸ ἀντίθετο ἀπὸ τὴ σάρκα καὶ τὸ αἷμα ἐκεῖνο, ποὺ ἔκανε τὸν Πέτρο νὰ καταλάϐει. ...Ἀλλὰ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, στὴ βαθύτερη ἔννοια, ζοῦν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν, δὲν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ ποτὲ ὑπαρξιακά, ποὺ σημαίνει, ποτὲ δὲν προσπάθησαν νὰ μετατρέψουν τὶς σκέψεις σὲ πράξεις, νὰ θέλουν νὰ εἶναι incognito.”[39] Καὶ ἀκολουθεῖ μία ἀνάλυση τοῦ ἀδύνατου τῆς ἄμεσης μετάδοσης, ποὺ αὐτὴ εἶναι καὶ τὸ μυστικὸ τῶν παθῶν Του, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸ ὅτι τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ ἔγκειται στὴν ἄρνηση τῆς ἄμεσης μετάδοσης, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι μὲ τὸ νὰ ἀρνεῖσαι τὴν ἄμεση μετάδοση, ”προσκαλεῖς” τὴν ”πίστη”. Συμπέρασμα εἶναι ὅτι τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης εἶναι ὁ Θε-άνθρωπος, ἀκριϐῶς ἐπειδὴ ὁ Θε-άνθρωπος εἶναι τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ. Καὶ ὁ Κ. θαυμάζει: ”Τί μυστικὸ τοῦ πάθους, τὸ νὰ πρέπει νὰ εἶσαι τέτοιο σημάδι τοῦ σκανδαλισμοῦ, γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ γίνεις τὸ ἀντικείμενο τῆς πίστης!”[40]

Τὸ Τρίτο Μέρος τιτλοφορεῖται: ”Ἀπ᾿ τὸ μεγαλεῖο Του θέλει ”πάντας ἕλξειν” πρὸς Αὐτόν”, καὶ συμπληρώνει ὁ Κ. ἀμέσως στὴν ἑπόμενη σειρὰ ὅτι πρόκειται γιὰ ”Χριστιανικὲς ἐπεξηγηματικὲς συζητήσεις”. Ἀρχίζει μὲ μιὰ προσευχὴ γιὰ τὴν Ἐλπίδα τῆς Λύτρωσης καὶ Σωτηρίας, καὶ ὑποσημειώνει ὅτι τὸ μέρος ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἕνα κήρυγμα.[41] Κατόπιν ἐρευνᾶ φιλολογικὰ τὴν ὀρθὴ ἐπιλογὴ τοῦ ζητουμένου. Τίθενται ἔτσι τὰ ἐρωτήματα, οἱ ἀπαντήσεις τῶν ὁποίων ἀποτελοῦν ἑρμηνεία: Σὲ ἑλκύει ὁ Χριστὸς ἢ σὲ ἕλκει; Τί εἶναι ”δέλεαρ” καὶ τὶ ”ἕλξη”; Ὑπάρχει Ἕλξη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ ζητάει ὁ Χριστὸς Ἐκλογὴ στὴν Ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ἁπλὴ συγκατάθεση καὶ συναίνεση. Τότε μπαίνει καὶ πάλι σὲ χῶρο καθαρὰ θεολογικό: Σὲ δελεάζει ὁ ὑψωμένος στὸ μεγαλεῖο Του Χριστός; Σὲ ἕλκει ὁ ταπεινωμένος Χριστὸς ἢ ὁ ὑψωμένος στὸ μεγαλεῖο Του Χριστός;[42] Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ ”ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, μάρτυρας καὶ συγγραφέας αὐτῶν τῶν λόγων τῆς Α.Γ., ἄρα ὁ καλύτερος ἑρμηνευτὴς τῶν λόγων αὐτῶν, λέγει κατηγορηματικά, στὸ ἑπόμενο χωρίο 33”: ”τοῦτο δὲ ἔλεγεν σημαίνων ποίω θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν”. Τὴν ἀνύψωση ἀπὸ τὴ γῆ τὴν ἑρμηνεύει, λοιπόν, ὁ Ἀπόστολος ὡς τὴν ταπεινότητα, ὡς τὴν πλέον βαθύτερη ταπεινότητα, τὴ σταύρωση. Ἀπὸ χριστιανικὴ ἄποψη, ἀνύψωση εἶναι, ἑπομένως, ταπεινότητα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο. ”Γιὰ νὰ μπορέσει ὅμως νὰ τὸν ἑλκύσει πρὸς Αὐτὸν στ᾿ ἀλήθεια, θέλει τὸν ἄνθρωπο μόνον ὡς ἐλεύθερο ὂν νὰ τὸν ἑλκύσει, καὶ μάλιστα μέσα ἀπό μιὰ ἐκλογή. Ὅπως ἤδη σημειώθηκε, δὲν ἀρκεῖ ἡ συναίνεση. Γι᾿ αὐτὸ θέλει ὁ ταπεινωμένος νὰ ἕλξει τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὸ μεγαλεῖο, πρὸς Αὐτόν. Ἐπὶ πλέον Αὐτὸς εἶναι στὸ μεγαλεῖο καὶ στὴν ταπείνωση ὁ ἴδιος. Καὶ ἡ ἐκλογὴ δὲν θὰ ἦταν σωστή, ἐὰν κάποιος νόμιζε ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιλέξει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ στὴν ταπείνωση καὶ τοῦ Χριστοῦ στὸ μεγαλεῖο. Διότι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι διαιρεμένος, εἶναι ὁ ἴδιος καὶ ὁ αὐτός. Ἡ ἐκλογὴ δὲν ἔγκειται: εἴτε ταπείνωση εἴτε μεγαλεῖο, ἡ ἐκλογὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι κάτι συντεθημένο καὶ ἐν τούτοις ἕνας καὶ αὐτός, εἶναι ὁ ταπεινωμένος καὶ ὁ ὑψωμένος, καὶ τὸ κάνει γι᾿ αὐτὸ ἀκριϐῶς ἀδύνατο νὰ ἐκλέξεις ἕνα ἀπ᾿ τὰ δύο, ἐνῶ, ἀπ᾿ τὴν ἄλλη πευρά, ἀκριϐῶς καὶ τὰ δύο, ἢ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο, τὸ κάνει ἀδύνατο μ᾿ ἄλλον τρόπο παρὰ μόνον μέσα ἀπὸ μιὰ ἐκλογὴ νὰ ἑλχθεῖς πρὸς Αὐτόν.” Ἡ ἐκλογή, ἑπομένως, σύμφωνα πρὸς τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ταπείνωση.

Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς «Ἐκκλησίας» ὁ Κ. ρωτάει: Σὲ ἑλκύει ἡ Ἀλήθεια ἢ οἱ ἀλήθειες; Κανένας ἄνθρωπος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Μόνον τότε ἀναγνωρίζω τὴν Ἀλήθεια στ᾿ ἀλήθεια, ὅταν αὐτὴ γίνει μέσα μου ζωή (Πρϐλ. Ἰωάν. 17,3).[43] Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ἀλήθειας καὶ μιᾶς ἀλήθειας, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο συντάραξε ἐντελῶς τὸ Χριστιανισμὸ καὶ προκάλεσε κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος τὴν ἐντύπωση μιᾶς θριαμϐεύουσας Ἐκκλησίας, εἶναι ἀκριϐῶς τοῦτο: τὸ ὅτι θεωρήθηκε ὁ Χριστιανισμὸς ὡς Ἀλήθεια μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ”ἀποτελέσματος”, ἐνῶ αὐτὸς εἶναι Ἀλήθεια μὲ τὴν ἔννοια τῆς ”ὁδοῦ”. Καὶ τὸ πῶς ὁ Χριστιανισμὸς μέσω αὐτῆς τῆς διαρκούσας διδασκαλίας ἔχει ἀλλάξει, τὸ βλέπει κανεὶς καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι τώρα ὅλες οἱ ἐκφράσεις διαρθρώθηκαν ἀπ᾿ αὐτὸν τὸ λόγο στὸ νὰ εἶναι ἡ Ἀλήθεια μιὰ Ἀναγνώριση καὶ μία Γνώση (μιλάει κανεὶς τώρα διαρκῶς γιὰ κατανόηση, ἔρευνα, παρατήρηση κ.λπ.), σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀρχικὸ Χριστιανισμὸ ὅπου ὅλες οἱ ἐκφράσεις διαρθρώθηκαν στὸ νὰ εἶναι ἡ Ἀλήθεια μιὰ Ὕπαρξη. Ὁ Κ. πολεμάει στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐναντίον τῆς παρεξήγησης μιᾶς γήινα θριαμϐεύουσας Ἐκκλησίας, ὡς Ecclesia triumphans. Γίνεται ἐπικριτικὸς τοῦ συστήματος (ὁ Χριστιανισμὸς στὴ Δανία ἦταν ἡ μόνη ἐπιτρεπτὴ θρησκεία, ἦταν ἡ κρατικὴ θρησκεία, μὲ ὀργάνωση δημοσιοϋπαλληλική, ἀνὰ 1000 πιστοὺς καὶ ἕνας ἱερέας κ.λπ.) καὶ ἑρμηνευτὴς μιᾶς στρατευμένης Ἐκκλησίας (Ecclesia militans), ὡς Ecclesia passionis (patiens). Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἀπὸ πιστούς. Αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι θαυμαστὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀκόλουθοί Του. Πρέπει κανείς, λέει ὁ Κ., νὰ χειρίζεται τοὺς ἀνθρώπους μὲ προσοχή, καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος ἀναλαμϐάνει βῆμα πρὸς βῆμα τὶς ὑποχρεώσεις του, βῆμα πρὸς βῆμα κατόπιν θὰ μπεῖ σταθερότερα στὸν ζυγὸ τῶν ὅλο καὶ μεγαλύτερων καταπονήσεων τῆς ἄσκησης καὶ τῆς ἐξέτασης. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ γίνει στὸν ἕνα καὶ μόνο ἄνθρωπο- καὶ στὸν καθένα- βῆμα πρὸς βῆμα κατανοητό, ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι μιὰ ἐξέταση καὶ ἡ πιὸ μεγάλη ἐξέταση ἔγκειται στὸ νὰ βιώσει κατὰ πόσον κάποιος στ᾿ ἀλήθεια θέλει νὰ εἶναι Χριστιανὸς ἢ ὄχι, ἀλλὰ καὶ νὰ παραμείνει. Τί σημαίνει νὰ εἶσαι μέλος τῆς στρατευμένης Ἐκκλησίας καὶ τί σημαίνει νὰ εἶσαι σήμερα Χριστιανὸς στὴν ὑπαρκτὴ Χριστιανοσύνη; Τὸ νὰ θεωρεῖς τὸ Χριστιανισμὸ ”Θριαμϐεύουσα Ἐκκλησία” σημαίνει ὅτι δὲ χρειάζεται νὰ ἀγωνίζεσαι. Τὸ νὰ τοποθετεῖς τὴ ”Θριαμϐεύουσα Ἐκκλησία” στὴν αἰωνιότητα εἶναι τὸ μόνο, κατὰ τὴν τάξη, ὀρθό.

Ἑρμηνεία τῆς Α.Γ. ποὺ χρησιμοποιεῖται στὴ Χριστιανοσύνη εἶναι καὶ τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα, τὸ ὁποῖο ἔχει γίνει σήμερα μιὰ ”παρατήρηση”. Ἀκοῦμε, δηλ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, σὰν ἔναρξη ἑνὸς κηρύγματος: ”ἂς παρατηρήσουμε σήμερα...”, ”παρακαλῶ τοὺς ἀγαπητοὺς ἀκροατὲς νὰ παρατηρήσουν μαζί μου τὸ...”, ”τὸ ἀντικείμενο τῆς παρατήρησής μας εἶναι...” κ.λπ., καὶ τὰ παρόμοια. Κατὰ μία ἔννοια ”παρατηρῶ” σημαίνει ”ἔρχομαι πολὺ κοντά σ᾿ ἕνα πράγμα ποὺ θέλω νὰ παρατηρήσω”. Κατὰ μία ἄλλη, σημαίνει ὅτι τοποθετεῖται κανεὶς πολὺ μακριά, ἄπειρα μακριά, δηλ. προσωπικά. Καὶ ἔχει σημασία τὸ τελευταῖο.[44] Ὁ Θεὸς μὲ ἀκούει, λέει ὁ Κ., ὅταν κάνω κήρυγμα. Καὶ ξέρει κατὰ πόσο αὐτὰ ποὺ λέω ἀνταποκρίνονται στὸν τρόπο τῆς ζωῆς μου. Ὅταν καταργεῖται τὸ ”ἐγὼ” στὸ κήρυγμα, δῆθεν ἐπειδὴ εἶναι ἐγωϊστικό, καὶ τὸ ”ἐγὼ” ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸ ”θέμα”, τὴν ”παρατήρηση”, καταργεῖται καὶ τὸ ”ἐσύ”. Ἐὰν τὸ ”προσωπικὸ” δὲ θεωρεῖται ”ἁρμόζον” καὶ καταργεῖται, τότε καταργεῖται τὸ κήρυγμα. Ἡ διαφοροποίηση στὸ κήρυγμα κατάργησε τὸ Χριστιανισμό, καὶ ἔτσι ὁ Χριστὸς ἀποκομίζει ”θαυμαστὲς” καὶ ὄχι ”ἀκολούθους”.

Καὶ τελειώνει τὸ κήρυγμά του, πάλι μὲ μιὰ προσευχή γιὰ ὅλους, μὲ ἐπιστέγασμα τὴν παράκληση γιὰ εὐόδωση τοῦ ἔργου τῶν ὑπηρετῶν τοῦ θείου λόγου. Προσεύχεται: Νὰ μὴ γίνει αἰτία τὸ ἔργο τους νὰ ἕλξουν τοὺς ἄλλους πρὸς τὰ Ἐσένα καὶ οἱ ἴδιοι νὰ κρατηθοῦν μακρυά Σου. Οἱ δὲ ἐνορίτες νὰ μὴ σκέφτονται τόσο ταπεινὰ γιὰ τὸν ἑαυτό τους, σὰ νὰ μὴν εἶναι δεδομένο καὶ σὲ αὐτοὺς νὰ ἕλξουν ἄλλους πρὸς τὰ Ἐσένα, ὅσο εἶναι σὲ θέση νὰ τὸ κάνει ἕνας ἄνθρωπος αὐτό.

Συμπερασματικά, δὲν παρατηροῦμε κάποιο ἰδιαίτερο σύστημα ἑρμηνείας στὸ ἔργο τοῦ Κ.

Θεωρεῖ, κατ᾿ ἀρχήν, τοὺς συγγραφεῖς τῶν βιϐλίων τῆς Κ.Δ. θεόπνευστους, πρᾶγμα ποὺ τὸ ἀναφέρει.[45] Κατόπιν: μὲ τὰ περὶ τὰ 115 γραφικὰ χωρία τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἢ στὰ ὁποῖα παραπέμπει κατοχυρώνει τὴν ἑρμηνεία του, ἢ μᾶλλον ἀφήνει τὴ Γραφὴ νὰ ἑρμηνεύσει τὰ ἴδια τὰ χωρία της. Ἔπειτα: δὲν ἐπαφίεται στὴν ἀναγνωρισμένη δανέζικη μετάφραση τῆς Κ.Δ. τοῦ 1819, ἀλλὰ γενικὰ ἐρευνᾶ καί, ἐπὶ παραδείγματι, στὴν περίπτωση τοῦ Φιλιπ. 2,7-8[46], ποὺ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσει, ἀκολουθεῖ τὸ Βυζαντινὸ κείμενο, τὴ Vulgata καὶ τὸ κείμενο τοῦ Λούθηρου (στὴ Δανέζικη μετάφραση ὑπάρχει ”ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν μορφὴν δούλου λαϐών”). Ὁ Κ. χρησιμοποιεῖ τὴ φιλολογικο-ιστορικο-φιλοσοφικὴ μέθοδο, γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὰ χωρία τῆς Α.Γ., τὴν ἴδια δηλ. ποὺ χρησιμοποιεῖ καὶ γιὰ τὰ παραθέματά του ἀπὸ ἄλλους συγγραφεῖς. Ἡ περίπτωση, ὅμως, τῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ τὰ ἑρμηνεύσει εἶναι γι᾿ αὐτὸν κάτι τὸ ξεχωριστό· μπαίνει στὴ διαδικασία τοῦ κηρύγματος, μὲ βιωματικὴ γεφύρωση. Ἀναφέρει, συχνά, περιπτώσεις βίωσης τοῦ Εὐαγγελίου, π.χ. αὐτὴ τῆς Ἀλήθειας, στὴν πρώτη Ἐκκλησία ἢ γιὰ τὶς πλᾶνες στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ χαρακτηρίζονταν ξεκάθαρα (Ἐϐιωναῖοι-Γνωστικοί) κ.ἄ. Ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἑρμηνείας: συλλέγει ὅλα τὰ χωρία ποὺ ἀναφέρονται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα στὸ σκανδαλισμό. Βρίσκει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χωρισθοῦν σὲ κατηγορίες: σκανδαλισμὸς σὲ σχέση τὸν ταπεινωμένο Χριστό, σκανδαλισμὸς σὲ σχέση μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸ μεγαλεῖο Του. Ἀλλὰ καὶ χωρίο ποὺ ἔχει πληροφορίες γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ δομὴ τοῦ σκανδαλισμοῦ (”Ἡ ἐσωτερικὴ ἀντίφαση εἶναι αὐτὴ ποὺ συγκροτεῖ τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ γενικά: Ματθ. 18,7-9”). Κάνει σκέψεις γιὰ τὸ πῶς ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σὲ κοινωνία διὰ τοῦ λόγου μὲ τὸ Θεό· πῶς, βαθμιαῖα, θὰ προσεγγίσει τὴν Ἀλήθεια καὶ θὰ τὴν ἐπιλέξει. Ὁ ἄνθρωπος, συμπεραίνει ὁ Κ., ἐπέλεξε καὶ ἐπιλέγει ὅταν βρέθηκε ἢ ὅταν βρεθεῖ στὸ σταυροδρόμι -στὸ δίλημμα: νὰ σκανδαλισθεῖ ἢ νὰ πιστέψει. Ὅποιος ἀρνεῖται τὸ ἐνδεχόμενο, ἀρνεῖται τὴν Ἀλήθεια. Ὅλα αὐτά, ὁ Κ., τὰ κάνει μὲ τὴν ἰδιαιτερότητα ὅτι κοιττάει νὰ ἀναταράξει τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ πρέπει νὰ ἀφυπνισθεῖ καὶ νὰ ἐσωτερικεύσει τὴν Ἀλήθεια.

