46 EC 135/ SV XII,124. Anti-Climacus kontrastiert die Doppelreflexion mit der Reduplikation, bei der der Mitteilende für das, was er sagt, mit seinem Leben einsteht, wie Christus es getan hat. («Kierkegaard und Wittgenstein: "Hineintäuschen in das Wahre"» von Mariele Nientied,  Σελ. 30, υποσ. Νο 46.)

(Ο Anti-Κλίμακος αντιπαραθέτει στο διπλό στοχασμό (Redublikation) τη διπλή αντανάκλαση (Doppelreflexion), κατά την οποία ο μεταδότης, ό,τι λέει, ανταποκρίνεται με τη ζωή του, όπως έκανε ο Χριστός.)

(Η πρώτη ἀνάκλαση του «ἀντικειμενικοῦ» μηνύματος καὶ η δεύτερη ἀντανάκλαση εἶναι τοῦ προσώπου ποὺ τὸ μεταδίδει.)


Reflexion: «Αρχικά η αντανάκλαση ή η επιστροφή ακτίνων φωτός, μεταφορικά: ο διαλογισμός, η εξέταση, η παρατήρηση. Ο Κίρκεγκωρ χρησιμοποιεί αυτό τον όρο σε συμφωνία προς την επηρεασμένη από τον Έγελο εποχή του εξαιρετικά συχνά, αλλά με διάφορες παραλλαγές στη σημασία: α) με το συνηθισμένο νόημα: παρατήρηση, στοχασμός· β) με σημασία ανάμεσα στη συνηθισμένη χρήση και στην εγελειανή χρήση: με το διαλογισμό συμβαίνει αναδιπλασιασμός της σκέψης, που ενώ αρχικά κατευθύνεται άμεσα πάνω στο αντικείμενό της, ταυτόχρονα ανακόπτεται και ανακλάται, κάτι δηλαδή που υπερβαίνει την αμεσότητα. Έτσι λέει ο Κίρκεγκωρ χρησιμοποιεί τον όρο με το εγελειανό νόημα, ανταποκρινόμενο όμως στον υπαρξιακό του ρεαλισμό, προσανατολισμένο περισσότερο ψυχολογικο - ηθικά, π.χ. «διεσκεμμένο (durchreflektiert) άτομο· χρησιμοποίηση του «διαλογισμού» σαν όρου για αναφορά στην εγελειανή φιλοσοφία. Ιδιαίτερα σημαντική για τον Κίρκεγκωρ είναι η κατά του Εγέλου στραμμένη γνώμη του, πως η πίστη και τα άλλα δεν είναι «αμεσότητα», δηλαδή μη διαστοχασμένο πρώτο σκαλοπάτι της πορείας που οφείλει να «καταργηθή» μέσω της γνώσης· ο Κίρκεγκωρ αποδείχνει πως σχεδόν όλες οι «άμεσες» υπαρξιακές εκδηλώσεις βρίσκονται κάτω απ’ την επιρροή του διαλογισμού.» (Σ. Κίρκεγκωρ, Η Έννοια της Αγωνίας, Λεξιλόγιο της Liselotte Richter, ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ (Reflexion), μετ. Γ. Τζαβάρα, σελ. 205εξ.)