Τὴν προσπάθεια τοῦ Διαφωτισμοῦ, νὰ ”Κατανοήσει” τὴν Ἁγία Γραφὴ μέσῳ τῆς ἰδεαλιστικῆς (-ἀφαιρετικῆς) φιλοσοφίας (Speculative Philosophie), τὴν ἀπορρίπτει μὲ ἀποτροπιασμό, ἐπειδὴ ἡ μοντέρνα αὐτὴ φιλοσοφία προσπαθεῖ νὰ καταργήσει τὴν Πίστη καταργώντας τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ Σκανδαλισμοῦ καὶ θέτοντας στὴ θέση τῆς Πίστης τὴν Κατανόηση.

Μπορεῖ, τέλος, νὰ διαπιστώσει κανεὶς ὅτι ὁ Κ. θεωρεῖ τοὺς θρησκευτικοὺς προϐληματισμούς, ὅπως καὶ ὅλα τὰ βιώματα, κοινοὺς καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ ὅπως καὶ γιὰ τοὺς συγχρόνους του. Ἡ τελευταῖα διαπίστωση, στὰ πλαίσια τῆς ἑρμηνευτικῆς της ἐφαρμογῆς, δὲν εἶναι ἀκριϐῶς καινούργια. Περίπου τὴν ἴδια, τὴ συναντᾶμε ἀπὸ τὸν Schleiermacher καὶ κατόπιν. Ἔτσι, ὁ Κ. μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ συζητοῦν γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό χωρὶς κανένα διασταγμό, ὅπως ἀκριϐῶς μιλοῦσαν γι᾿ Αὐτὸν οἱ σύγχρονοί Του, καὶ ὅπως μιλάει κανεὶς γιὰ ἕνα σύγχρονό του: ἕναν ἄνθρωπο ὅπως ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, ποὺ τὸν συναντάει κανεὶς περνώντας δίπλα του στὸ δρόμο, τοῦ μιλάει, ξέρει ποῦ μένει, ποιὸς εἶναι, ἀπὸ τί ζεῖ, ποιοὶ εἶναι οἱ γονεῖς του καὶ οἱ συγγενεῖς του,[47] πῶς συμπεριφέρεται καὶ ντύνεται, μὲ ποιὸν συναναστρέφεται, ”καὶ δὲν τοῦ βρίσκεις τίποτα τὸ ἀσυνήθιστο, ἡ ἐμφάνισή του εἶναι ἀκριϐῶς ὅπως ὅλων τῶν ἄλλων”, μὲ λίγα λόγια ὅπως κανεὶς μιλάει γιὰ ἕνα σύγχρονό του, χωρὶς ὑπερϐολές. Παραθέτει δὲ αὐτὰ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ πεῖ ὁ ἔξυπνος καὶ συνετὸς ἄνθρωπος (σὲ ἕξι ἐκδοχές), ὁ ἱερωμένος, ὁ φιλόσοφος, ὁ ἔξυπνος πολιτικός, ὁ σοϐαρὸς πολίτης, ὁ σκώπτης, κ.ἄ., δηλαδή ἀντιπροσωπευτικὲς κατηγορίες ἀνθρώπων. Κάνει καὶ μιὰ ἀνατομία στὸ βάθος τῆς ἄγνοιας ἀλλὰ καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Τελικά, βγαίνει ἀπὸ τὴν παρουσίαση τῶν σκέψεων τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν ὁμάδων καὶ ἕνα ἐπιπρόσθετο συμπέρασμα: Ἀφοῦ οἱ διάφοροι σύγχρονοι τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ σκέφτονταν καὶ ἀντιδροῦσαν κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, γιατὶ ἐμεῖς, Χριστιανοὶ τοῦ 19ου (ἢ 20ου ἢ 21ου) αἰώνα, ποὺ βλέπουμε νὰ ἔχουμε τόσες ὁμοιότητες μὲ τοὺς συγχρόνους τοῦ Ἰησοῦ, δὲν εἴμαστε, στὴν οὐσία, ἐξ ἴσου εἰδωλολάτρες ἢ Ἰουδαϊστὲς μὲ ἐκείνους;[48] Ὁ Κ. ἀναφέρεται στὸν ἄνθρωπο σὰ δυνατότητα ἄλλου τρόπου ὕπαρξης, μὲ τὴν ταυτόχρονη βίωση τοῦ παρόντος μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Μὲ τὴν ζωή του ὁ Κ. μᾶς δείχνει δρόμους μετάδοσης βιωμάτων, καὶ ἀντιμετώπισης τῶν δυσκολιῶν σὲ μιὰ μαχόμενη Ἐκκλησία, π.χ. κήρυγμα, κάλεσμα γιὰ μετάνοια (”Δὲν μπορεῖ καμιὰ ἐποχὴ χωρὶς μετάνοια, ἀλλά, ἀντίθετα, πρέπει κάθε ἐποχὴ νὰ θεωρεῖται συνυπεύθυνη γι᾿ αὐτὸ ποὺ κάθε ἐποχὴ ἔκανε σ᾿ Αὐτὸν...”), ὁμολογία πίστεως μέχρι μαρτυρίου, θυσία, ἄσκηση. Ἡ δὲ Χριστολογία τοῦ Κ. δὲν προσφέρεται γιὰ ”ἀπομυθοποίηση.[49] Καμμία σχέση μὲ τὴν περὶ διαστάσεως τοῦ δ΄ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὰ Συνοπτικά θέση τοῦ R. Bultmann καὶ τὰ παρόμοια. Ἀντίθετα, ὑπάρχει, σχεδόν, ταυτισμὸς θέσης μὲ αὐτὴν τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ πρέπει νὰ σημειωθοῦν καὶ δύο λόγια γιὰ τὴ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ τοῦ Κίερκεγκωρ: Ὅπως θὰ γίνει περισσότερο ξεκάθαρο σὲ μιὰ ἐπικείμενη ἐργασία μας μὲ τίτλο: «Ἡ Χριστολογικὴ θέση τοῦ ὕστερου Κίερκεγκωρ σὲ Οἰκουμενικὴ συνάφεια», ἡ ὁμάδα τῶν σημειώσεων τοῦ Κ. πάνω στὸ θέμα τοῦ «Παράδοξου», στὰ «Ἡμερολόγιά» του τῆς περιόδου 1842-44, βρίσκεται σὲ μιὰ μορφὴ «πειραματισμοῦ». Ὁ Κ. δοκιμάζει τὶς νοητικὲς δυνατότητες ποὺ βρίσκονται στὴ σκέψη τοῦ Παράδοξου, χωρὶς νὰ τὶς περιλάϐει ἀκόμα σὲ μιά ὁλοκληρωμένη θεωρία. Αὐτὸ τὸ κάνει ἀργότερα, στὸ βιϐλίο του «Φιλοσοφικὰ ψήγματα-ρινήσματα»Philosophiske Smuler», 1844). Καὶ τὴν ὁλοκληρωμένη Χριστολογία του τὴ βρίσκομε, μαζὶ μὲ τὴν ἑρμηνεία του γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ «Βοηθοῦ καὶ τῆς Βοήθειας καὶ τῆς ταυτότητάς τους», γιὰ τὴ διπλῆ σχέση τῆς «Πίστης» καὶ τοῦ «Σκανδαλισμοῦ», γιὰ τὴν «ἀπόλυτη Ἀγάπη καὶ τοῦ μυστικοῦ πάθους της», τὴ θέση του γιὰ τὴν περὶ «Κενώσεως» θεολογία, τὴ σχέση του ἐπίσης μὲ τὴ «μυστικὴ θεολογία», ὅπως καὶ τὴ θέση του γιὰ τὴ «στρατευμένη Ἐκκλησία, τὴν Ἐκκλησία τοῦ πάθους», καὶ ὅλα τὰ σχετικά, στὸ βιϐλίο του «Ἐξάσκηση στὸ Χριστιανισμό». Ἔτσι, ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἐν λόγῳ βιϐλίου του, θὰ γνωρίσει μὲν τὴ Χριστολογικὴ θέση του Κ., ὅμως, ἐὰν θελήσει νὰ ἐμϐαθύνει καὶ νὰ γνωρίσει τὶς σχέσεις τῆς Χριστολογίας τοῦ Κ. μὲ τὴν «ἀφηρημένη μεταφυσικὴ ἄποψη περὶ Παραδόξου» τῆς «theologia Crucis» τοῦ Λουθήρου καὶ τῆς «majestas Dei» τοῦ Καλϐίνου (ὁρισμένοι Καθολικοὶ συμπεριλαμϐάνουν στὴ σχέση αὐτή, μαζὺ μὲ τὸν Κίερκεγκωρ, καὶ τὸν Ντοστογιέφσκι), ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸ πῶς κατανοοῦν οἱ Εὐαγγελικοὶ τὴν ἔννοια τῆς «πίστης» καὶ πῶς τὴν κατανοεῖ ὁ Κ., τότε ὀφείλει νὰ παρακολουθήσει τοὺς «πειραματισμοὺς» τοῦ Κ. πάνω στὶς ἔννοιες αὐτὲς μελετώντας τὰ «Ἡμερολόγιά» του (ἔχουν γραφεῖ, ἐν τῷ μεταξύ, πολλὲς ἐργασίες πάνω στὶς ἐπὶ μέρους σχέσεις-ἀποστασιοποιήσεις τοῦ Κ. μὲ καὶ ἀπὸ τὸν Schleiermacher, τὸν Schelling κ. ἄ.). Στὸ παρὸν ἄρθρο γίνεται μόνον παρουσίαση τῶν βασικωτέρων θεμάτων, ὅπως αὐτὰ ἐξάγονται-προσεγγίζονται ἀπὸ τὴν «ἑρμηνευτικὴ μέθοδο» τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ ὁ Κ. ἀκολουθεῖ. Καὶ ἡ Χριστολογία του γίνεται ἐμφανής. Δὲν γίνεται ὁ Κ. μὲ τὸν ὅρο του «inkognito» «Kryptiker», οὔτε τοῦ διαφεύγουν οἱ προβληματισμοὶ καὶ τὰ συμπεράσματα τῶν Οἰκ. Συνόδων. (Π.χ. σχολιάζει στὴν «Ἐξάσκηση στὸν Χριστιανισμὸ» τοὺς Ἐβιωνίτες: «Στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού, όπου ακόμα και οι πλάνες χαρακτηρίζονταν ξεκάθαρα από το γεγονός ότι ήξερε κανείς, εν πάσει περιπτώσει, για ποιο πράγμα γινόταν λόγος, η πλάνη, σε σχέση με τον Θε-άνθρωπο, συνίστατο στο ότι είτε αφαιρούσαν, μ’ οποιονδήποτε τρόπο, τον ορισμό "Θεός" (Εβιωναίοι και οι παρόμοιοί τους[50]) είτε, από την άλλη πλευρά, στο ότι αφαιρούσαν τον ορισμό "άνθρωπος" (Γνωστικοί[51]). Στη μοντέρνα εποχή, που χαρακτηρίζεται ξεκάθαρα από το ότι ούτε καν ξέρει κανείς για ποιο πράγμα επί τέλους γίνεται λόγος, η σύγχυση είναι διαφορετική και πολύ πιο επικίνδυνη. Διδάσκοντας, έκαναν τον Θεάνθρωπο να είναι εκείνη η θεωρητική-αφαιρετική [speculativ] ενότητα Θεού και ανθρώπου sub specie aeterni[52] ή τον παρουσίασαν στο ανύπαρκτο μέσο, που ονομάζεται "καθαρό είναι", αντί του ότι ο Θε-άνθρωπος είναι η ενότητα του "Θεός-είναι και ενός και μόνου ανθρώπου σε ιστορικά πραγματική κατάσταση. Ή, απλά, κατάργησαν τον Χριστό, τον ίδιο τον απέρριψαν και αποδέχθηκαν τη διδασκαλία του, θεωρώντας Τον, τελικά, όπως θεωρεί κανείς έναν ανώνυμο: η διδασκαλία είναι το κεφαλαιώδες, αυτή είναι το παν. Απ αυτό προέρχεται το ότι φαντάζεται κανείς πως όλος ο Χριστιανισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά άμεση μετάδοση, με αφελή τρόπο ακόμα πιο άμεση από τη βαθυστόχαστη υπαγόρευση ενός καθηγητή. Έχει ξεχαστεί εντελώς παράλογα ότι, εδώ, ο δάσκαλος είναι σπουδαιότερος απ’ τη διδασκαλία. Παντού, όπου ο δάσκαλος είναι αναπόσπαστο στοιχείο, υπάρχει ένας αναδιπλασιασμός [Redupplikation], μια επανάληψη, διότι η ουσία του αναδιπλασιασμού έγκειται ακριβώς στο ότι ο δάσκαλος είναι παρόν). Εἶναι ἐνήμερος ἐπίσης καὶ γιὰ τὶς «δύο φύσεις, ἀχωρίστως ἑνωμέναι, ἕνα πρόσωπο» τῆς Οἰκ. Συνόδου τῆς Χαλκιδόνος. Ἐπέλεξε γιὰ τὸ Φιλιπ. 2,6-8 «ἀλλἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών» τὸν κώδικα τῆς Vulgata.

Ἐν προκειμένω γίνεται λόγος γιὰ τὸ Παράδοξο τοῦ φαινόμενου -τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ, ὁποῖος ἐνανθρωπίσας Θεός, ὡς ἄνθρωπος-ἠθικά, παραμένει κάτι τὸ ἐξαιρετικό (ἦταν ἐκ γεννετῆς ἀναμάρτητος), κάτι ποὺ δὲ συμπεριλαμϐάνεται στὰ ἀνθρώπινα δεδομένα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι Θεότητα τοῦ Χριστοῦ οὔτε ἀναγνωρίζεται διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς σκέψης οὔτε μέσω θρησκευτικῆς- ἄμεσης ἀποκάλυψης, ὅπως δηλ. μέσω θαύματος. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ Τὸν φαντασθεῖ, ἀκολουθώντας τὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά, σὰν ἕναν ἀσυνήθιστο ἄνθρωπο, στὴν καλλίτερη περίπτωση σὰν μιὰ ἰδιοφυΐα, , μιλώντας μὲ μορφὲς τῆς ἐποχῆς μας, σὰν τὸν ὑπερθετικὸ ἑνὸς ἀνθρώπου δηλ. σὰν ὑπεράνθρωπο; θεότητα τοῦ Χριστοῦ γίνεται γνωστή, καὶ θέλει νὰ γίνεται γνωστή, μέσω τῆς, σὲ ἠθικὴ αὐτενέργεια (, ποὺ εἶναι, δηλ,. προϋπόθεση καὶ ἀπαίτηση γιὰ ὑπεύθυνη διάθεση ὅλης τῆς προσωπικότητας στὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό), προσφερόμενης πίστης στὸ Λυτωτή-στὸ Σωτήρα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀληθινὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀψηλάφητη παρατήρηση, ἀλλὰ γνώση τῆς Θεότητας σημαίνει ἀποδοχή, δηλ. συμπερίληψη στὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης Του, καὶ τίποτε ἄλλο.