::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

Το αντίθετο της άμεσης μετάδοσης ενός μηνύματος είναι ἡ έμμεση μετάδοση. Αυτή μπορεί να δημιουργηθεί με δύο τρόπους:
    Ἡ έμμεση μετάδοση μπορεί να είναι μία τέχνη, μέσω της οποίας το μήνυμα διπλασιάζεται. Ἡ τέχνη συνίσταται ακριβώς στο ότι ὁ μεταδότης, καθώς αυτός κατά τη μετάδοσή του αυτοαναιρείται, καθιστώντας τον εαυτό του ανύπαρκτο, ή τοποθετείται καθαρά αντικειμενικά [αφού για τον ίδιο του τον εαυτό δεν μεταδίδει τίποτα] και κατ’ αυτόν τον τρόπο ενώνει, ασταμάτητα, ποιοτικές. Αυτό είναι που ορισμένα ψευδώνυμα (Ιωάννης της Κλίμακος «Τελικό, μη επιστημονικό Υστερόγραφο», Ιωάννης της Αντικλίμακος «Η Ασθένεια προς Θάνατον», «Άσκηση στον Χριστιανισμό») τείνουν να αποκαλούν διπλή αντανάκλαση- διπλό αναστοχασμό της μετάδοσης. Π.χ. έμμεση μετάδοση είναι: το να συνθέτεις αστείο και σοβαρό με τέτοιο τρόπο, ώστε η σύνθεση να είναι ένας διαλεκτικός κόμβος, και μ’ αυτόν τον τρόπο να καθιστάς τον εαυτό σου απόντα, ανύπαρκτο. Αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με αυτό το είδος της μετάδοσης, τότε θα πρέπει αυτός ο ίδιος να λύσει τον κόμπο. Ή, έγκειται στο να φέρει την άμυνα και την επίθεση τόσο στενά σε μια ενότητα, ώστε κανείς να μην μπορεί καν άμεσα να πει, αν του επιτίθενται ή τον υπερασπίζονται, έτσι ώστε τόσο ο πιο ένθερμος υποστηρικτής μιας υπόθεσης, όσο και ο πιο χειρότερος εχθρός της, και οι δύο, ο καθένας τους να πιστεύει ότι είναι σύμμαχός του – και μ’ αυτόν τον τρόπο να πάψει ο ίδιος να υπάρχει, να είναι ένας απών, ένα αντικειμενικό κάτι, κανένα υποκείμενο, προσωπικό άτομο. [Ο μεταδότης δεν φαίνεται πουθενά στην διαδικασία της μετάδοσης.] Εάν, λοιπόν, σε μια δεδομένη στιγμή εξαφανιζόταν, κατά κάποιον τρόπο, η πίστη απ’ τον κόσμο και γινόταν κάτι το οποίο θα όφειλε κανείς να το αναζητήσει μεταξύ των «απολεσθέντων αντικειμένων», ίσως τότε θα μπορούσε αυτό να είναι ωφέλιμο στο να προσελκύσει μ’ αυτόν τον τρόπο διαλεκτικά την πίστη, ωστόσο, δεν μπορώ εγώ να αποφασίσω, κατά πόσον αυτό μπορεί να είναι επωφελές· αλλά εδώ είναι ένα παράδειγμα έμμεσης μετάδοσης ή μιας μετάδοσης σε διπλή αντανάκλαση [με διπλό στοχασμό]:1 κάποιος παρουσιάζει την πίστη με μια έξοχη έννοια, κάνει την παρουσίαση έτσι, ώστε ο πλέον ορθόδοξος να δει μέσα σ’ αυτήν μια προάσπιση της πίστης και ο ελευθερόφρων, ο φιλελεύθερος στοχαστής μία επίθεση, ενώ ο μεταδότης είναι εκμηδενισμένος, δεν είναι κανένας άνθρωπος, είναι μόνον ένα αντικειμενικό κάτι – αν και ίσως ένας επιτήδειος κατάσκοπος που, μέσω αυτής της μετάδοσης, πληροφορείται ποιος είναι ποιος, ποιος είναι ο πιστός και ποιος είναι ο ελευθερόφρων στοχαστής· γιατί αυτό γίνεται εμφανές, κρίνοντας την γενεσιουργό αιτία, η οποία ούτε επιτίθεται ούτε υπερασπίζεται.