Πρέπει νὰ τονισθεῖ ὅτι σκοπὸς τῆς συγγραφῆς τοῦ ἐν λόγω ἔργου του δὲν ἦταν νὰ ἐπαναδιατυπώσει Δογματικὰ τὸ Χριστιανισμό, ἀλλὰ νὰ ψέξει τὰ κακῶς κείμενα στὴν Ἐκκλησία τῆς Δανίας (μὴ λησμονοῦμε τὴ διαμάχη τοῦ Κ. μὲ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ἡγέτη τῆς Δανίας καὶ τὸ τί λέχτηκε τὴν ὥρα τῆς παράδοσης τοῦ ἐν λόγω βιϐλίου στὸν τελευταῖο). Ὁ Κ. καυτηρίαζε θεολογικά, ἀκόμα καὶ αἰσθητικά, ὅ,τι τὸν ἐνοχλοῦσε ἀπὸ τὸ περιϐάλλον του, εἴτε τὸ στενὸ Δανέζικο, Προτεσταντικό εἴτε γενικώτερα τοῦ Δυτικοῦ κόσμου. Δὲν ἦταν σκοπὸς τῆς ζωῆς του νὰ καταστρέψει τὸν Ἑγελιανισμό, ὅπως συνήθως λέγεται, ἀλλὰ τὴν «δογματικὰ» κυριαρχοῦσα σκέψη, ποὺ ἐκφραζόταν ἀπὸ τὸν Καρτέσιο μέχρι τὸν Ἕγελο. Δὲν ὁδήγησε ὁ Κ. τὴ Δογματικὴ σὲ χριστολογικὴ στενωπό, σὲ «Χριστομονισμό», ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς «πίστης», τῶν «ἔργων», «τῆς σωτηρίας», μὲ τὰ ὁποῖο ἀσχολεῖται τὸ ὑπὸ ἐξέταση ἔργο του, δὲν συμπεριλαμϐάνει ὅλα τὰ κεφάλαια τῆς Δογματικῆς, γιὰ νὰ ἀσχοληθεῖ καὶ μὲ αὐτά. Κατὰ τὰ ἄλλα, οἱ Χριστολογικὲς θέσεις τοῦ Κ. ἀποτελοῦν διατυπώσεις, ποὺ ἐκφράζουν τὸ κυρίαρχο Δόγμα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καὶ δὲ διαφέρουν.

 

Ἡ ἑρμηνευτικὴ τοῦ Schleiermacher, τοῦ Dilthey, ἡ «Αὐτογνωσία» τοῦ Heidegger, τοῦ Bultmann, «ἡ γλώσσα τῆς πίστεως» τῶν εἰσηγητῶν καὶ ὀπαδῶν τῆς Νέας Ἑρμηνευτικῆς, ἀφοροῦν στὸ χῶρο, ὅπου ἡ ἐπικοινωνία τῶν συγγραφέων τῆς Κ.Δ. καὶ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ μὲ τὴ «γλωσσικὴ μεταφορά», μὲ τὴν «Κατανόηση (Verstehen)».

Ἀλλὰ περὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν περισσότερα, ἀρχόμενοι ἀπὸ τὴν παράγραφο 32 («Verstehen und Auslegung - κατανόηση καὶ ἑρμηνεία») τοῦ πρώτου μέρους τοῦ «Sein und Zeit» τοῦ M. Heidegger, ποὺ λέγεται ὅτι τόσο πολὺ ἐπηρέασε «ὑπαρξιακὰ» τὴν ἑρμηνευτικὴ μέθοδο καὶ τοῦ R. Bultmann (ὅπως ἀναφέρθηκε παραπάνω στὴ σελ. 46ἑξ. περὶ «ἀπομυθοποίησης»), θὰ γίνει λόγος στὸ ἑπόμενο ἄρθρο, τὸ ὁποῖο θὰ ἀποτελεῖ τὸ δεύτερο μέρος τοῦ θέματος «Ἡ διαλεκτικὴ μέθοδος τοῦ Ζ. Κίερκεγκωρ καὶ οἱ ἑρμηνευτικὲς μέθοδοι τῆς Ἁγίας Γραφῆς».

 

 

Ὑπὸ Γεωργίου π.Ἀθαν. Ρούκαλη

 



[1] Πρϐλ. Σάϐϐα Ἀγουρίδη, Ἑρμηνευτικὴ τῶν Ἱερῶν Κειμένων, ΟΕΔΒ, Ἀθῆνα 1984, σελ. 5.

[2] Κάτι τὸ παρεμφερὲς λέει καὶ ὁ Rudolf Bultmann (Jesus Christus und die Mythologie, Das Neue Testament im Licht der Bibelkritik, μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικὰ ἀπὸ τὸν Ursel Gwynnie Richter, 6η ἔκδοση 1984, σσ. 56-68): Συμπεραίνει ὅτι ἡ ἑρμηνεία ὑποπίπτει στὸν ἔλεγχο τῆς φιλοσοφίας ἐκείνης, ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ ἑρμηνευτής. Γι᾿ αὐτό, λέει, πρέπει νὰ ἐπιλεγεῖ ἡ ”σωστὴ” φιλοσοφία. Αὐτή, γι᾿ αὐτόν, εἶναι ἡ Existenzphilosophie._

Στὴν ἑρμηνευτικὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη ἡ σχέση τῆς ἑρμηνείας πρὸς τὴν ἱστορίαν τῶν Δογμάτων. Θεωρεῖται ἀπαραίτητο ὁ ἑρμηνευτὴς νὰ εἶναι καλὸς γνώστης τῆς φιλοσοφίας, νὰ ἔχει λατρευτικὴ καὶ ποιμαντικὴν ζωή, πρὸ πάντων ὅμως νὰ εἶναι ἄριστος γνώστης τῆς Ἱστορίας ταῶν Δογμάτων, ἕστε νὰ μὴ περιπέσει στὸ σφάλμα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ περιεχομένου τῶν θεολογικῶν ὅρων τῶν θεσπισθέντων ὑπὸ τῶν Οἰκ. Συνόδων.

[3] Κατὰ τοὺς Λουθηρανούς· «Ἡ Α.Γ. εἶναι ”λόγος τοῦ Θεοῦ” μόνο στὴ διαλεκτικὴ ἔννοια. Ἡ Α.Γ. δὲν εἶναι περίπου ἐκείνη ἡ Ὁμιλία τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη ἡ ἔλευση τοῦ Θεοῦ στὸν Λόγο ἐντελῶς, ἀλλὰ μόνον ἀνθρώπινη μαρτυρία ἀπὸ Ἐκεῖνον τὸν μοναδικό, στὴν ἀκολουθούμενη τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔλευση τοῦ Θεοῦ στὸν Λόγο, ὡς ἐκ τούτου ἀνθρώπινο λόγο, ἀτελή ὅπως ἀτελῆ εἶναι ὅλα τὰ ἀνθρώπινα καὶ ἐν τούτοις ὄχι καθαρὰ ἀνθρώπινος λόγος, ἐφόσον μαρτυρεῖ γιὰ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ» (J. Geiselmann, Dialektische Theologie, Lexikon für Theologie und Kirche, Dritter Band (σσ. 279-282), Herder u. Co. GmbH. Verlagsbuchhandlung, Freiburg im Breisgau 1931, σελ. 280).

[4] Πρβλ. PaulMüller, Ἡ διαλεκτικὴ τῆς μετάδοσης: Βασικὲς ἀρχὲς καὶ ἡ ἐφαρμογή τους στὸ ἔργο τοῦ Κίρκεγκωρ. Μετάφραση: Σοφία Σκοπετέα, Ἔκδοσις: Ἐποπτεία, Ἐκδοτική Ε.Π.Ε., Ἀθῆνα, Μάϊος 1983, σελ. 425.

[5] Στὸ πρωτότυπο inkognito.

[6] S. Kierkegaard, Ὑστερόγραφο, Sammlede Skrifter, Bind XIII, σελ. 543. Στὸ ἄρθρο τοῦ PaulMüller, ὅπως παραπάνω, σελ. 428._

Στὸ σημεῖο αὐτὸ σημειωτέα εἶναι ἡ σκέψη τοῦ Κ. γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας: Τὸ θαῦμα, ὡς «γεγονὸς», ὡς στιγμὴ τῆς αἰωνιότητας ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν χρόνο, δὲν ἐπαναλαμβάνεται, ἀλλὰ οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν γεωγραφικῶν τόπων συμμετέχουν ἑνούμενοι σ’ αὐτό τὸ θαῦμα, σ’ αὐτὴν τὴ «στιγμὴ» τοῦ θαύματος τῆς μετάληψης τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου.

[7] PaulMüller, ὅπως παραπάνω, σελ. 429ἑξ.

[8] Πρβλ. S. Kierkegaard, Synspunktetfor min Forfattervirksomhed, Sammlede Skrifter, XIII Bind, Anden Udgabe, Gyldendalske Boghandel, Kjøbenhavn, 1930, σελ. 552.

[9] Ἐξάσκηση στὸν Χριστιανισμό, .π., σελ. 163-164. Ἐνδιαφέροντα σχόλια μπορεῖ ἀναγνώστης νὰ βρεῖ στὸ ἄρθρο τοῦ Paul Müller, διαλεκτικὴ τῆς μετάδοσης..., ὅ.π.,σελ. 425-430.

[10]Μία προσπάθεια γιὰ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ [στὴ Δανία] στὴ Χριστιανοσύνη”. Ὁ ὑπότιτλος αὐτὸς τῆς ἑλληνικῆς μετάφρασης, εἶχε σημειωθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κ. ὡς σχέδιο, ὡς πιθανὸς τίτλος τοῦ βιϐλίου, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὰ «Ἡμερολόγιά» του (Søren Kierkegaard´s Papirer, IX. B. 29, σελ. 333, Ἐκδότες: P.A. Heiberg καὶ V. Kuhr. Ἀπὸ τὸν Ἐκδοτικὸ Οἶκο Gyldendalske Boghandel -Nordisk Forlag- Kjøbenhavn og Kristiania MDCCCCXX), ποὺ ὅμως, τελικά, δὲν ὑπερίσχυσε.­ Ἕνα ἄλλο σχέδιο ἦταν: ” Ἐξάσκηση στὸ Χριστιανισμό - Μία προσπάθεια <Στὴν κατεύθυνση τοῦ: Μία συμϐολὴ γιὰ ἐξάσκηση τῆς Χριστιανοσύνης στὸ Χριστιανισμό> (Κ., ὅ.π., σελ. 338).

[11] Γενικά, καὶ σὲ πρώτη ἀνάγνωση, ἂν δὲν ἀναγραφεῖ στὸ βιϐλίο αὐτό τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα καὶ ἀλλάξουν ὁρισμένες λέξεις ὅπως ”Πάστορας” κ.λπ., εὔκολα ὁ ἀναγνώστης του θὰ τὸ ἐκλάϐει ὡς προϊὸν ἑνὸς σημερινοῦ, ὀρθόδοξου, φλεγόμενου ἱεροκήρυκα. Μόνον τὸ βάθος, τὸ μέγεθος τῶν σκέψεών του, θὰ πρόδιδε τὸ συγγραφέα.

[12] Ὁ μεμονωμένος... «τὸν ὁποῖο μὲ χαρὰ καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη ὀνομάζω ἀναγνώστη μου, ὁ μοναχός του, ποὺ τὰ βιβλία μου γυρεύει...» (Δύο ἐποικοδομητικὲς ὁμιλίες, Samlede Skrifter, III Bind, 11). Στὸ πρωτότυπο: «den Enkelte». Ὁ Ν.Α. Νησιώτης (Ὑπαρξισμὸς καὶ Χριστιανικὴ Πίστις, Β᾿ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 1969, σελ. 296, ὑποσημ. 3) μεταφράζει: «Ὁ Εἷς καὶ μόνος». Ἡ Σοφία Σκοπετέα κάνει χρήση, κατὰ περίσταση, τοῦ «μεμονωμένος», «ξεχωρισμένος», «μοναχός του», «καθ’ ἕκαστον», «ὁ καθέκαστος», «ὁ ἕνας», «ἐκεῖνος ὁ ἕνας». Σὲ ἄλλες περιπτώσεις ταιριάζει τὸ «ἕνας» καὶ ἀλλοῦ « μοναδικός». Σίγουρα, ὅμως, πρόκειται γιὰ τὸν «πραγματικὰ ὑπάρχοντα ἄνθρωπο», γι’ αὐτὸν ποὺ ἔχει συνείδηση ὅτι ὑπάρχει. (Ὁ Κ. ἀπέρριψε ἐμπεριστατωμένα τὴν Καρτεσιανὴ καὶ Ἑγελιανὴ θέση τοῦ ταυτισμοῦ τῆς σκέψης καὶ τῆς ὕπαρξης). Ὡς πρὸς τὸ πῶς καὶ πότε ἀποκτᾶ κανεὶς τὴν συνείδηση τῆς ὕπαρξής του Κ. κάνει λόγο γιὰ τὴ μετάβασή του ἀπὸ τὴν πρωτόγονη αἰσθητικὴ σφαῖρα- μέσω τῆς εἰρωνείας- στὴν Ἠθική σφαῖρα. Ἐμπεριστατωμένα καὶ μὲ συγκεντρωμένα στοιχεῖα τὸ βλέπουμε τὸ θέμα αὐτὸ στὸ ἔργο τοῦ GregorMalantschuk: FraIndividtildenEnkelte, ProblemeromkringFrihedenogdetEtiskehosSørenKierkegaard, C. A. Reitzels Boghandel, Copenhagen 1978. Indførelse I Søren Kierkegaards Forfatterskab, C. A. Reitzels. (Ἀπὸ τὸ Ὑποκείμενο ἕως τὸν «Ἕνα καὶ μόνο», προβλήματα περὶ τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Ἠθικῆς στὸν Σ. Κίερκεγκωρ.)

Μήπως, ἴσως, θὰ πρέπει νὰ «ἀφθαιρετήσουμε», νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν κυριολεξία καὶ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸνEnkelte ὡς «Πρόσωπο». Διότι, σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ Πρόσωπο σχετίζεται, στὴν Ὀρθοδοξία, ἄμεσα καὶ μὲ τὴν «Προσωπικὴ Ἀλήθεια», ποὺ μὲ τὴ σειρά της μᾶς συνδέει μὲ τὴ θέση τοῦ Κ. ὡς πρὸς αὐτήν.

Πρέπει νὰ τονισθεῖ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «Προσώπου» στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ἔχει τὸ νόημα τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ προσωπείου. Ἀποτελεῖ δογματικὸ ὅρο καί, μὲ δυὸ λόγια, ἐνέχει στὸ νόημά του τὴν ἠθελημένη «σχέση» τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του, καὶ πού, ὡς συνέχεια, ἀποτελοῦν μαζί καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό, λοιπόν, τὸ νόημα τοῦ προσώπου, δηλ. τοῦ ἀνθρώπου «ἐν σχέσει», δὲν τὸ γνωρίζουν πολλοὶ πιστοὶ καὶ δὲν καταλαβαίνουν τὴ συγγένειά του μὲ τὸν Enkelte τοῦ Κίερκεγκωρ. Ὁ καθ. Gregor Malantschuk διακρίνει, ἑρμηνεύοντας τὸ πνεῦμα τοῦ Κίερκεγκωρ, τὸ Ἠθικὸ μέρος τοῦ Enkelte, τοῦ Προσώπου. Εἶναι τὸ δεύτερο στάδιο μετὰ τὸ Αἰσθητικό. Μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ ἀκολουθήσει τὸ τρίτο, τὸ Θρησκευτικό (τὸ Ἐκκλησιολογικὸ θὰ λέγαμε ἐμεῖς). Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἤδη σημαντικότατο διαφοροποιὸ στοχεῖο ἀπὸ τὸν Ὑποκειμενιστή- Ἀτομικιστή (Individualist).

[13] Ὅρα περὶ τῶν 115 ἀναφερομένων γραφικῶν χωρίων στὸ βιβλίο του αὐτὸ στὴ σελ. 20.

[14] Πρϐλ. Ματθ. 6,17· ”σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων”.

[15] Πρβλ. καὶ Biser Eugen, Der Helfer, eine Vergegenwärtigung Jesu, Kösel-Verlag München 1973.

[16] ”Μακριά, ὦ, μακριὰ ἐσεῖς μυάσματα” (Virgil, Αἰνειάς VI 258).

[17] Πρϐλ. Ζ. Κίερκεγκωρ, Ἐξάσκηση στὸ Χριστιανισμό, σελ. 23, ἐκδόσεις «Ἄρτος Ζωῆς» (τυπώνεται), μετάφρ. Γ.Ρούκαλη.

[18] Πρϐλ. Φιλιπ. 2,7· ”ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαϐών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος”.

[19] Ζ. Κίερκεγκωρ, ὅ.π., σελ. 25ἑξ.

[20] ” Ἡ ἀνθρώπινη παράδοση σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ θεϊκὴ ἀποκάλυψη” ( Ὑποσημ. τοῦ Κ.)._

Γιὰ τὸν Bultmann ”μυθολογικό” εἶναι ὅλη ἡ Ἱερὰ Ἱστορία: ” Ἡ ἔννοια ”μυθολογικὸς” ἀγκαλιάζει ὅλη τὴν εὐαγγελικὴ ἱστορία: ...τὰ θαύματα, ἡ σωματικὴ ἀνάσταση, ἡ ἀναμονὴ τῆς ἐπανόδου του γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἡ τελικὴ ἀνάσταση, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς ἱστορικὴ πραγματικότητα, κτλ. κτλ. Ὅ,τι συνδέεται μὲ τὸ ὑπερϐατικὸ εἶναι γιὰ τὸν Bultmann ”μυθολογικό”, δηλαδὴ ἱστορικὰ μὴ ἐπαληθεύσιμο, ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν ἱστορικὴ νομοτέλεια” (Σ. Ἀγουρίδη, ὅ.π., σελ. 260). Καὶ ὅ,τι δὲν εἶναι ὀρθολογικὸ εἶναι μυστικιστικό (πρϐλ. R. Bultmann, Jesus Chtistus und die Mythologie, Das Neue Testament im Licht der Bibelkritik, Guetersloher Verlagshaus Gerd Mohn, 6ste Auflage, Guetersloh 1984, σελ. 53).