    Όμως, η έμμεση μετάδοση μπορεί επίσης να δημιουργηθεί και μ’ άλλον τρόπο, δηλ. μέσα από τη σχέση μεταξύ της μετάδοσης του μηνύματος και του μεταδότη. Σ’ αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, ο μεταδότης είναι παρών, ενώ στην πρώτη περίπτωση έμενε εκτός· πλην όμως αυτό, ας σημειωθεί, [όχι απερίσκεπτα, αλλά] μέσα από μια αρνητική αντανάκλαση, έναν αρνητικό στοχασμό. Τελικά, η εποχή μας δεν γνωρίζει πραγματικά καμιά άλλου είδους μετάδοση εκτός από αυτήν την πενιχρή: να παραδίδει μαθήματα, να διδάσκει. Έχουμε ξεχάσει παντελώς τη σημαίνει «να υπάρχεις». Σε οποιαδήποτε μετάδοση, σχετική με την ύπαρξη, απαιτεί έναν μεταδότη· ο μεταδότης δηλαδή είναι ο διπλός στοχασμός της μετάδοσης. [: για να υπάρχει κανείς σε αυτό, που καταλαβαίνει, σημαίνει: να στοχάζεται διπλά .] Και ο διπλός στοχασμός συνίσταται, έγκειται στο ότι αυτός υπάρχει σ’ εκείνο που καταλαβαίνει. ("Ο στοχασμός της εσωτερικότητας είναι ο διπλός στοχασμός του υποκειμενικού στοχαστή.")2
    Ωστόσο, [α]εάν είναι παρόν ένας μεταδότης, ο οποίος ο ίδιος υπάρχει σ’ αυτό το οποίο μεταδίδει, τότε αυτό το μήνυμα δεν μπορεί να ονομαστεί ακόμη έμμεσο μήνυμα. Αν, από την άλλη πλευρά, [β]ο ίδιος ο μεταδότης είναι διαλεκτικά προσδιορισμένος, εάν είναι η ίδια του η ουσία ένας προσδιορισμός αντανάκλασης-στοχασμού, τότε όλη η άμεση μετάδοση είναι αδύνατη. [με αυτόν τον τρόπο η επικοινωνία γίνεται, από μόνη της, μια έμμεση επικοινωνία.]
    Αυτό συμβαίνει με τον Θεάνθρωπο. Αυτός είναι ένα Σημείο, το Αντιλεγόμενο Σημείο, Αυτός βρίσκεται "στο μη αναγνωρίσιμο" [Inkognito], επομένως, είναι όλη η άμεση μετάδοση αδύνατη. Διότι εάν η μετάδοση ενός μεταδότη πρέπει να είναι απλή, οφείλει όχι μόνο η μετάδοση να είναι άμεση, αλλά και ο ίδιος ο μεταδότης πρέπει να προσδιορίζεται άμεσα. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, τότε, παρ’ όλα αυτά, ακόμα και η πιο άμεση δήλωση ενός τέτοιου μεταδότη, μέσω του μεταδότη (που σημαίνει, μέσω αυτού που είναι ο μεταδότης) δε θα γίνει άμεση μετάδοση.
    Εάν κάποιος πει άμεσα: Εγώ είμαι ο Θεός, Εγώ και ο Πατέρας είμαστε Ένα, 3 τότε αυτό είναι άμεση μετάδοση. Εάν τώρα, όμως, εκείνος που το λέει, ο μεταδότης, είναι ένας και μόνος άνθρωπος [έστω το συγκεκριμένο άτομο, το ηθικό άτομο, το ξέχωρο], ένας και μόνος άνθρωπος εντελώς όπως και οι άλλοι άνθρωποι: τότε αυτή η μετάδοση δεν είναι ακριβώς εντελώς άμεση· γιατί δεν είναι ακριβώς εντελώς άμεσο το ότι ένας και μόνος άνθρωπος θα πρέπει να είναι Θεός, ενώ αυτό που λέει είναι εντελώς άμεσο. Η μετάδοση εμπεριέχει μέσω του μεταδότη μια αντιλογία: γίνεται μία έμμεση μετάδοση· και ως τέτοια σε θέτει μπροστά σε μια επιλογή: εάν θέλεις να πιστέψεις Τον μεταδότη ή όχι.
    Θα μπορούσε πραγματικά κανείς να αρχίσει κλαίει, εάν σκεφτεί την κατάσταση του Χριστιανισμού στην Χριστιανοσύνη, με αφορμή αυτό που χρησιμοποιείται επανειλημμένα στο κήρυγμα, και μάλιστα με τη μεγαλύτερη εμπειρογνωμοσύνη, αυτό που έχει περιγραφεί ως κάτι το πραγματικά εντυπωσιακό και πειστικό. Λέγεται, ότι ο Χριστός ο ίδιος μάλιστα είπε, ότι είναι ο Θεός, ο Μονογενής του Πατρός· αποστρέφεται κανείς κάθε μυστικότητα ως ανάξια του Χριστού, ως ασήμαντο και κενόδοξο πράγμα σε σχέση με ένα τόσο σοβαρό θέμα (το πιο σοβαρό απ’ όλα: τη σωτηρία της ανθρωπότητας)· διαβεβαιώνει κανείς ότι ο Χριστός έχει δώσει άμεσες απαντήσεις σε άμεσες ερωτήσεις. Δυστυχώς, τέτοιοι ιερείς δεν ξέρουν, δεν έχουν ιδέα για ποιο πράγμα μιλάνε· είναι σαν να μη βλέπουν ότι καταργούν τον Χριστιανισμό. Αυτόν που ήταν για τους Εβραίους σκανδαλισμός, για τους Έλληνες ανοησία-μωρία·4 Αυτόν, το Μυστήριο, που αποκάλυψε τα πάντα, όλα τα πράγματα (ακριβώς, ως Μυστήριο): Αυτόν, τον κάνει-τον μορφοποιεί-τον μετατρέπει κανείς ανθρώπινα, σε έναν τόσο σοβαρό δημόσιο άνδρα, που θα είναι σχεδόν το ίδιο σοβαρός όπως και ο αιδεσιμότατος πάστορας· Αυτόν, μόνον αν κάνει κανείς την ενοχλητική προσπάθεια και με μια εντελώς αφελή χαλάρωση-άνεση Τον ρωτήσει: "πες μου τώρα, μεταξύ μας, στα σοβαρά", θα αποκομίσει, χωρίς όλο «τον φόβο και τον τρόμο» μπροστά στη Θεότητα, χωρίς το χαροπάλεμα το οποίο περιγράφει τη γέννηση της πίστης, χωρίς το δέος, το οποίο στη λατρεία πρωτοεμφανίζεται, χωρίς το ανασκίρτημα μπροστά στο ενδεχόμενο του σκανδαλισμού, τότε, θα γνωρίσει άμεσα κανείς, τί δεν μπορεί να γίνει άμεσα γνωστό.
     Ναι, και βέβαια είπε ο Χριστός, εντελώς άμεσα, για τον εαυτό Του ότι είναι ο Μονογενής του Πατρός, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό το είπε Αυτός, το Σημείο του Σκανδαλισμού εντελώς άμεσα –όμως, τι θέλει να πει αυτό; Κοίτα, εδώ σταματάμε και πάλι. Εάν είναι Αυτός το Σημείο του Σκανδαλισμού, τότε δεν μπορεί να δώσει άμεση μετάδοση, αυτό σημαίνει, η δήλωση μπορεί μεν να είναι εντελώς άμεση, όμως το ότι Αυτός είναι παρών, ότι Αυτός, το Σημείο του Σκανδαλισμού, λέει, προκαλεί στο να γίνει αυτό μια έμμεση μετάδοση. Ναι, και βέβαια είπε ο Χριστός: "πιστέψτε με", πράγμα που είναι βέβαια μια εντελώς άμεση δήλωση. Εάν όμως τώρα Αυτός που το λέει είναι "το Σημείο το Αντιλεγόμενο", τι γίνεται τότε; Τότε αυτή η άμεση δήλωση γίνεται στο στόμα του ακριβώς η έκφραση για το ότι η πίστη δεν είναι κάτι το τόσο εντελώς άμεσο, ή για το ότι αυτή η εντολή απ’ Αυτόν, να πιστέψουμε, είναι η ίδια μια έμμεση μετάδοση.
     Και όσον αφορά τώρα τη σοβαρότητα, οι αιδεσιμότατοι κύριοι Πάστορες καταλαβαίνουν εξίσου καλά την σοβαρότητα όσο και τον Χριστιανισμό γενικότερα. Η σοβαρότητα έγκειται ακριβώς στο ότι ο Χριστός δεν μπορεί να δώσει κάποια άμεση μετάδοση, ότι η μόνη άμεση μετάδοση, ακριβώς όπως το θαύμα, μπορεί μόνον να βοηθήσει στο να προκαλέσει την προσοχή, έτσι ώστε τότε αυτός, που έγινε προσεκτικός, πέφτοντας πάνω στην Αντιλογία, να μπορέσει να επιλέξει, εάν θέλει να πιστέψει ή όχι.
      Αλλά παραπλανάει κανείς το Χριστιανικό από κάθε άποψη. Κάνει κανείς το Χριστό μια ιδεαλιστική-θεωρητική-εγελειανή [Speculativ] ενότητα από Θεό και άνθρωπο. Ή εξοστρακίζει, απορρίπτει κανείς τον Χριστό εντελώς μακριά και αποδέχεται μόνον τη διδασκαλία Του. Ή κάνει κανείς τον Χριστό μ’ όλην τη σοβαρότητα ένα είδωλο. Πνεύμα, σημαίνει απόκρυψη της άμεσης αμεσότητας. Εάν ο Χριστός είναι αληθινός Θεός, τότε πρέπει να είναι Αυτός στο μη αναγνωρίσιμο, καλυμμένος στο μη αναγνωρίσιμο, το οποίο είναι η άρνηση όλης της αμεσότητας. Η άμεση αναγνωρισιμότητα είναι ακριβώς χαρακτηριστικό ενός ειδώλου. Αλλά γι’ αυτόν τον σκοπό βάζει κανείς τώρα τον Χριστό, κι’ αυτό κατόπιν θα πρέπει να είναι σοβαρό. Παίρνει κανείς την άμεση δήλωση [ναί Είμαι ο Θεός], σχηματίζει φανταστικά μια μορφή που αντιστοιχεί σ’ αυτό (κατά προτίμηση συναισθηματική με γλυκό βλέμμα, φιλικά μάτια, ή κάτι άλλο, που θα περνούσε απ’ το μυαλό κάποιου ανόητου πάστορα), και τότε αυτό είναι απολύτως σίγουρα άμεσο ότι ο Χριστός είναι Θεός! Ω, αποκρουστική, συναισθηματική απερισκεψία! Όχι, έτσι εύκολα δεν μπορεί κανείς να φτάσει να γίνει Χριστιανός. Αυτός είναι "το Αντιλεγόμενο Σημείο" και μέσα από την άμεση δήλωση σε δεσμεύει Αυτός μόνον και μόνο γι’ αυτό σ' Αυτόν, επάνω Του, για να πρέπει να πέσεις τώρα πάνω στην Αντιλογία, και να αποκαλυφθούν οι σκέψεις της καρδιάς σου, διαλέγοντας εάν θέλεις να πιστέψεις ή όχι.

----------------------------------------------------------

1.   Μερικές, διάσπαρτες σκέψεις του Κίερκεγκωρ, που θα βοηθούσαν στην κατανόηση του Inkognito:
     Γι’ αυτό ο Χριστός ο ίδιος ήταν πιο σημαντικός, πιο σπουδαίος από τη διδασκαλία Του (απάντηση στο ερώτημα «τί θα γινόταν, εάν χάνονταν η Βίβλος; Θα χάνονταν και η πίστη;» Gotth. Ephr. Leßings "nöthige Antwort auf eine sehr unnöthige Frage des Hrn. Hauptpastor Goeze in Hambung": „Ob die Christliche Religion bestehen könne, wenn auch die Bibel völlig verlohren ginge, wenn sie schon längst verlohren gegangen  wäre, wenn sie niemals gewesen wäre?“ «Θα υπήρχε Χριστιανική Θρησκεία, εάν η Βίβλος είχε χαθεί ή εάν δεν υπήρξε ποτέ;»).
     Το να «υπάρχει» κανείς, σημαίνει ότι «Υπάρχει σ’ αυτό που Είναι». Η Ύπαρξη είναι σαν μια γραμμή, πάνω στην οποία επικάθεται το Είναι (η εμπειρία του). Εάν λείψει το τελευταίο, τότε η γραμμή, η Ύπαρξη, εξαφανίζεται, δεν έχει νόημα, δεν υπάρχει.
     «Τὸ ὑπάρχον ἄτομο, πρόσωπο, γίνεται συγκεκριμένο ἀπὸ τὴν ἐμπειρία του, καί στὴν πορεία, ἔχει τὴν ἐμπειρία του ἀκόμα μαζί του, καὶ γι' αὐτὸ μπορεῖ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ τὴν χάσει· τὴν ἔχει μαζί του ὄχι σὰν κάτι, ποὺ ἔχει κάποιος σὲ μιὰ τσέπη, ἀλλὰ ὡς αὐτὸ ποὺ τὸν συνιστᾶ, ἕνα σίγουρο κάτι, μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ ἴδιος εἰδικὰ προσδιορισμένος, ἔτσι ὥστε, χάνοντας την, νὰ χάσει τὸ δικό του συγκεκριμένο προσδιορισμό.» («Τελικὸ μὴ ἐπιστημονικὸ Ὕστερόγραφο» στὰ «Ψυχία Φιλοσοφίας» (1846), Søren Kierkegaard / Johannes Climacus.)
     («Γιὰ τὸ ὑπάρχον πρόσωπο, τὸ πάθος εἶναι ὕπαρξη στὰ ὑψηλότερα, κορυφαῖα ἐπίπεδα.» (S.K. ό.π.)
     «Μόνο πρὸς στιγμὴν τὸ συγκεκριμένο ἄτομο, μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ μιὰ ἑνότητα ἄπειρο καὶ πεπερασμένο ποὺ ξεπερνᾶ τὸ ὑπάρχον. Αὐτὴ ἡ στιγμὴ εἶναι ἡ στιγμὴ τοῦ πάθους.»
     «Ὑπάρχον ἄτομο» εἶναι ἁπλὰ μιὰ ρητορικὴ φράση, σὰν νὰ λὲς «στὴν πραγματικότητα» καὶ νὰ μὴν τὸ παίρνομε πολὺ κυριολεκτικά.
     «Τὸ ὑπάρχον σημαίνει νὰ εἶσαι, προφανῶς, στὸν κόσμο, καὶ τὸ πάθος εἶναι ἐπιδίωξη ἑνὸς στόχου.»
     Στὰ 1854 ὁ Κίρκεγκωρ ἔγραφε στὸ ἡμερολόγιό του: “Ἡ ὑπόσταση τοῦ χριστιανοῦ βρίσκεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Εἶναι”. «Ὁ Ἰησοῦς εἶναι, πρῶτα ἀπ' ὅλα, πολὺ περισσότερο Εἶναι παρὰ σκέψη.»
“Ἀπὸ τὸ 1834 ὁ Κίρκεγκωρ γράφει: “Ὁ Χριστὸς δὲν διδάσκει, ἐνεργεῖ· εἶναι.”)
     Ο Σωκράτης ακολούθησε έναν έμμεσο τρόπο εξαγωγής των απαντήσεων στις ερωτήσεις των μαθητών του, απαντήσεις τις οποίες οι ίδιοι οι μαθητές οφείλαν να εξαγάγουν από τη μνήμη τους. Ήξερε ότι η «γνώση» βρίσκεται στην «ανάμνηση». Και αυτήν προσπαθούσε μαιευτικά να την ανασύρει από τις «αναμνήσεις» των μαθητών του. Όμως στο θέμα της αναζήτησης της «Αλήθειας» δεν μπορούσε να βοηθήσει. Η «Αλήθεια» δεν είναι θέμα «γνώσης». Ο ίδιος, ως άνθρωπος, έστω και ως σοφός, δεν ήταν η «Αλήθεια». «Αλήθεια» είναι ο Θεός, ο Χριστός.
     Ο Χριστός ήρθε Ιnkognito. Ήθελε οι μαθητές του να πιστέψουν σε όσα αυτός ο Ίδιος Ήταν. Μία άμεση μετάδοση ήταν αδύνατη. Γι’ αυτό ακολούθησε τον άλλο τρόπο, της έμμεσης μετάδοσης. Στην περίπτωσή Του όμως η Έμμεση Μετάδοση αυτή ήταν σε «Διπλή Αντανάκλαση», επειδή ο Ίδιος ήταν, Υπήρχε σε αυτό που Μετέδιδε.
     Και ο Κίερκεγκωρ ακολούθησε έναν παρόμοιο, ανθρώπινο, τρόπο, μετάδοσης των μηνυμάτων του. Έμμεσο. Τα βιβλία του, με θεολογικά θέματα, τα υπέγραφε με ψευδώνυμα. (Το «γιατί» με διαφορετικά ψευδώνυμα είναι ένα άλλο θέμα.) Ο «αγαπητός» του αναγνώστης, όφειλε να έρθει σε επαφή με το περιεχόμενο του βιβλίου και να βγάλει τα συμπεράσματά του, μόνος του, χωρίς να επηρεαστεί από την προσωπικότητα του συγγραφέα. Είχε όμως και άλλα βιβλία, με ομιλίες του, κηρύγματα κ.λπ. Αυτά βέβαια είχαν το όνομά του, διαφορετικού τρόπου ευθύνης του.

2.   “Η αντανάκλαση-ο στοχασμός της εσωτερικότητας είναι η διπλή αντανάκλαση [Dobbelt-Reflexion] του υποκειμενικού στοχαστή. Σκεπτόμενος, σκέφτεται το γενικό-το καθολικό, αλλά όπως υπάρχει μέσα σε αυτήν τη Σκέψη, καθώς το αποκτά αυτό στην εσωτερικότητά του, γίνεται όλο και περισσότερο υποκειμενικά απομονωμένος.
     Η διαφορά μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής σκέψης πρέπει επίσης να εκφραστεί στη μορφή-με τη μορφή του μηνύματος* (* Η διπλή αντανάκλαση βρίσκεται ήδη στην ίδια την ιδέα του μηνύματος, ότι η Υποκειμενικότητα που υπάρχει στην Εσωτερικότητα της Απομόνωσης (η οποία από τον Εσωτερικό [κόσμο] εκφράζει τη Ζωή της Αιωνιότητας, στην οποία...)), δηλαδή, ο υποκειμενικός στοχαστής πρέπει αμέσως να συνειδητοποιήσει, ότι η μορφή πρέπει καλλιτεχνικά να έχει τόση αντανάκλαση όπως αυτή υπάρχει και στον τρόπο της σκέψης του ίδιου του του εαυτού. Από καλλιτεχνική άποψη, το μυστικό δεν είναι ότι εκφράζει ακόμα διπλό προβληματισμό, δεδομένου ότι η δήλωση αυτή είναι ακριβώς μια αντίφαση. ” (S. Kierkegaard, Τελικό, μη επιστημονικό Υστερόγραφο, Samlede Skrifter, VII Bind, Β΄Έκδοση, 1925, σελ. 61.)

3. Ιωάν. κ. 30.

4. Α΄Κορ. 1, 23

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::: 

"... Andererseits aber “verdoppelt” das Individuum die Zeichen seiner Mitteilung. Ein Individuum gibt nicht nur Zeichen, es ist auch Zeichen, wenn es sich mitteilt: es teilt sich stets auf charakteristische Weise mit, in einem bestimmten Ton, mit einem bestimmten Gesichtsausdruck, durch eine bestimmte Wortwahl usw., und der andere, der diese Zeichen sieht, zieht daraus seine Schlüsse, wie er die Mitteilung zu verstehen hat. Er “reflektiert” Inhalt und Art der Mitteilung aneinander. Dasselbe tut der andere, und beide wissen das voneinander. Jeder reflektiert die Reflexion des andern mit, ihre Reflexion ist jeweils eine Doppel-Reflexion."

.