[21] Παρακαλεῖται ὁ ἀναγνώστης νὰ προσέξει ἰδιαίτερα τὴν παράγραφο ποὺ προηγήθηκε καὶ νὰ μὴ μείνει μὲ τὴν ἐντύπωση, ποὺ εἶναι καὶ ἡ θέση τῶν Λουθηρανῶν, ὅτι ὁ Θεάνθρωπος δὲν ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὸν κόσμο αὐτόν, μὲ τὴν ἱστορία του. Ἡ σχέση τοῦ Θεανθρώπου μὲ τὸν περιϐάλλοντα Αὐτὸν κόσμο ὁλοκληρώνεται μετὰ τὴν παρουσίαση-ἑρμηνεία τοῦ Θεανθρώπου, ἀπὸ τὸν Κ., στὴν κατάσταση τοῦ Incognito, σελ. 13ἑἑξ. Ἡ ἔλλειψη γεφυρώματος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὶς ἀνάγκες παρουσίασης ἑνὸς τόσο μεγάλου ἔργου στὶς περιορισμένες σελίδες ἑνὸς ἄρθρου.

[22] Μία διευκρίνηση τοῦ Κ. γιὰ τὴν κατηγορία ”σκάνδαλο”: Λέει ὅτι, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ὁρισμοῦ τῆς Ἠθικῆς, ἡ μοντέρνα φιλοσοφία χρησιμοποιεῖ τὴν κατηγορία τῆς ”Ἀμφιϐολίας” ἀντὶ τῆς ὀρθῆς, ποὺ εἶναι ἡ ”Ἀπελπισία”, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἀντίποδα τῆς ”Πίστης” θέτει καὶ πάλι τὴν ”Ἀμφιϐολία”, ἀντὶ τοῦ ”Σκανδαλισμοῦ”. ”Ὅλη ἡ μοντέρνα φιλοσοφία βασίζεται, τόσο ἠθικὰ ὅσο καὶ χριστιανικά, πάνω σὲ μιὰ ἐπιπολαιότητα. Ἀντὶ νὰ ἀποθαρρύνει καὶ νὰ καλεῖ στὴν τάξη, μιλώντας γιὰ ἀπελπισία καὶ σκανδαλισμό, ἔχει προσελκύσει καὶ προσκαλέσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπαίρονται ὅτι ἀμφιϐάλλουν. ...Ἡ μοντέρνα φιλοσοφία αἰωρεῖται, ἀφοῦ εἶναι ἀφηρημένη, στὴν ἀπροσδιοριστία τοῦ μεταφυσικοῦ. Ἀντὶ μόνη της νὰ τὸ ὁμολογίσει, ὥστε μ᾿ αὐτὸ νὰ ὑποδείξει στοὺς ἀνθρώπους, στὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, τὸ ἠθικό, τὸ θρησκευτικό, τὸ ὑπαρξιακό, ἔδωσε ἡ φιλοσοφία τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι, πεζὰ ἐκφραζόμενο, νὰ καταδοκοῦν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν καλὴ τους τὴ φύση καὶ νὰ μποῦν στὸ καθαρὰ φαινομενικό” (ὑποσημ. τοῦ Κ. μὲ ἀστερίσκο). Ἐπίσης, λέει ὁ Κ., ἡ Speculations Philosophie νομίζει ὅτι μπορεῖ νὰ ”κατανοήσει” τὸ Θε-άνθρωπο, ἐπειδὴ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θε-άνθρωπο τὸν προσδιορισμὸ τῆς Χρονικότητας, τοῦ Συγχρονισμοῦ καὶ τῆς Πραγματικότητας. ”Ὁ Θεάνθρωπος δὲν εἶναι ἡ ἑνότητα: Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. ...Ὁ Θεάνθρωπος εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μὲ Ἕνα καὶ μόνο ἄνθρωπο.” Καὶ ἀκολουθεῖ μία ἀνάλυσή του τοῦ ”παιδικοῦ Χριστιανισμοῦ” (”δὲ σοῦ ἐπιτρέπεται κυρίως χωρὶς αὐτοεξέταση νὰ ἀφήνεις ”τοὺς ἄλλους” νὰ σοῦ δημιουργοῦν τὴ φαντασίωση ἢ ὁ ἴδιος νὰ φαντάζεσαι πὼς εἶσαι Χριστιανός”), ὅπου ἡ ”παράσταση” τοῦ ”Θεοῦ” δὲν ἐνέχει τὴν ποιότητα: ”Θεός”, ἑπομένως δὲν ἔχει καμμία κατηγορία, καὶ δὲν προσκρούει σὲ κανένα σκανδαλισμό. Πρϐλ. Ζ. Κίερκεγκωρ, ὅ.π., σελ. 90, ὑποσημ. μὲ ἀστερίσκο (*).

[23] Γιὰ τὴ διαφορὰ μεταξὺ μιᾶς ἰδιοφυΐας καὶ ἑνὸς Ἀπόστολου βλ. τὸ βιϐλίο τοῦ Κ. "Περὶ τοῦ βιϐλίου τοῦ Magister Adler", τὸ ὁποῖο δὲν ἐξέδοσε, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τοῦ βιϐλίου ποὺ ἀφορᾶ στὸ ἐν λόγω θέμα, περὶ τῆς διαφορᾶς κ.λπ., τὸ βρίσκομε στὸν ἐνδέκατο τόμο τῶν ἔργων του, 1847, σσ. 109-127, μὲ τίτλο: ”Om forskjellen mellem et Genie og en Apostel".

[24] Ἑπομένως, ἡ ἀντίληψη τῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ πίστη ἀπαιτεῖ, προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη τοῦ ”Παράδοξου”, εἶναι πλήρης παρανόηση τοῦ Κ.

[25] Ὡς ἐπέκταση τοῦ Μάρκ. 6,2-6· ”Πολλοὶ ἀκούοντες ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· πόθεν τούτῳ ταῦτα; καὶ τίς ἡ σοφία, ἡ δοθεῖσα αὐτῷ, καὶ δυνάμεις τοιαῦται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ γίνονται; οὐχ οὗτος ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώϐου καὶ Ἰωσῆ καὶ Ἰούδα καὶ Σίμωνος; καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡμᾶς; καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ...

[26] Βλ. Ν. Νησιώτη, ὅ.π., σελ. 311, ὑποσημ. 1.

[27] Πρϐλ. Β΄Κορ. 4,7· ” Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερϐολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ὑμῶν”.

[28] Ἡ Θεωρησιακή, Ἰδεαλιστικὴ-ἀφαιρετικὴ Φιλοσοφία τοῦ Ἑγέλου.

[29] Ὁ δὲ Ἰωάννης ἀκούσας ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ, πέμψας διὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ... καὶ νεκροὶ ἐγείρονται καὶ πτωχοὶ εὐαγγελίζονται· καὶ μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί.”

[30]Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταϐάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσει εἰς τὸν αἰῶνα· ...Ἐμάχοντο οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν; εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. ...Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπαν· σκληρός ἐστιν ὁ λόγος οὗτος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν; εἰδὼς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι γογγύζουσιν περὶ τούτου οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ὑμᾶς σκανδαλίζει; ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναϐαίνοντα ὅπου ἦν πρότερον; τὸ πνεῦμά ἐστιν τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν.”

[31] Βλ. σελ. 11, παραπομπὴ Νο 19.

[32]πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· γέγραπται γάρ· πατάξω τὸν ποιμένα... ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι.

[33]οὐαὶ τῷ κόσμῳ ἀπὸ τῶν σκανδάλων· ἀνάγκη γὰρ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα, πλὴν οἰαὶ τῷ ἀνθρώπῳ δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται. Εἰ δὲ ἡ χείρ σου ἢ ὁ πούς σου σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὸν...

[34]ὁ δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ εὐθὺς μετὰ χαρᾶς λαμϐάνων αὐτόν· οὐκ ἔχει δὲ ῥίζαν ἐν ἑαυτῷ ἀλλὰ πρόσκαιρός ἐστιν, γενομένης δὲ θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται.”

[35]Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς.”

[36] Λουκ. 2,34.

[37] Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κ. συνοψίζεται στὸ Ματθ. 16,17· ”ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαρωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς”.

[38] Πρϐλ. Ματθ. 16,17 (”ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς”).

[39] Ζ. Κίερκεγκωρ, ὅ.π., σελ. 147.

[40] Ζ. Κίερκεγκωρ, ὅ.π., σελ. 165.

[41] ...ποὺ ἔκανε ὁ Κίερκεγκωρ τὴν Παρακευὴ 1 Σεπτεμϐρίου 1848 στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας (στὴν Κοπεγχάγη).

[42] Ἐκφραστικώτατη εἶναι ἡ παράσταση τοῦ θέματος ἀπὸ τὸν Κίερκεγκωρ: Ἐὰν ἔχουμε, λέει, δύο Εἰκόνες, μία τῆς Σταύρωσης τοῦ Χριστοῦ καὶ μία τῆς Ἀνάστασης, πῶς ἑλκυώμεθα ἀπὸ τὸν Χριστό; Μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ ξεκινήσουμε γιὰ νὰ φτάσουμε ἀπὸ τὴ μία στὴν ἄλλη; Ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε σὲ πρῶτο πλάνο; Ἀπὸ τὸν Ταπεινωμένο ἑλκώμεθα Χριστὸ ἢ ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὸ Μεγαλεῖο Του; Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στὴ συνέχεια ποὺ ἀφορᾶ στὴν ὑπαρκτὴ Χριστιανοσύνη (ἡ ὁποία, ”πεπεισμένη”, θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἤδη ”θριαμϐεύουσα”) καὶ τὴ Στρατευμένη Ἐκκλησία._ Πρϐλ. τὴ σειρὰ ἀποδοχῆς τῆς Ὀρθ. Ἐκκλησίας: ”Προσκυνοῦμεν Σου τὰ πάθη Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν ἔνδοξόν Σου Ἀνάστασιν”.

[43]αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.

[44] Τὸ παράδειγμα περιπτώσεων, ὅπως αὐτὸ τῆς ἀναφορᾶς στὸν Νικόδημο, στὰ σχετικὰ κηρύγματα δείχνει τὸ πόσο εὔκολα μπορεῖ κανείς, ἱεροκήρυκας καὶ ἀκροατήριο, νὰ γίνει παρατηρητής, κριτής. Συνήθως παρουσιάζεται τὸ θέμα ἀπὸ τὸν ἱερέα ὡς ἑξῆς: «”στὴν οὐσία ὁ Νικόδημος ἦταν ἐν τούτοις ἕνας ἀδύναμος ἄνθρωπος· ἀντὶ νὰ συνταχθεῖ ὁλοφάνερα μὲ τὸν Χριστό, ἔρχεται σ᾿ Αὐτόν, φοϐούμενος τοὺς ἀνθρώπους κρυφὰ τὴ νύχτα”. Σ᾿ αὐτὴν τὴν ὁμιλία κολακεύει ”ὁ ἱερέας” τὸν ἑαυτό του, καὶ αὐτὴ ἡ ὁμιλία βρίσκει εὐχάριστη ἀνταπόκριση στὰ μάτια τῆς ἐνορίας -...ἀφοῦ πραγματικὰ σιωπηρὰ παρεισάγει λαθρεμπορικά, ὅτι τόσο ὁ κύριος πάστορας, ὅσο ἐπίσης καὶ ὅλοι οἱ παρόντες εἶναι ἐντελῶς διαφορετικοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν Νικόδημο. Τώρα τὰ πράγματα ἔχουν διαφοροποιηθεῖ. Τοὺς εἶναι περισσότερο εὔκολο νὰ Τὸν ὁμολογήσουν ἀνοικτά, παρὰ νὰ παραιτηθοῦν ἀνοικτὰ ἀπὸ τὸ Χριστιανισμό. Ἐὰν ἔτσι κηρύσσεται, μήπως ἔχει γίνει ὁ Χριστιανισμὸς κυριολεκτικὰ φλυαρία; Ὁ Λούθηρος ἔλεγε ὅτι ὁ ”κεραυνός” (ἡ φωτιὰ τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ) πιὸ συχνὰ ἀπὸ παντοῦ χτυπάει τὴν Ἐκκλησία. Πόσο παράδοξο, ποὺ δὲ τὴ χτυπάει κάθε Κυριακή, γιὰ νὰ πετύχει τέτοια κηρύγματα, ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕνα εἶδος παρέκκλισης, καθὼς ὁ ὁμιλῶν ψευδῶς ἐξυμνεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἀκροατές, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο σὲ σχέση μὲ αὐτὸν καὶ αὐτοὺς εἶναι ἀπόλυτα ἀναληθές.» (Ζ. Κίερκεγκωρ, ὅ.π., σελ. 290).

[45] Ὁ Κ. λέει: «Ὁ αὐτήκοος μάρτυρας καὶ γραφέας αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ (ὁ εὐαγ. Ἰωάννης), ὁ καλλίτερος, βέϐαια, ἑρμηνευτής, ἀλλὰ, ἐπίσης, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, μέσω τῆς θεϊκῆς αὐθεντίας του, διατάσσει σιωπὴ καὶ περατώνει κάθε περαιτέρω ἑρμηνεία...»

[46]ὃς ἐν μορφῇ θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ, ἀλλὰ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαϐών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος· καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ”.

[47] Πρϐλ. Μάρκ. 6,2-6.

[48] Κάτι παρεμφερὲς σκέφτονταν, σὲ μιὰ ἄλλη γωνιὰ τοῦ πλανήτη, ἕνας σύγχρονος τοῦ Κ., ὁ ὀρθόδοξος Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881), ὅταν ἔγραφε γιὰ τὸ πῶς θὰ συμπεριφέρονταν ἡ Ἱερὰ Ἐξέτασις στὸν Χριστό, ἂν Αὐτὸς ζοῦσε τὴν περίοδο ποὺ αὐτὴ εἶχε τὴ γνωστὴ ἐξουσία της στὴ Δύση (Πρϐλ. Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ (μετάφρ. Σ.Π.), Σύγχρονες Ἐκδόσεις, σελ. 220-229)._ Ἀντιθέτως πρὸς τὴν «κατανόηση» τοῦ Κ. απὸ πλευρᾶς Εὐαγγελικῶν, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ”βλέπουν”, καὶ αὐτοί, ὅπως καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου, ἕνα μυστικισμὸ στὴν ἑρμηνεία τοῦ Κ. ὡς πρὸς τὴ σχέση του μὲ τὸ Χριστὸ (καὶ τὴν Ἐκκλησία).

[49] Λέγεται ὅτι ὁR. Bultmann, καὶ μὲ αὐτόν ὅλη ἡ ”Διαλεκτικὴ Θεολογία”, ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν Κίερκεγκωρ, μέσω τοῦ Heidegger, σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ τὸν ὁδήγησε νὰ ἀναπτύξει τὴν ”existentiale Interpretation der neutestamentlichen Texte” καὶ στὴν ἀπαίτηση νὰ ”ἀπομυθοποιήσει” τὸ κήρυγμα (πρϐλ. σημείωση τοῦ Gerd Mohn, ἐκδότη τοῦ Gütersloher Verlagshaus, στὸ πίσω ἐξώφυλλο τῆς Γερμανικῆς ἔκδοσης τοῦ βιϐλίου τοῦ R. Bultmann, Jesus Christus und die Mythologie, ὅ. π.,: "…Die stark an Sören Kierkegaard orientierte Philosophie des jungen Heidegger führte Bultmann zur existentialen Interpretation der neutestamentlichen Texte und zu der Forderung, die Verkündigung zu "entmythologisieren". Seine Theorie kreist um die Frage, wie sich der Glaube an J. Christus zum historischen Jesus verhält.”._ Πρϐλ., πάνω στὸ ἴδιο θέμα, Σ. Ἀγουρίδη, ὅ.π., σσ. 259-277).

[50] Οι Εβιωναίοι ήσαν οπαδοί μιας ιουδαϊκοχριστιανικής αίρεσης του 1ου και 2ου αιώνα, που τηρούσαν ιδιαίτερα τον Μωσαϊκό νόμο. Στη γλώσσα της δογματικής χαρακτηρίζει την αντίληψη, που τονίζει την ανθρώπινη πλευρά του προσώπου του Χριστού, ενώ, ταυτόχρονα, αποδυναμώνει την θεϊκή, μέσα από την υπόθεση ότι το Πνεύμα του Θεού ήρθε κατά την βάπτιση του Χριστού και επενέργησε επάνω του μέχρι τα πάθη του.

[51] Πλειάδα από πολυσχιδή θρησκευτικά συστήματα. Κοινό χαρακτηριστικό ο έντονος δυαλισμός του πνευματικού και του υλικού. Από την ύλη απολυτρώνεται ο άνθρωπος μέσω του ουρανίου λυτρωτή, του Χριστού, ο οποίος ενώθηκε με τον άνθρωπο Ιησού με το βάπτισμα. Όμως, ο ουράνιος λυτρωτής εγκατέλειψε αυτόν τον άνθρωπο, τον Ιησού, πριν από την σταύρωσή του, επειδή το θεϊκό είναι υπεράνω των παθών (Σχόλιο του N.Thulstrup, ένθ’ ανωτ., σελ. 665).

[52] Από την άποψη της αιωνιότητας.


Σχόλια   

0 #1 admin 23-11-2013 15:35
Τεστ για σχόλιο απο τον διαχειριστή
Επικεφαλίδα

Αυτό το κείμενο είναι δημόσιο και μπορούν να το δούν όλοι !
Δοκιμή http://www.kierkegaard.gr/home/articles
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση