KierkegardHeader

SØRΕΝ AABY KIERΚΕGAARD

 

Η ΖΩΗ=ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ KAΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ

 



Η μυθιστορηματική πορεία μιας ζωής που ταυτίστηκε τόσο πολύ με την ιδέα την οποία
είχε πιστέψει ως προσωπική αλήθεια, όσο σπάνια ταυτίζεται η ζωή κάποιου θεολόγου
ή φιλόσοφου με τις ιδέες που πρεσβεύει.

 

 

«Hvad er Sanhedet andet end et Liv for et idee.» S.K.

 

 

(Τί είναι η αλήθεια άλλο, από μια ζωή για μια ιδέα.)

Gileleje d. 1 Aug. 1835. (Papirer, I, σ. 53.)

 

 

 

 

nytorv

Nytorv, όπου και το σπίτι του Kierkegaard (από το περιοδικό "ΕΠΟΠΤΕΙΑ")
 
 

  


Ὑπάρχουν "ἡμερολόγια" ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ 1833. 20 ἐτῶν ἦταν τότε.

 

 

ergographia

 

Η Εργογραφία του Κ. από την Σ. Σκοπετέα (από το περιοδικό "ΕΠΟΠΤΕΙΑ") εμπλουτισμένη με βιογραφικά στοιχεία
 

Πρώτο μέρος:

 

Απὸ τὴ γέννησή του μέχρι τὴν ἀντιπαράθεσή του μὲ τὸ περιοδικὸ "Ο Κουρσάρος"

 

Ο πατέρας του, Michael.

 

Στο Saeding, στην περιοχή του Ringkoebing που βρίσκεται στις κεντροδυτικές ακτές της ηπειρωτικής Δανίας, της Γιουτλάνδης, γεννήθηκε το 1756 ο Μιχαήλ Kierkegaard, ο πατέρας του Soeren Aaby Kierkegaard. Tο σχήμα της Γιουτλάνδης μοιάζει μ' έναν "συναχωμένο" (έτσι την ονομάζουν οι Δανοί) κ’ έχει για ρουθούνι της την πόλη Ώρχους και αποτέλεσμα του συναχιού τα νησιά Σαμσοέ, Τουνοέ και Εντελάβε, που φοράει σαν χειμωνιάτικο σκούφο όλο εκείνο το ακραίο τμήμα πάνω από το φιόρδ Λιμ. jutlandΗ Γιουτλάνδη είναι ἡ βόρια, ακραία προέκταση της Ευρώπης, που δημιουργήθηκε από τις προσχώσεις του Ατλαντικού, εντελώς επίπεδη με έναν λοφίσκο στην μέση, ύψους 148 μόλις μέτρων. Αυτός προστατεύεται από δεκάδες πινακίδες που προειδοποιούν νια το ξαφνικό ανισόπεδο. Στο Skagerrak, στο βορειότερο μέρος της Γιουτλάνδης οι συνεχείς προσχώσεις επιβάλλουν το χτίσιμο καινούριων φάρων, σε συχνότητα 100 περίπου χρόνων, γιατί οι παλιοί, που είναι σαν να τοποθετήθηκαν βαθύτερα στην ενδοχώρα, δεν εξυπηρετούν πλέον. Έτσι, όταν φυσούν οι άνεμοι του βόρειου παγωμένου ωκεανού, οι κάτοικοι της Γιουτλάνδης, ως επὶ το πλείστον ψαράδες, δεν έχουν κανένα φυσικό οχυρό για να προστατευθούν. Αυτό έχει δημιουργήσει και ένα προηγούμενο και στην ψυχολογία τους π.χ. ίσως να δέχθηκαν τον Λουθηρανισμό κάποτε, στον οποίο μένουν φανατικά πιστοί, αλλά n φύση του ξωμάχου έχει διατηρήσει τα χαρακτηριστικά των άμεσων δεσμών του με τη σχεδόν άγρια φύση την οποία παράλληλα αυτός λατρεύει, δίνοντάς της, ανάλογα με τα φαινόμενα που εκδηλώνει, διάφορα ονόματα, κάτι που θυμίζει λίγο την αρχαία ειδωλολατρία. Όλα αυτά, σε όλο τους το μεγαλείο μπορεί κανείς να τα βιώσει στα νησιά Fer (Feroee). Διατηρούν μάλιστα οι κάτοικοι της Γιουτλάνδης ένα φανταστικό χιούμορ, αρκεί κανείς να μπορεί να το αποκωδικοποιήσει απ' τη "βλάχικη" παραφθορά της γλώσσας τους.

Στην ιστορία της έρευνας για τον Kierkegaard υπήρξαν πολλά ευτράπελα αλλά και ευτυχήματα εξ αιτίας του ονόματός του, όπως, συν τοις άλλοις, και αυτό του Ουκρανού ερευνητή, του καθηγητή Malantsouk, για το οποίο θα γίνει λόγος στο τελευταίο μέρος της βιογραφίας. Κι’ αυτό επειδή Kirke-gaard, ο κήπος της Εκκλησίας, σημαίνει "νεκροταφείο". Το είχαν όμως και σαν επίθετο τους όλοι όσοι είχαν εργασιακή σχέση με τον πάστορα, δηλ. όσοι εργάζονταν και ζούσαν, και ανήκαν, στα κτήματα της ενορίας του -και τούτο όχι μόνον στην Γιουτλάνδη. (Μία γλωσσολογική εξαίρεση αποτελεί το όνομα του Soeren Ki(e)rkegaard που ένα -e- παρεισφρέει στο πρώτο συνθετικό, στην "Εκκλησία".)

 

Ένα απόγευμα στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1768 έπιασε ξαφνική μπόρα και ο νεαρός Μίχαελ Κί-ε-ρκεγκωρ, δώδεκα τότε χρονών, που βοσκούσε πρόβατα δεν είχε πουθενά να κρυφτεί. Σε ‘κείνα τα μέρη, απ' όπου κι' αν φυσάει, είσαι απροστάτευτος, όταν δε βαρύνουν τα σύννεφα κι’ ανοίγουν οι ουρανοί, έχεις την αίσθηση πάντα ότι οι επτά σφραγίδες τις αποκαλύψεως λύθηκαν και συ ζεις στιγμές απ' την επερχόμενη, κι' όχι πια μέλλουσα, κρίση. Ο μικρός Μίχαελ φοβήθηκε, κι' όταν ο φόβος φούντωσε, έγινε θυμός και απερίσκεπτη έκρηξη.

 

rikke may kristthorsson

Άρχισε να βρίζει τον θεό για την ασπλαχνία και την αναισθησία του. Έβριζε, έβριζε μέχρι που η καταιγίδα κόπασε, και μαζί της κι' η οργή του. Και τότε ήρθε η μεταμέλεια στην ευαίσθητη ψυχή του νεαρού αγοριού, μιας ψυχής βαθειά θρησκευόμενης, και έμελλε να επηρεάσει ολόκληρη την ζωή του, όπως και αυτή της οικογένειάς του. 

 

Ο θεός "άργησε(;)", αλλά δεν ξέχασε να απαντήσει στις φωνές της απελπισίας του μικρού παιδιού, και όταν έδωσε το πρώτο σημάδι του, αυτό ήταν τόσο έντονο και ξεκάθαρο που ο Μίχαελ το εξέλαβε σαν αρχή μιας μεγάλης τιμωρίας του. Αυτή θα μεγάλωνε όλο και περισσότερο, όσο πιο πλουσιοπάροχα, και απρόσμενα, του προσφέρονταν τα ελέη του θεού. Μετά από λίγα χρόνια, κάλεσε τον νεαρό Μίχαελ ο θείος του, ο αδελφός της μητέρας του ο Niels Andersen Saeding που ήταν μεγαλοεισαγωγέας μάλλινων υφασμάτων στην Κοπεγχάγη, Oestergade 29, για να μάθει την τέχνη του εμπορίου και να τον κληρονομήσει. Το γιατί κάλεσε το τελευταίο απ' τα επτά αδέλφια, είναι μυστήριο που ο Μίχαελ το ερμήνευσε με τον δικό του τρόπο. Όπως και έγινε, ακριβώς σαν στα παραμύθια. Αλλά αντί να είναι ευτυχισμένος ο Μίχαελ, τον κατείχε διαρκώς μια δυσθυμία η οποία ήταν έκφραση της βεβαιότητάς του ότι όλα αυτά του τα προσφέρει ο θεός για να μπορέσει, σαν τον Ιώβ, κάποτε, τόσο πιο σκληρά να τον τιμωρήσει. Μετά τα ιστορικής σημασίας γεγονότα στις αρχές του 19ου αιώνα, τα οποία έζησε από πρώτο χέρι και η Δανία, μαζί μ' ολόκληρη την Ευρώπη (η Δανία, ως σύμμαχος του Ναπολέοντα, πολέμησε εναντίον της Αγγλίας και υπέστη τα αποτελέσματα της ήττας της συμμαχίας), ο πληθωρισμός έριξε στην φτώχεια όλους τους εισοδηματίες το 1813, εκτός από πολύ λίγους, μεταξύ των οποίων και ο Μίχαελ Κίερκεγκωρ, επειδή είχε τη φαεινή έμπνευση να επενδύσει όλα του τα εισοδήματα σε κρατικά ομόλογα. Τα κρατικά ομόλογα η κυβέρνηση της Δανίας, για λόγους εθνικής αξιοπιστίας, τα κράτησε, με τα δόντια, σε ψηλά επίπεδα και έτσι οι κάτοχοί τους ήταν οι μόνοι που μπόρεσαν όχι μόνον να "κρατηθούν" στην αγορά, αλλά και να την ελέγξουν. Έτσι έγιναν οι πλούσιοι της νέας αυτής εποχής. Το γεγονός αυτό αναστάτωσε τον Μίχαελ Κίερκεγκωρ που έβλεπε σ' αυτό την επιθυμία του θεού να μην τον τιμωρήσει στερώντας του υλικά αγαθά, αλλά κάτι πολυτιμότερο. Και γι' αυτό, όταν σταθεροποίησε τα εισοδήματά του, σε ηλικία 40 χρονών, αποφάσισε να αυτοσυνταξιοδοτηθεί (πράγμα που έκανε τον Φεβρουάριο του 1797) και να ετοιμαστεί, σαν μια μορφή πρόκλησης(!) γι' αυτό που επρόκειτο να συμβεί, για ν' ασχοληθεί με αυτό που του βάραινε τη ψυχή όλα αυτά τα χρόνια. Εν τω μεταξύ είχε γίνει ο ευυπόληπτος πολίτης, οπαδός της φιλοσοφίας του Christian Wolf,[1] και συμμετείχε ενεργά στην πνευματική και θρησκευτική ζωή της πόλης.

 

Και τότε ήταν που άρχισε ο θεός, αυτός ο άτεγκτος, παλαιο- διαθηκικός θεός, ο θεός του Ιώβ και του Δαβίδ, να παίρνει το με­ρίδιό του. Άρχισε να του παίρνει τα πιο αγαπημένα πρόσωπα από την οικογένειά του ξεκινώντας απ' τη γυναίκα του, η οποία πέθανε μετά από δύο χρόνια γάμου χωρίς να του χαρίσει παιδιά. Καρτερικά, ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε, το 1797, απ' την καινούργια του σύζυγο, που ήταν μέχρι τότε η οικονόμος του σπιτιού, το πρώτο του παιδί, την Karen Kristine. Αργότερα ήρθαν στον κόσμο δύο ακόμα κορίτσια η Nicoline Kristine και η Petra Severine. Μετά από δύο χρόνια γεννήθηκε ο πρώτος γιός Peter Christian, και όταν αργότερα μετακόμισαν απ' το πλούσιο προάστιο Hilleroed στο κέντρο της πόλης, στο Nytorv 2, ήρθαν ο Soeren Michael και ο Niels Andreas και τέλος το έβδομο παιδί που το ονόμασαν Σαίρεν- Ώμπυ. 

 

Ο μικρός Σαίρεν.

 

Ο Σαίρεν γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1813 στην Κοπεγχάγη, «σε μια εποχή που πολλά κίβδηλα νομίσματα είχαν μπει στην κυκλοφορία», όπως έλεγε χαριτολογώντας ο ίδιος αργότερα. Το οικογενειακό κλίμα ήταν βαρύ, λόγω της θλίψης του πατέρα. Ο Σαίρεν γεννήθηκε μετά από απόσταση τεσσάρων ετών απ' τον τελευταίο γιό, και ήρθε ανέλπιστα. Ήταν μια επιπλέον ευλογία απ' τον θεό ή ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο μέρος για το τρομερό χτύπημα που περίμενε; Μήπως ήταν η ιστορία του Αβραάμ και του Ισαάκ που θα επαναλαμβάνονταν; Έτσι σκεφτόταν ο πατέρας και αποφάσισε να ασχοληθεί ειδικά με τον Σαίρεν Ώμπυ, να τον προετοιμάσει κατάλληλα, ώστε να μπορέσει να βοηθήσει όταν ο θεός αποφάσιζε να δείξει την οργή του. Τουλάχιστον έτσι το κατάλαβε ο Σαίρεν, όπως ο ίδιος αργότερα το έγραφε στο ημερολόγιο του, το 1848. Όλα αυτά είχαν επιπτώσεις στη διαπαιδαγώγηση του "Βενιαμίν" του σπιτιού. 

 

Επειδή το πεδίο δράσης είναι η Κοπεγχάγη, σκόπιμο θα ήταν να λεχθούν μερικά λόγια γι’ αυτήν την πανέμορφη πόλη, "το Παρίσι του Βορρά". Κι' είναι σχετικά εύκολο να αναπολήσει κανείς χρόνια παλιά σ' αυτόν τον χώρο επειδή η φιλοσοφία της δομής της πόλης δεν έχει αλλάξει. Οι στενοί της δρόμοι, που αρχίζουν από το Δημαρχείο και είναι τώρα πεζόδρομοι, ονομάζονται "Strøget", ήσαν και τότε, άδειοι από άμαξες, μέχρι και το Nyhavn, κατάλληλοι για περιπατητικές συζητήσεις. Ο Σαίρεν, το 1845, είχε πολύ εξυμνήσει την περιοχή, έλεγε δηλαδή ότι, παρόλο που βρισκόταν κανείς στην πόλη, είχε την αίσθηση πως βρισκόταν στην εξοχή. Τόση μεγάλη και πλούσια βλάστηση υπήρχε. Το Tivoli είναι ένα δείγμα μιας κοσμοπολίτικης παλιάς ανάμνησης. Ένας από τους βιογράφους του, ο Hohlemberg[2] γράφει: "...ο μικρός Σαίρεν ήταν ο ιδιαίτερα χαϊδεμένος από την μητέρα του και τις τρεις μεγαλύτερες αδελφές του. Αυτές φρόντιζαν και τον πήγαιναν βόλτα με το καροτσάκι του περνώντας τον δρόμο "Wall", "τον δρόμο των φιλοσόφων" και "τα στενά δρομάκια με τις αψίδες", διαδρομές που αργότερα θα γινόντουσαν το καθημερινό του σαλόνι υποδοχής όλων του των γνωστών". Και «γνωστοί» ήσαν, τότε, όλοι. Απ' τις κυράδες της αγοράς μέχρι τους διανοούμενους, απ’ τούς ναυτικούς μέχρι τους πάστορες, που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης. Μια γλυκιά πόλη η οποία είχε όλη την φρεσκάδα της θάλασσας και που όταν είχε το φως του καλοκαιριάτικου ήλιου, δεν μπορούσες να την ξεχάσεις. Για τον χειμώνα ισχύουν άλλα, αντίστοιχα θετικά δεδομένα. Ένας φίλος Δανός έλεγε: αν, βγαίνοντας το πρωί για την δουλειά, δεν κοκκινίσουν τα μάγουλά μου απ' το κρύο, δεν νοιώθω άνετα. Τα κανάλια της την διασχίζουν στο μεγαλύτερο μέρος και περπατώντας στις όχθες βλέπεις πολλές φορές να περνάει δίπλα σου ξαφνικά μια σκούνα. Ή, όταν παγώνουν τον χειμώνα, τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, τρέχουν στον πάγο, που σχηματίζεται πάνω τους, με τα παγοπέδιλά τους και διασκεδάζουν. 

 

Όπως σ' όλη την χώρα έτσι και στην οικογένεια του Σαίρεν τα πάντα ακολουθούσαν ένα αυστηρό συντηρητικό πρόγραμμα που περιελάμβανε την επιλογή του σχολείου, την ιδιαίτερα χοντροκομμένη αμφίεση του παιδιού, που αργότερα παραπονιόταν γι' αυτό, καθώς και τις επαφές του με τον κοινωνικό περίγυρο του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό, όπως αφηγείται ο ίδιος, ότι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τον καθιερωμένο περίπατο με τον πατέρα στους δρόμους με τις αλέες ή κατά μήκος των καναλιών της Κοπεγχάγης, ο πατέρας, για να του ασκήσει την μνήμη, του επέβαλλε το παιγνίδι του "κατ' όνομα περιπάτου". Βάδιζαν δηλαδή μέσα στο σπίτι και ο μικρός Σαίρεν έπρεπε να θυμηθεί και να επαναλάβει, με κάθε λεπτομέρεια, όσα είχαν κάνει, σύμφωνα με αυτά που είχαν δει, στην τελευταία τους βόλτα π.χ. αριστερά τους, πάνω στο πεζοδρόμιο όπου είχαν τους πάγκους τους οι χωριάτισσες με τα λαχανικά τους, διαλαλούσε κάποιος με περίεργα τσιριχτή φωνή την πραμάτειά του. Ποιό κάτω συνάντησαν τον πάστορα τον οποίο και χαιρέτησαν ανταλλάσοντας επίσης λίγα λόγια για τον καιρό κλπ.[3] Η ιστορία αυτή άρχισε αλλιώς. Μετά τα μαθήματά του ο Σαίρεν, πιθανόν επειδή δεν είχε φίλους, κτυπούσε την πόρτα του πατέρα του για να πάνε βόλτα. Ο πατέρας του, για να τον ασκήσει στην χαλιναγώγηση των επιθυμιών του, αλλά κυρίως για να του ασκήσει την διεισδυτική ικανότητα και την παρατηρητικότητα, του πρότεινε τέτοιου είδους περιπάτους, σ' έναν κλειστό χώρο, οι οποίοι όμως αργότερα απέκτησαν ένα άλλο νόημα. Στο σχολείο ο Σ. μάλλον πρέπει να ήταν μοναχικός, το πρόγραμμά του το είχε βεβαρυμμένο, αλλά συμμετείχε έχοντας ίδια αντίληψη για τα πράγματα. Αναφέρει ο ίδιος ότι είχε μια εντυπωσιακή στιχομυθία μ' έναν απ' τους δασκάλους του που ήθελε να τιμωρήσει κάποιον ταραξία, λέγοντάς του ότι δεν πρέπει στην αναφορά του στον διευθυντή να παραλείψει να συναναφέρει πως, γενικά στο μάθημά του, το σύνολο των μαθητών, ανεξέλεγκτο, μιλούσε διαρκώς. Πολλά αναφέρονται σχετικά με την στάση του στο σχολείο, απ' τους καθηγητές του οποίου αναγνώριζε ως άξιο του ρόλου του μόνον τον διευθυντή του, τον καθηγητή Nielsen.


Ο Σαίρεν φοιτητής

SeelandΟ νεαρός πλέον Σαίρεν σπούδαζε σοβαρά φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης ενώ η ρομαντική ψυχή του τον οδηγούσε, στις στιγμές της περισυλλογής του, στα ωραιότερα μέρη της Ζιέλαντ.[4] Στο Γκιλλελάϊ, στις βόρειες ακτές του Ζιέλαντ, κοντά σχετικά στο παλάτι του Άμλετ, στο Χελζιγκιέρ (όπου φημολογείται πως βρίσκεται ο τάφος του Άμλετ), καθόταν και, ρεμβάζοντας τα κύματα του βορρά, εμβάθυνε στις σκέψεις του που όλο και περισσότερο γίνονταν μελαγχολικές. Εκεί σκέφτηκε και αυτό που αναγράφεται στο εξώφυλλο, και που σήμερα τα λόγια αυτά είναι σκαλισμένα πάνω σ' έναν τεράστιο βράχο," τί άλλο είναι n αλήθεια παρά μια ζωή για μια ιδέα!" Στο δάσος όπου βρίσκεται «το σταυροδρόμι των οκτώ δρόμων», (ottovejvinkelskouv), κοντά στο καλοκαιρινό παλάτι της βασιλικής οικογένειας, στο Αμάλιενμποργκ, στο κέντρο περίπου του Ζιέλαντ, έβλεπε τους συμβολισμούς της ανθρώπινης ελευθερίας. Ανέλυε τα πάντα και καλλιεργούσε τον εαυτό του, όσο τίποτα άλλο. Κατά κύριο λόγο αισθητικά. Σ' όλα έβλεπε συμβολισμούς, τα πάντα συσχετίζονταν μεταξύ τους, αρμονικά, σε μια τελειότητα που τον επανέφερε στην αρχική σκέψη, στον θεό. Στον Θεό που τον πλήγωνε, που καταδυνάστευε τον πατέρα του, την οικονένειά του και τον ίδιο, τον πλάκωνε κυριολεκτικά την ίδια στιγμή που τον οδηγούσε στην λατρεία του.

 

Όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έτσι και στην Δανία το εκπαιδευτικό σύστημα προβλέπει εισαγωγικές σπουδές δύο ετών στην φιλοσοφία όταν πρόκειται κανείς να πάρει το Magister της θεολογίας. Στις αρχές του αιώνα ο Εγελιανισμός είχε καταλάβει όλη την Ευρώπη και στην Κοπεγχάγη είχε κάνει την εμφάνισή του με τον καθηγητή Μάρτενς.


Η ψυχή του βρέθηκε σε ιδιαίτερη αναταραχή όταν ο πατέρας του τού εκμυστηρεύτηκε το "μυστικό" του. Όλα τα αδέλφια του είχαν πεθάνει εκτός από τον αδελφό του τον Πέτερ που είχε γίνει επίσκοπος. Η μοίρα του διαγραφόταν ξεκάθαρα μπροστά του, αποδεχόμενος την μοίρα του πατέρα του. Με κάθε χρονιά που περνούσε, απορούσε που βρισκόταν ακόμα στην ζωή, μέχρι που σκέφτηκε ότι θα πεθάνει στα 33 χρόνια του, όπως ο Χριστός. Και παράτησε τις σπουδές.


Στο Γκιλλελάϊ, όπου κατέφυγε για περισυλλογή, ένοιωσε έναν σεισμό μέσα του, και έπειτα μια ρήξη. Μια άβυσσος τον χώρισε απ' τον θεό της Παλιάς Διαθήκης, έναν θεό, που, αν τότε είχε γνωρίσει τον σχεδόν σύγχρονο του Ζ. Φρόιντ, θα αναγνώριζε τον "τιμωρό Θεό-πατέρα", τον οποίο εκείνην την εποχή ο τελευταίος ανέλυε. Αλλιώς «έβλεπε», σύμφωνα με αυτά που διάβαζε στην Αγία Γραφή, τον Θεό μέσα του. Αποχαιρέτησε έτσι τον θεό του πατέρα του.


Αυτό ήταν! Ο Χριστός της αγάπης είχε παρεξηγηθεί. Ήταν σκληρότερο να ακολουθήσεις τον Ιησού, αλλά δεν είχε τίποτα το κοινό με τον θεό του Αβραάμ, του Μωυσή, του Ιώβ. Προπαιδεία n Παλιά Διαθήκη, το φοβερό μέλλον ο Ιησούς της θυσίας.


Τί θα έκανε; Αποφάσισε να ριχθεί στον αγώνα, να αφιερωθεί και να αφοσιωθεί. Και οι σπουδές; Θα τις τελείωνε κάποια στιγμή. Πάνω σ’ αυτό ὁ πατέρας του έδειχνε, ίσως για παιδαγωγικούς λόγους, εντελώς απογοητευμένος. Έγραψε το πρωτόλειο του «Από τα χειρόγραφα κάποιου που ακόμα ζει», μια κριτική στον Hans Christian Andersen και μια ανάλυση της διαλεκτικής και «του ἑνὸς καὶ μόνου», του “μεμονωμένου” ανθρώπου.


Την ίδια χρονιά, το 1838, πέθανε ο πατέρας του. Πέθανε επίσης την ίδια χρονιά και ο δάσκαλός του. Τότε αποφάσισε να περατώσει τις σπουδές του. Δύο χρόνια αργότερα εξέδωσε τη διδακτορική του διατριβή «Ἡ έννοια της Ειρωνείας, με διαρκή αναφορά στον Σωκράτη» και την έγραψε στα λατινικά. Ήδη απ' αυτό το σύγγραμμά του βλέπει κανείς την διάθεσή του να ανατρέψει τον Έγελο. (Η Ειρωνεία εννοείται διαφορετικά στη φιλοσοφική γλώσσα από ότι στην τρέχουσα καθημερινή χρήση της. Βρίσκεται πιο κοντά στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με ιδιαίτερη σημασία στον Κ. για την υπέρβαση του ανθρώπου από το στάδιο του αισθητικού στο ηθικό. Είναι ένα θέμα, εξ άλλου, με το οποίο ασχολήθηκαν πάρα πολύ φιλόσοφοι, ήδη απ' την εποχή του Πλάτωνα.)


regine olsenΕν τω μεταξύ, στις 10 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, είχε ήδη αρραβωνιαστεί την 17χρονη Ρεγγίνα Όλσεν, ένα όμορφο, ανυποψίαστο κορίτσι, από το κέντρο της πόλης, κοντά στο Amager Τοrv, το εμπορικό κέντρο. Ο εικοσιεπτάχρονος Κίερκεγκωρ είχε ήδη διαμορφώσει μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Κοινωνικότατος, ευφυολόγος, με πολλά ενδιαφέροντα. Στην αφήγησή του για την πρώτη του συνάντηση με την Ρεγγίνα φαίνεται το σπιρτόζο πνεύμα του, η κατοχή από μέρους του της γλώσσας και των παιγνιδιών των κανόνων της λογικής. Όταν λέει «με κατέλαβε δυσθυμία, μελαγχολία» (tungsind), και το χρησιμοποιεί συχνά, σημαίνει ό,τι συνήθως εννοεί κανείς όταν λέει «κομπλάρω», δεν βρήκα αυτόματα τον εαυτό μου και θυμώνω γι’ αυτό.

Βλέπουμε στὶς ἀφηγήσεις του γιὰ τὴν ἐφηβική του ἡλικία τὸ πόσο παιγνιδιάρης ὑπῆρξε, ἀπὸ τότε, στὶς σκέψεις καὶ στὰ λόγια. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἔπαιζε μὲ τοὺς κανόνες τῆς λογικῆς. Ἡ δὲ λογικὴ εἶναι τὸ θεωρητικὸ μέρος τῆς μαθηματικῆς ἐπιστήμης.(4α) Μεγαλώνοντας καὶ μελετώντας τὰ σύγχρονα θεολογικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς του στὴν Εὐρώπη, ἦταν σὲ θέση νὰ γνωρίζει τὰ «τερτίπια» καὶ τὰ «λογικὰ “ἀδιέξοδα”», τὰ ἄπειρα βάθη τῶν σοφιστειῶν (π.χ. ρητορικὴ τέχνη ἀλλὰ ἄγνοια συνομιλίας), τῶν φιλοσόφων καὶ κυρίως τοῦ Καρτεσίου καὶ τοῦ Ἐγέλου, σχεδίαζε τὶς θέσεις του, χωρὶς νὰ κάνει γνωστὲς τὶς σκέψεις του στὸν περίγυρό του, καὶ ἰδίως στὸν πατέρα του. Ἔτσι ἔφερε πάνω του τὴν εἰκόνα τοῦ ἀργόσχολου, τοῦ κακομαθημένου πλουσιόπαιδου. Αὐτὴ  ἴσως εἶναι μία πιθανὴ αἰτιολογία, γιατὶ ἐξέδωσε τὰ ἀποφασιστικὰ ἔργα του μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του. Δὲν ἤθελε νὰ τὸν πληγώσει μὲ τὴν ἀλλαγὴ πλεύσης στὰ πιστεύω του. Κάτι παρόμοιο ἔκανε πολὺ ἀργότερα ὅταν, ἐνῶ εἶχε τελειώσει τὴν «Ἐξάσκηση στὸν Χριστιανισμὸ» τὸ 1848, δύο χρόνια κατόπιν, πῆγε στὸν ἐπίσκοπο Martensen καὶ τοῦ εἶπε ὅτι σκοπὸ εἶχε νὰ τὸ ἐκδώσει μετὰ τὸν θάνατο ἑνὸς ἐκ τῶν δύο τους.
(4α) Διαχωρίζονται βεβαίως αἱ Πνευματικαὶ Ἐπιστῆμαι τῶν Ἐμπειρικῶν Ἐπιστημῶν, ὅμως ἡ ἐπιζήτησις τῆς Ἀληθείας ἀποτελεῖ κοινὸν σκοπὸν τῶν δύο αὐτῶν κλάδων τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως. Τὰ Μαθηματικὰ ἀποτελοῦν κοινὸν θελέλιον ὅλων τῶν θετικῶν Ἐπιστημῶν. Μαθηματικαὶ ἔννοιαι ἀνήκουν εἰς τὴν Φιλοσοφίαν τῆς Μαθηματικῆς καὶ Μαθηματικαὶ ἔννοιαι ἀνάγονται εἰς τὴν Γενικὴν Φιλοσοφίαν. Ἀρκεταὶ ἐξ αὐτῶν τῶν μαθηματικῶν ἐννοιῶν εἶναι χρήσιμοι εἰς τὴν φιλοσοφικὴν ἐν γένει ἔρευναν. (Πρβλ. Δημ. Θ. Δημαρᾶ, Φιλοσοφία τῆς Μαθηματικῆς, Κλασσικῆς καὶ Συγχρόνου, Ἔκδοσις Τρίτη, Ἐκδόσεις «Δωδώνη», Ἀθῆνα 1975.)


Ένα χρόνο μετά, στις 11 Οκτωβρίου αποφάσισε να χωρίσει από την Ρεγγίνα. Αυτό τον βασάνισε στην ζωή του «απερίγραπτα», όσο τίποτα.


Κατόπιν πήγε για ένα εξάμηνο (25 Οκτωβρίου-6 Μαρτίου) στο Βερολίνο και παρακολούθησε μαθήματα του καθηγητή Σέλλιγκ, από όπου έφυγε απογοητευμένος.


Στις πολλές εικασίες για τους λόγους που τον οδήγησαν σ' αυτόν τον χωρισμό, μια ξεχωρίζει και την παραθέτουμε. Προέρχεται από ένα κήρυγμά του και αναφέρεται στον Αβραάμ. Την ιστορία του Αβραάμ και του Ισαάκ την είχε διηγηθεί σε δεκάδες εκδοχές, ανάλογα με τα συμπεράσματα που ήθελε να εξάγει. Η πίστη του Αβραάμ ήταν κάτι που πάντα τον μάγευε. Εκεί, έλεγε, που ο Αβραάμ ήταν έτοιμος να κατεβάσει με ορμή το μαχαίρι του στο στήθος του γιού του Ισαάκ, γεμάτος σκέψεις για τα γεγονότα, ο θεός τον φώναξε, μα αυτός δεν μπορούσε να τον ακούσει. Η καρδιά του χωμένη στα γήινα, αποφασισμένος να υπακούσει και να μην δείξει τις αμφιβολίες του Αδάμ, χωρίς να ελπίζει ή να πιστεύει σε κάτι έξω απ' την εντολή του θεού, κουφός εντελώς σε πιθανές φωνές πειρασμών, έμπηξε το μαχαίρι στο παιδί του που τον κοίταζε μ' εμπιστοσύνη. -"Αβραάμ, Αβραάμ, τί έκανες; Δεν μ' ακούς; Αβραάμμμ!" -"Ποιός με φωνάζει; Εσύ είσαι Κύριε;" -"Αβραάμ, Αβραάμ, γιατί δεν μ' ακούς;"


-"Έλεος, Κύριε! Η καρδιά μου αφοσιωμένη στο έργο που με διέταξες να φέρω εις πέρας, δεν μπόρεσε να σ' ακούσει!"


-"Και τώρα τί να κάνω, Αβραάμ; Πρόθεση μου ήταν να δοκιμάσω την πίστη σου μόνον. Δεν ήθελα να πεθάνει ο Ισαάκ, ο πατέρας ολόκληρου γένους. Μετά την επιτυχή δοκιμασία σου επρόκειτο να στον αποδώσω και πάλι, πίσω στην πατρική αγκαλιά, δώρο στην ακλόνητη πίστη σου. Τώρα, όμως, χάλασες το σχέδιο μου. Πώς θα μπορέσω να ανταμείψω και τον Αβραάμ-πατέρα, τώρα που του στέρησα το μεγαλύτερο αγαθό που διέθετε; Αναγκαστικά θα δημιουργήσω έναν άλλο, καινούργιο κόσμο, ανώτερο, παραδείσιο, όπου τώρα θα πάει ο Ισαάκ και σε λίγο θα πας και' συ. Εκεί θα συναντηθείτε και θα ζήσετε αιώνια, δώρο μεγαλύτερο απ' το να στον απέδιδα για τα λίγα -όσα χρόνια ακόμα απέμεναν απ' την παραμονή σας σ' αυτήν την ζωή!"


Την εγκατέλειψε, λοιπόν, για να την κερδίσει σε μιαν άλλη ζωή, αιώνια, όπου το αέναο μήκος της ευτυχίας θα ταίριαζε πιο πολύ από οποιαδήποτε γήινα; Όπως και νά' χει το θέμα, η ωραία Ρεγγίνα ήταν n μούσα του μέχρι το τέλος της ζωής του, που τον ενέπνεε και τον τυραννούσε, τον ενέπνεε τυραννικά. Για ένα διάστημα, μάλιστα, έπαιζε και το ρόλο του «δανδή» και του επιφανειακού εκείνου κοινωνικού αριβίστα, που το πλήγωμα των κοριτσίστικων καρδιών ήταν γι' αυτόν καθημερινή τροφή, για να την κάνει να νοιώσει πως ήταν τυχερή που δεν κατέληξε η σχέση τους σε γάμο. Στα «ημερολόγιά» του βρίσκομε, μεταξύ άλλων, και μια άλλη σκέψη του πάνω σ’ αυτό: «Ήμουν κατά μία αιωνιότητα μεγαλύτερός της». Δεν μπορούσε, δεν θα μπορούσε η Ρεγγίνα να τον ακολουθήσει.


Μετά τον θάνατο του πατέρα του διέθετε ένα σοβαρό "κομπόδεμα" το οποίο όμως, για λόγους αρχών, δεν το έδινε ούτε σε τράπεζα, ούτε το επένδυε. Είχε μάλιστα σκοπό να χρηματοδοτήσει ο ίδιος τους στόχους του. Έμενε σ' ένα απλό σπίτι στο κέντρο της πόλης και διέθετε έναν υπηρέτη ή απλώς κάποιον βοηθό. Ήταν κοινωνικός, βρισκόταν βαθιά μέσα στην ζωή της Κοπεγχάγης και τρομερά εργατικός. Η εντύπωσή του κυρίως ότι σύντομα θα πέθαινε τον έκανε, για έναν ακόμα πρόσθετο λόγο, να βιάζεται να γράψει, να πει αυτά που έπρεπε.

 

Που και που συναντούσε από μακριά στον δρόμο την Ρεγγίνα ή την έβλεπε ανάμεσα στο εκκλησίασμα, όταν έκανε κάποιο κήρυγμα.


Οι σκέψεις του σιγά σιγά ξεδιπλώνονταν και τις κατέγραφε σε ημερολογιακή μορφή. Δεν ήταν ένα απ' τα συνηθισμένα ημερολόγια. Ήταν ένα είδος συγγραφικού ημερολογίου. Ενός ημερολογίου όπου κατέγραφε την πορεία και τους προβληματισμούς των πειραματισμών του, της έρευνάς του. Μπορεί να έγραψε μέσα σε δώδεκα χρόνια 15 κύρια βιβλία, το ένα πιο σημαντικό από το άλλο αλλά τα "ημερολόγιά" του περιλαμβάνουν 19 τεράστιους τόμους (όπως αυτά έχουν ταξινομηθεί εκ των υστέρων), χωρίς την ύπαρξη των οποίων θα ήταν πανδύσκολη αν όχι αδύνατη η «αποκρυπτογράφηση» των βαθυστόχαστων βιβλίων του. Δεν υπήρχε στιγμή γι' αυτόν "χαλαρή". Ακόμα και στις επιστολές του, κάθε σειρά είναι γραμμένη με εγρήγορση.


Φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, περίεργο το γεγονός ότι οι Δανοί ονομάζουν τα έργα του «μυθιστορήματα» (Romane). Πολύ πιθανόν, επειδή και για τα πιο σοβαρά θεολογικά θέματα, που ήταν και τα περισσότερα, σε σύγκριση με της φιλοσοφικο-ψυχολογικές έννοιες- δημιουργεί ιστορίες. Υπάρχει όμως και μια θεολογική σκέψη πίσω από τη χρήση ιστοριών –δηλ. «Εικόνων»- στη διαπραγμάτευση θεολογικών θεμάτων: πρόκειται για μια ουσιαστική διαφοροποίηση από την καταφατική Θεολογία και ένα είδος «Εισαγωγής» στη Μυστική Θεολογία[5], με δύο λόγια αποφυγή Ονομάτων και Όρων (Εννοιών) και καταφυγή στις Εικόνες (οι Ύμνοι και τα Τροπάρια, μαζί με τις Εικόνες, είναι δογματικά βιβλία παραστατικά). Αλλά και ο ασχολούμενος με τα «ημερολόγια» των μελετών του Κ. τα γνωρίζει ως «έγγραφα» (Papirer). Και ορθά, διότι δεν ήσαν «ημερολόγια» με την κλασική έννοια.


Γενικά η μελέτη του έργου του Κίερκεγκωρ απαιτεί κι' αυτή εγρήγορση, αλλιώς είναι εύκολο κανείς να τον παρερμηνεύσει, ή να τον θεωρήσει δυσνόητο, δυσκατάληπτο. Ο ίδιος παρατηρούσε ότι βλέπει αντικείμενα έρευνας και σκέψης, που του φαινόταν ότι μπορούσαν να γεμίσουν τη ζωή μιας ολόκληρης ανθρώπινης γενιάς, ενώ άλλοι τα ξεμπέρδευαν πριν ακόμη προφθάσει να τελειώσει αυτή η φράση. Έτσι, ως παράδειγμα, αναφέρουμε την περίπτωση της σύλληψης της πορείας της υπέρβασης του πεπερασμένου τμήματος της πραγματικότητας, του «κόσμου». «Είδε» τα στάδια της υπέρβασης, που οδηγούν στην απόλυτη πραγματικότητα, την θρησκεία. Αναγνώρισε τη σύσταση της «αγωνίας», που είναι η ελευθερία, όπως επίσης αναγνώρισε και τη θρησκευτική διάσταση που υπάρχει κρυμμένη πίσω από κάθε απολυτοποίηση. Εκθαμβώθηκε από το «παράδοξο» του Χριστιανισμού, που γεννά την «Πίστη». «Αγωνία είναι η δυνατότητα της ελευθερίας, και μόνο μια τέτοια αγωνία καθίσταται, μέσα από την πίστη, παιδαγωγική, επειδή αναλώνει όλους τους πεπερασμένους σκοπούς και ανακαλύπτει όλη τους την απατηλότητα» («Η έννοια της Αγωνίας»).


Σε μια ομιλία που έκανε σ' έναν σύλλογο φοιτητών μίλησε για την δημοκρατία. Μίλησε για το πολιτειακό εκείνο σύστημα που θέλει να ονομάζεται δημοκρατία και στην ουσία πρόκειται για ένα παιγνίδι, σαν ένα από εκείνα που παίζονται στην εξοχή. Δυο ομάδες προσπαθούν, τραβώντας η κάθε μια και από μια άκρη του σχοινιού, να κάνουν τους αντιπάλους τους να έρθουν με το μέρος τους, να περάσουν δηλαδή μια, εκ των προτέρων, χαραγμένη γραμμή. Τότε οι αρχηγοί ή ο αρχηγός της ομάδας που χάνει αρχίζει τα πατριωτικά εμβατήρια, τους λόγους τους θλιβερούς, τους απόλυτους, τους κατακλυσμιαίους, προτρέποντας μ' αυτόν τον τρόπο ανθρώπους απ' το αντίπαλο περιβάλλον να τον ακολουθήσουν. Εύκολα θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει "αντιδημοκρατικό", επειδή παρόμοια είχε κριτικάρει και πολλά απ' τα συνθήματα της Γαλλικής επανάστασης και ήταν πολύ επιφυλακτικός στα μαζικά κινήματα των κομμουνιστών. Όμως, όταν "δεν θέλει" κανείς απαραίτητα να τον παρεξηγήσει (και διακρίνει τον πραγματικό δημοκράτη, που αγωνιά και πονάει για την «Δημοκρατία», όταν την εξευτελίζουν οι πολιτικοί με τη συμπεριφορά τους) βλέπει ότι ο αγώνας του για την καλλιέργεια του ανθρώπου, για την ανάπτυξή του σε άτομο υπεύθυνο, ηθικό, ολοκληρωμένο και, κυρίως, για την εμβάθυνσή του σε επίπεδο "μεμονωμένης", συνειδητής και υπεύθυνης "ύπαρξης", που ξέρει ότι όλοι είναι παιδιά του ίδιου θεού, ότι όλοι είναι διαχειριστές αυτού του κόσμου, υπόλογοι σε στυγνή κρίση, που δεν μπορούν να επιτρέπουν να τους υποκλαπεί η ψήφος με παραπλανητικά λόγια, φοβέρες κλπ., βλέπει ότι αυτός βάζει τις βάσεις νια μια πραγματική ισοπολιτεία. Αγωνίστηκε στο δικό του πεδίο για τον σεβασμό του κάθε ενός. Δεν ήθελε την δημιουργία οπαδών, κόμματος κ.λπ. Προσπαθούσε να θέτει τον συνομιλητή, τον ακροατή, τον αναγνώστη του προ των ευθυνών του απέναντι στα θρησκευτικὰ θέματα και να βγάζει μόνος του τα συμπεράσματα, να τα γεννήσει ὁ ίδιος. Είχε διαπιστώσει ότι είναι ἡ φύση των κοινωνικών σχέσεων τέτοια, που ὁ ακροατής ψηλών μηνυμάτων θεοποιεί τον μεταδότη. Ένας ερευνητής του λέει: «...οἱ ἀρχὲς τῆς ἐπικοινωνίας ποὺ ἐκθέτει ὁ Κ. ὑπογραμμίζουν πὼς ἕνας ἄνθρωπος δὲν πρέπει οὔτε πρόκειται νὰ ἀποκτήσει ἀπόλυτη σημασία γιὰ ἕναν ἄλλον. Τουναντίον ἡ διαδικασία τῆς ἐπικοινωνίας πρέπει νὰ κανονιστεῖ ἀπὸ τὸν μεταδότη κατὰ τέτοιον τρόπο ποὺ μέσα στὴν μετάδοση πάντα νὰ συλλογίζεται τὸ πῶς θὰ ἐπέλθει ἡ ἀπελευθέρωση μεταξὺ τῶν μελῶν. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση ἡ ἰσότητα, ἡ ὁποία μόνη μπορεῖ νὰ διαφυλάξει τὸ γνήσιο ἀνθρώπινο, ἐγκαταλείπεται καὶ ἀντικαθίσταται ἀπὸ μιὰ σχέση ἐξάρτησης, ποὺ κάνει τὸν μεταδότη γιὰ τὸν ἀποδέκτη θεό». Έτσι ανέπτυξε μια δική του «διαλεκτική», η οποία συγγένευε με αυτήν του Σωκράτη, και ταίριαζε στις ανάγκες των μεταδόσεών του, στους αναγνώστες και τους ακροατές των κηρυγμάτων του, ιερών μηνυμάτων. Επειδή μάλιστα θεωρούσε ότι η άμεση μετάδοση ιερών μηνυμάτων είναι, για έναν άνθρωπο, αδύνατη, έγραφε πολλά βιβλία του με ψευδώνυμο. Έτσι, κρυμμένος, έθετε τον αναγνώστη μπροστά στην ευθύνη να πάρει μόνος του μια απόφαση: «Ή το ένα ή το άλλο», «Είτε-Είτε».


EΙTE-EITE.

Είτε, είτεΚαι ξαφνικά έγινε ο μεγάλος θόρυβος του «Είτε-είτε». Ένα δίτομο έργο, χιλίων περίπου σελίδων, εκδόθηκε με το ψευδώνυμο «Victor Eremita». To πιο πολυσυζητημένο βιβλίο δεν ήξερε κανείς ποιός το είχε γράψει. Ο συγγραφέας του Victor Eremita απ' τις στήλες της εφημερίδας «Η Πατρίδα» τους συμβούλευε να μην ψάχνουν άδικα, δίνοντάς τους εξηγήσεις για τον λόγο της ψευδωνυμίας του. Είχε σχέση με την επαφή που επεδίωκε με τον «ένα και μόνο», τον «μεμονωμένο» τον καθένα αναγνώστη. Δεν ήθελε να του στερήσει την ελευθερία να επιλέξει ο ίδιος ανάμεσα στις δύο δυνατότητες, κι' αυτό θα συνέβαινε αν συσχέτιζε ονόματα, πληροφορίες για το πρόσωπο του συγγραφέα και τα παρόμοια. Επρόκειτο για μια απόφαση ζωής και το δίλημμα ακραίο. Ή του ύψους ή του βάθους. (Κάποιοι ερευνητές του προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον τίτλο του βιβλίου συνδέοντάς το με τη διαλεκτική του Εγέλου. Κατ’ αυτήν, την «θέση» ακολουθεί η «αντίθεση», την αντίθεση «η σύνθεση», η οποία γίνεται θέση και την ακολουθεί η «αντίθεσή» της κ.τ.ό. Θέλοντας, λοιπόν, ο Σ. Κ. να αντιταχθεί στον Έγελο, έθεσε το δίλημμα της απόφασης, που δηλώνει ο τίτλος. Άλλη τοποθέτηση σχολιαστών είναι ότι το «ή το ένα ή το άλλο» αποτελεί πρόταση για τις δύο δυνατότητες επιλογής: μεταξύ του Αισθητικού και Ηθικού.)


Αναφέρεται, λοιπόν, στον «ένα και μόνο, στον ένα, στον μεμονωμένο» άνθρωπο, ο Σαίρεν, και τον καλεί να πάρει την μεγάλη απόφαση. Ο "μεμονωμένος" δεν είναι το άτομο απλώς, είναι αυτός που έχει την διάθεση να παλέψει μόνος του, έχει το ηθικό στοιχείο μέσα του. Σ' αυτόν απευθύνεται αποκαλώντας τον "αγαπητό αναγνώστη". Και θέλει, και πρέπει να του είναι άγνωστος. Επίσης δεν θέλει, διότι δεν πρέπει, να έχει οπαδούς, ο μεμονωμένος πρέπει να τραβήξει τον δικό του δρόμο, να πάρει το βάρος της δικής του ευθύνης. Παρακαλεί τον «αγαπητό του αναγνώστη» να διαβάζει φωναχτά τα κείμενά του και, εκ των προτέρων, τον ευγνωμονεί εάν υποδείξει και σε άλλους να κάνουν το ίδιο. Επιδιώκει να κάνει τον αναγνώστη, ακούοντας την ίδια του τη φωνή, να νοιώθει ότι συνομιλεί με τον εαυτό του.


Επρόκειτο για ένα έργο πνοής. Μέσα σ' ένα όργιο ποιητικότητας[6] κι’ ένα ξέσπασμα αισθητικής ευαισθησίας που έμεινε κλασικό, παρουσιάζονταν η έννοια του "υποκειμένου" "εκ των ένδον" να επαναστατεί για τις αγωνίες της. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με κοσμοϊστορικές αποκαλύψεις, κι’ ενώ ο Εγελιανισμός αποδεικνυόταν άχρηστος και επιλήψιμος[7], μια σειρά από ψυχολογικές αναλύσεις με τρανταχτά παραδείγματα έκαναν φανερές τρεις δυνατές σφαίρες-τρόπους ζωής, της αισθητικής, της ηθικής και της θρησκευτικής, που μπορούσαν να ξεπεραστούν η μεν δεύτερη απ' την πρώτη με την ειρωνεία, η δε τρίτη απ' τη δεύτερη με το χιούμορ. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του έργου αυτού φαίνεται και το συμπέρασμα της βασικότερης σκέψης του: «Τελεσίγραφο. Το εποικοδομητικό που βρίσκεται στη σκέψη ότι απέναντι στον Θεό έχουμε πάντα άδικο». Ως γνήσια έκφραση του ανθρώπου της αισθητικής σφαίρας, ως εκπρόσωπό της αναφέρει τον Δον Τζοβάνι της ομώνυμης όπερας του Μότσαρτ.[8] (1. Αισθητική ιδιοφυΐα, προορισμένη για παραπλάνηση. 2. Άλλη επεξεργασία του Don Giovanni από την άποψη της μουσικής ερμηνείας. 3. Η εσωτερική μουσική δομή της Όπερας. Αλλά και στο μέρος που αναφέρεται στην «Donna Elvira», στην αποθέωση ή μάλλον τη θεοποίηση του έρωτα.) Σημειώθηκε ήδη ότι μέχρι το 1838, τα εικοσιπέντε του χρόνια, ασχολούνταν με την αισθητική. Το «Είτε-Είτε» είναι γεμάτο με αισθητικά στοιχεία. Η ανάλυση που κάνει στον Δον Τζοβάνι του Μότσαρτ το δείχνει αυτό. Ειδικά, όμως, αυτή η όπερα έχει και ιδιαίτερη σημασία για τις παρατηρήσεις του ως προς την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Η πρώτη σφαίρα, λέει, είναι ο αισθησιακός άνθρωπος. Μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση αισθητικού ανθρώπου είναι ο Δον Τζοβάνι. Η κοσμοθεωρία του είναι η αισθησιακή του ικανοποίηση. Φθάνει δε σε πολύ υψηλά επίπεδα «επιτυχιών», τα οποία δεν τον ικανοποιούν. Ούτε οι χίλιες ούτε οι δέκα χιλιάδες γυναίκες. Είχε απολυτοποιήσει το «ενδιαφέρον» του. Ούτε μία λιγότερες από «όλες» τις γυναίκες. Μετά, όμως, ανομολόγητα, προκαλεί σε μονομαχία (κατά την παλιά εκδοχή της ιστορίας αυτής) και μολονότι μοναδικός δεξιοτέχνης και σε αυτό το είδος, «προκαλεί» και «επιτρέπει» το θάνατό του! Πρέπει να υποθέσουμε ότι δεν άντεχε το κενό μέσα του, που του δημιούργησε εκείνο το οποίο είχε απολυτοποιήσει. Την κόλαση που ένοιωθε μέσα του. Αυτό φαίνεται, στην όπερα, και από τη συζήτηση που είχε με το άγαλμα. (Το άγαλμα απεικόνιζε ένα στρατηγό, του οποίου τη σύζυγο είχε επίσης αποπλανήσει ο Δον Τζοβάνι): «...δεν χορταίνει όποιον γεύεται την επουράνια.» «...Άλλος λόγος πιο σοβαρός που με οδήγησε εδώ.» «Σε δείπνο με κάλεσες, το χρέος σου το ξέρεις. Απάντησε. Εσύ θα ερχόσουν σε δείπνο αν σε καλούσα εγώ; Αποφάσισε. Θα έρθεις;» «Η καρδιά μου το λέει, δεν φοβάμαι εγώ.» «Δώσε μου το χέρι.» «Ορίστε. Θεέ μου.» «Μετάνιωσε, άλλαξε ζωή.» «Δεν μετανιώνω, φύγε μακριά μου.» «Μετανόησε άτιμε.» «Όχι παλιόγερε.» «Μετανόησε.» «Όχι.» «Δεν έχεις πια καιρό.» «Από αλλόκοτο τρόμο... από πού έρχονται αυτοί οι στρόβιλοι;» «Μπροστά στις αμαρτίες σου αυτό είναι λίγο.» «Τι τρέλα. Τι μαρτύριο. Τι κόλαση...» κ.λπ.


Στο πρόσωπο του Ιωάννη, στο κεφάλαιο «Το ημερολόγιο ενός αποπλανητή», τα πρόσωπα του κοινωνικού κύκλου του έβλεπαν ένα μέρος της ιστορίας του με την Ρεγγίνα, στην πραγματικότητα όμως ο Σαίρεν είχε υπ' όψη του τον παλιό του συμμαθητή και, κάτι που ήταν άγνωστο γι’ αυτόν, συνεργάτη του περιοδικού "Ο Κουρσάρος", τον P.L. Møller.[9] Μαζί με τον Møller ο Σαίρεν, την περίοδο που σπούδαζαν φιλοσοφία και θεολογία, στην ουσία μελετούσαν σχεδόν αποκλειστικά θέματα αισθητικής. Ο Møller ήταν άλλης ψυχοσύνθεσης και κοσμοθεωρίας άνθρωπος: Είχε σαν ιδανικό του έναν τρόπο ζωής a la Bayron. Σε μια δεξίωση, λοιπόν, έγινε συζήτηση για το υπ' αριθμ. 1 θέμα της επικαιρότητας το «Είτε-Είτε». Αυτές τις κριτικές μετέφερε και ο Møller στο περιοδικό με το οποίο συνεργαζόταν.


Η διαμάχη με το περιοδικό «Ο Κουρσάρος».


corsaren01Εκείνη την εποχή κυκλοφορούσε ένα σατυρικό περιοδικό με πολιτικά, ακαδημαϊκά, λογοτεχνικά αλλά κυρίως σκανδαλοθηρικά ενδιαφέροντα "Ο Κουρσάρος". Αν εξαιρέσουμε ορισμένα άρθρα του, γενικά, δεν ήταν και ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου. Είχε πάρα πολλούς συνδρομητές και αναγνώστες όλους τους κατοίκους της Κοπεγχάγης εξ αιτίας του πειρακτικού περιεχομένου του. Ο διευθυντής του, Meir Aaron Goldschmith, δεν άφησε βέβαια την ευκαιρία να μην διακωμωδήσει και τον συγγραφέα του «Είτε-Είτε», που από ένα άρθρο του συνεργάτη του, και φίλου του Κίερκεγκωρ, του Λούντβιχ Μέλερ (Peder Ludvig Møller), έμαθε το ποιός είναι. (Και έτσι άρχισε μια ιστορία που ο απόηχος της έφτασε μέχρι τις μέρες μας, ακόμα και στην πατρίδα μας, μολονότι κανένα από τα τρία μεγάλα κύματα ανακίνησης του "υπαρξισμού", που συγκλόνισαν την Ευρώπη στον αιώνα μας, δεν έφτασε μέχρι εδώ. Εκφράσεις όπως: "Πώς βγαίνεις έξω, έτσι ατημέλητος, σαν υπαρξιστής", έχουν την ρίζα τους στην διαμάχη του Σαίρεν με "τους Κουρσάρους" και την παρωδιοποίηση του "υπαρξισμού" στην διάρκεια του τρίτου κύματος έξαρσης της ιδέας του, δηλαδή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και κυρίως στην Γαλλία. Στην Ελλάδα κυκλοφορούσε κάποιος «Σίμος», ο οποίος ντυνόταν «επιμελώς ατημέλητος», ως όφειλε σαν υπαρξιστής π.χ. το ένα μπατζάκι πιο κοντό από το άλλο, στο πουλόβερ κάτι έλλειπε κ.λπ.).

frater taciturne
Στην παιδική του ηλικία ο Σαίρεν είχε πέσει κάπου άσχημα και τραυμάτισε την σπονδυλική του στήλη που, από τότε, του άφησε μερικά κουσούρια όπως π.χ. δεν μπορούσε να ακουμπήσει την πλάτη του στο ερεισίνωτο, το πίσω μέρος δηλ., της καρέκλας, καθόταν πλάγια (όπως τον βλέπομε σήμερα στο άγαλμά του, έξω από την βασιλική βιβλιοθήκη της Κοπεγχάγης) και κούτσαινε ανεπαίσθητα απ' το ένα του πόδι. Αποτέλεσμα ήταν n εντολή που είχε δώσει στον ράφτη του να του ράβει το ένα του το μπατζάκι πιο κοντό κατά ένα-δύο εκατοστά. Αυτό το ήξερε ο φίλος του, ο Peder Ludvig Møller, και το είπε στον σκιτσογράφο των "Κουρσάρων" και οι γελοιογραφίες που παρίσταναν τον Σαίρεν έδειχναν το ένα μπατζάκι του παντελονιού του πολύ πιο κοντό απ' το άλλο. Έτσι, οι παρερμηνείες που δόθηκαν στην φιλοσοφία της ύπαρξης, εκατό χρόνια αργότερα, στα διάφορα "υπαρξιστικά κινήματα" ήθελαν τον οπαδό τους να αδιαφορεί για την εξωτερική του εμφάνιση, εξ ου και οι επιφανειακοί μαθητές επίτηδες φορούσαν παντελόνια και πουκάμισα με δυσανάλογα μπατζάκια ή μανίκια, αντίστοιχα, σαν σήμα κατατεθέν της φιλοσοφίας τους.

 


planet2
Επειδή αυτή η διαμάχη είχε επιπτώσεις στον Κίερκεγκωρ (τον κούρασε ψυχικά, τον έκανε να πληγωθεί απ' τον απλοϊκό κόσμο που τον γιουχάισε, τον απλό κόσμο που τόσο αγάπησε -και συνέχισε μέχρι το τέλος του να τον αγαπάει και ν' αγωνίζεται γι' αυτόν, τον απόσπασε απ' το έργο του, επέσπευσε ορισμένες στιγμές-καμπές αποφάσεων π.χ. να αποτραβηχτεί απ' τα εγκόσμια και να γίνει ιερέας στην επαρχία ή να παραμείνει στο μαχητικό του μετερίζι κλπ.), πρέπει να αναφέρομε πιο διεξοδικά αυτά τα γεγονότα.



Ο Μ.Α. Goldsmith, εβραϊκής καταγωγής και οπαδός της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης, θέλοντας να εκφράσει το σπιρτάδα του νεανικού πνεύματος του, στα είκοσι του χρόνια, το 1840, εξέδωσε το περιοδικό "Ο Κουρσάρος". Το περιοδικό βρήκε ανταπόκριση στον λαό και, μολονότι δεν μπόρεσε ποτέ να ησυχάσει απ' τις μηνύσεις και τις καταδίκες, αποτελούσε το "κάτι άλλο" στην κοινωνική ζωή της συντηρητικής Κοπεγχάγης. Θεωρούσε τον Κίερκεγκωρ ως κάτι το ξεχωριστό, χαρισματικό, ιδιοφυή, "ευγενή του πνεύματος". Χαιρέτησε με πολύ κολακευτικά λόγια, όπως και πολλοί άλλοι απ' τον πνευματικό χώρο της χώρας, την έκδοση του "Είτε-Είτε" και στις συναντήσεις τους αντάλλασαν ευγενικά λόγια. Αλλά και ο Κίερκεγκωρ εκτιμούσε το "αισθητικό πνεύμα" του Goldsmith, όπως συμπεραίνεται απ' τα σχέδια, που υπάρχουν στα ημερολόγιά του, frauγια επιστολές προς αυτόν που όμως δεν εστάλησαν ποτέ. Επρόκειτο για επιστολές με πολεμικό χαρακτήρα τις οποίες όμως χαρακτήριζε ένα ιπποτικό πνεύμα, "κυρίων", που αναγνωρίζουν τις αξίες του αντιπάλου. Όμως είχαν φτάσει τα πράγματα σε πάρα πολύ λεπτό σημείο, επρόκειτο για "χτυπήματα κάτω απ' τη ζώνη", ώστε να μπορέσει να πραγματοποιηθεί μια ανταλλαγή επιστολών με το, εκ των προτέρων γνωστό, κατασταλτικό αποτέλεσμα.



Απ' τα ημερολόγια του Κίερκεγκωρ βλέπουμε επίσης σχέδια εναντίον του "Κουρσάρου" από τουλάχιστον τρία χρόνια πριν, με καθαρά όμως διαφορετικό πνεύμα. Κι’ αυτό επειδή ενοχλούσε τον Κίερκεγκωρ που το περιοδικό έβαζε, έτσι, τόσο φτηνά, τόσο εύκολα, εναντίον προσώπων που ήσαν αξιόλογα και τα εκτιμούσε. Ακόμα κι' όταν διάβαζε κολακευτικά λόγια απ' τον "Κουρσάρο" πειραζόταν να επαινείται απ' αυτούς που δεν σέβονταν ακόμα και σωστούς ανθρώπους. Έπειτα, ήταν και ο "φιλελευθερισμός" του περιοδικού. Ένας πρόχειρος, νεανικός, ισοπεδωτικός φιλελευθερισμός που βρισκόταν αντίθετος με το επαναστατικό του πνεύμα και που, σε μια τέτοια περίπτωση, τον έκανε να προτιμάει να συγκαταλέγεται μεταξύ των συντηρητικών, σαν πιο υπεύθυνων.

 

Πατῆστε ἐδῶ: http://www.scribd.com/full/49348755?access_key=key-1cd0alfp4x4336y9zpa6

( · 1.4 Το ζήτημα του Κουρσάρου (1845–1846) , Vikipedia: Στις 22 Δεκεμβρίου 1845, ο Πέντερ Λούντβιχ Μέλερ (Peder Ludvig Møller) δημοσίευσε ένα άρθρο το οποίο ασκούσε κριτική στο έργο του Κίρκεγκωρ Τα Στάδια της Ύπαρξης. Το άρθρο αυτό υποτιμούσε το έργο, αλλά ήταν φανερό ότι δεν στηριζόταν σε επαρκή κατανόηση του έργου. Ο Μέλερ ήταν επίσης συνεργάτης της σατιρικής δανικής εφημερίδας Ο Κουρσάρος, η οποία διακωμωδούσε επιφανή άτομα. Ο Κίρκεγκωρ απάντησε γραπτώς ώστε να υπερασπίσει το έργο του, γελοιοποίησε τον Μέλερ και υποτίμησε την εφημερίδα, πράγμα που προκάλεσε την οργή της εφημερίδας και του εκδότη της, του Μέιρ Άαρον Γκόλντσμιντ (Meïr Aaron Goldschmidt).

Απαντώντας στον Μέλερ, ο Κίρκεγκωρ έγραψε τα δύο άρθρα Δραστηριότητα ενός Περιπλανώμενου Αισθητικιστή και Διαλεκτικό Αποτέλεσμα μιας Πράξης Φιλολογικής Αστυνόμευσης. Το πρώτο επικεντρωνόταν στην ακεραιότητα του Μέλερ και αποτελούσε απάντηση στην κριτική του, το δε δεύτερο αποτελούσε επίθεση σε βάρος της εφημερίδας με την οποία ο Κίρκεγκωρ ζητούσε δημόσια τη διακωμώδησή του.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, η εφημερίδα Ο Κουρσάρος συνέχισε την επίθεση κατά του Κίρκεγκωρ αναφορικά με την εμφάνιση, τη φωνή και τις συνήθειές του. Για μήνες δεχόταν παρενοχλήσεις στους δρόμους. Αυτό φαίνεται ότι τον έκανε να διακόψει την ανώνυμη συγγραφή άρθρων.)

________________________________________________________________________

Καὶ μιὰ ἐργασία πάνω στὸ θέμα τοῦ «Κουρσάρου»: https://youtu.be/_aLmbNk7VnI

======================================================

Το πάθος του για τη ζωή εκφράζεται με την έντονη συγγραφή. Δεύτερη περίοδος (1846–1853)

 

Ενώ η πρώτη συγγραφική περίοδος τού Κίρκεγκωρ επικεντρώθηκε στον Χέγκελ, η δεύτερη περίοδος είχε ως επίκεντρο την υποκρισία του Χριστιανικού κόσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τον όρο «Χριστιανικός κόσμος» ο Κίρκεγκωρ δεν αναφερόταν στη Χριστιανοσύνη καθαυτή αλλά στην Εκκλησία και στον τρόπο που εφαρμόστηκε η χριστιανική θρησκεία στην κοινωνία. Μετά το περιστατικό του Κουρσάρου, ο Κίρκεγκωρ άρχισε να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα κοινά και την αλληλεπίδραση του ατόμου με αυτά.  

.


den store philosophΤο πάθος, που διαμορφώθηκε στην προσωπικότητά του, εκφράζεται και συγγραφικά. Ο ίδιος έλεγε ότι η ύπαρξη είναι ο ηθοποιός μέσα μας, ο οποίος καλείται στη σκηνή για να παίξει ένα ρόλο που δεν της δόθηκε ποτέ και ...αυτοσχεδιάζει.


Όταν εκδόθηκε το «Είτε-Είτε», όταν άρχισε η διαμάχη με τον «Κουρσάρο» ο Κίερκεγκωρ είχε ήδη διανύσει μια πολύ σοβαρή και υπεύθυνη συγγραφική πορεία. Ήδη στην «Έννοια της Ειρωνείας», 1841, 28 χρονών, θέτει τις βάσεις για τον εκμηδενισμό του Εγέλου! Ολόκληρης της «στοχαστικής ή ρομαντικής φιλοσοφίας»- της ιδεαλιστικο-αφαιρετικής φιλοσοφίας (speculation Philosophie), την αφρόκρεμα του Διαφωτισμού! Και τα καταφέρνει. Λέγεται ότι ο Μαρξ ήθελε να ανατρέψει τον Έγελο απλώς, ενώ ο Κίερκεγκωρ τον εκμηδένισε, τον κατέστρεψε. Αργότερα, το 1975, ο Μ. Heidegger είπε ότι μετά τον Κίερκεγκωρ δεν υπάρχει πλέον Φιλοσοφία, υπάρχει απλώς Σκέψη. Το 1843 εκδίδει επώνυμα 3, συν άλλες 3, συν άλλες 4 εποικοδομητικές ομιλίες, όπως επίσης την «Επανάληψη» και τον «Φόβο και Τρόμο»[10] ανώνυμα. Το 1844 εκδίδει την «Έννοια του άγχους», τους «Προλόγους», το ιδιαίτερα θεολογικά ενδιαφέρον «Ψήγματα Φιλοσοφίας», τα «Στάδια στο δρόμο της ζωής» ανώνυμα. Το 1845, 32 χρονών, εποχή της αρχής της διαμάχης με τον «Κουρσάρο» εκδίδει επώνυμα 2, συν 3, συν 4, συν 3, συν τις 3 «εποικοδομητικές ομιλίες σε φανταστικές περιστάσεις». Συν ατελείωτες σελίδες ημερολογίων των ερευνητικών του προσπαθειών και πειραματισμών. Η έκρηξη του «Είτε-Είτε» δεν ήταν μια φωτοβολίδα δημοσιότητας. Είχαν προηγηθεί σπουδαία δείγματα γραφής του. Μόνον που δεν ήξεραν ποιόν κορόιδευαν! Και όμως! Οι επιθέσεις αυτές άφησαν την σφραγίδα τους σε καθοριστικό βαθμό για τον Κίερκεγκωρ. Πολλοί ερευνητές του αποδίδουν στα γεγονότα αυτά με «τον Κουρσάρο» την αποφασιστικότητά του για γενική επίθεση, υποβαθμίζοντας την οικογενειακή μοίρα-τραγωδία, υποβαθμίζοντας και την ερωτική του περιπέτεια, που και αυτή αποτέλεσε σταθμό και έναυσμα κατεύθυνσης («...και όλος αυτός ο με επικίνδυνα προτερήματα προικισμένος άνθρωπος, ανάφτει ολόκληρος σε ένα και μόνο περιστατικό του βίου του, ένα ατυχή αρραβώνα και ξεσπά σε φιλολογική παραγωγή της οποίας το μέγεθος είναι δύσκολο, τόσο εξωτερικά όπως και εσωτερικά, να μετρήσει κανείς»[11]. Ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός: ήταν από τη νεανική του ηλικία παθιασμένος Χριστιανός και, κάνοντας έρευνα στην ψυχή του και σ’ αυτά που ζούσε προσωπικά ως Χριστιανός, είχε από καιρό απογοητευτεί από την πορεία της Χριστιανοσύνης, βλέποντας τις καταστροφικές διαφορές.

 

portrait kierkegardΟ σπουδαίος μελετητής του ο καθ. Thulstrup σε μελέτη του για τον επηρεασμό του από τους διαφόρους θεολόγους, φιλοσόφους της εποχής του γενικότερα π.χ. Έγελο, Σέλλινγκ κ.λπ., όπως και από τους, ομολογουμένως σπουδαίους συγχρόνους του συμπατριώτες, πνευματικούς ανθρώπους και θεολόγους, δέχεται ότι ο Κ. ακολούθησε τη δική του πορεία.[12] Ο προαναφερθείς καθηγητής, μελέτησε την βιβλιοθήκη του Κ., καθώς επίσης και τις αποδείξεις αγορών βιβλίων, και ερευνώντας τα "Ημερολόγια" του Κ., συμπεραίνει ότι αυτός απέρριψε στο σύνολό της σχεδόν την περί Ηθικής βιβλιογραφία, από την Δογματική κράτησε, ως κατά κάποιο τρόπο άξια λόγου, την Δογματική του Σλαϊερμάχερ, ενώ από αυτή της Φιλοσοφίας της Θρησκείας, με την οποία κατά κόρον ασχολήθηκε, όπως και της καθαρής Φιλοσοφίας δεν βρήκε να αξίζει τον κόπο να τους κάνει κριτική. Εξαίρεση αποτελούσε γι' αυτόν μόνον ο Σωκράτης. Στην απογοήτευσή του αυτή ο νεαρός ερευνητής Σ.Κ. της έδωσε όνομα: την ονόμασε "Ιωάννη της Κλίμακος" (ένα από τα ψευδώνυμά του). Άφηνε ο Σ.Κ. τον Ιωάννη της Κλίμακος να εκφράζει την πίκρα του για την ηθική και χριστιανική δειλία και παραπλάνηση των συγχρόνων του. Αυτή ήταν μια πορεία κόντρα στο κατεστημένο, κόντρα στη Χριστιανοσύνη που κατέστρεψε τον Χριστιανισμό. Μερικές λέξεις-κλειδιά, όροι, φιλοσοφίες, ονόματα νομίζουμε ότι αποκωδικοποιούν την κοσμοθεωρία του Σ.Κ. Συν το από την κοσμοθεωρία αυτή σε συνδυασμό με την συνειδητοποίηση της αγωνίας της ύπαρξης προερχόμενο θερμότατο πάθος του. Όλα αυτά τα βρίσκομε αποσπασματικά στα πρώτα έργα του (το 1838, όταν ήταν 25 χρονών) και ολοκληρωμένα στην «Εξάσκηση στον Χριστιανισμό» (1848, 36 χρονών): Αλήθεια, Αβραάμ, Διαλεκτική, Σωκράτης, Hegel-SpeculativePhilosophie, Enkelte (ο ένας και μόνος), το Παράδοξο. Ο Αβραάμ είναι το κατ΄ εξοχήν, το σύμβολο του ηθικού ανθρώπου, όπως επίσης και του πιστού. Η ηθική προέρχεται από την ελευθερία, από τη δυνατότητα επιλογής.

 

unterhaltungΣ’ αυτά τα πλαίσια της ελευθερίας-ηθικής έβλεπε τον «ένα και μόνο», του οποίου υπήρξε υποστηρικτής (λέγεται ότι «η αλήθεια για τον Kierkegaard είναι ο Enkelte («ο ένας και μόνος»), του οποίου ήταν δικηγόρος»). Η δε πίστη του Αβραάμ είναι κάτι το παραδειγματικό: η πίστη του υπήρξε πέρα και πάνω από κάθε όριο ανθρώπινης λογικής, ανθρώπινης ανάγκης, ανθρώπινου αισθήματος. Ευλογία ή καταδίκη να είσαι ελεύθερος και να καλείσαι να την αξιοποιήσεις χωρίς να σου έχει δοθεί, επομένως, κανένας ρόλος. Η ζωή του ελεύθερου είναι ιδιαίτερα μικρή. Υπεύθυνη στο έπακρο του ιδεατού. Και όλα αυτά συνοδεύονται από το φόβο και το άγχος. Αυτή είναι η έννοια της αγωνίας.


Αυτή, λοιπόν, η κόντρα με τις εξέχουσες προσωπικότητες της κοινωνίας του («με το κατεστημένο», όπως γράφουν τα «Δανέζικα Εκκλησιαστικά Χρονικά» το 1855), όπως εξελήφθη, δεν του συγχωρήθηκε ποτέ από τους Δανούς συμπατριώτες του. Τον καταδίκασαν σε λήθη μέχρι να τον ανακαλύψει ο Αυστριακός Ιησουίτης Theodor Haecker μετά από 60 περίπου χρόνια.[13] Όταν τους ρωτούσαν για τον Κίερκεγκωρ απαντούσαν ότι ήταν «ο πιο βαρετός Δανός». Δεν πρέπει να μειωθεί η προσπάθεια και η συμβολή, στο τέλος του 19ου αιώνα, βιογράφων και μεταφραστών της ζωής και των έργων του, όπως αυτή των H.Gottsched-Chr.Schrempf, αλλά χρειάζονταν πραγματικά δυναμίτης για να αναγνωριστεί μέσα από την ομίχλη της αδιαφορίας ο μεγάλος Δανός. Η δανέζικη γλώσσα αναγνωρίστηκε ως «Weltsprache» - παγκόσμια γλώσσα και η σημασία του έργου του Κίερκεγκωρ ως το τέλος μιας πνευματικής εποχής, της «φιλοσοφίας», και αρχή μιας αυτονόητης άλλης, έξω από τα εσκαμμένα, αυτής «της σκέψης». Στο διάστημα αυτό της διαμάχης με το περιοδικό «Ο Κουρσάρος», Ιούλιος 1845 έως τις 2 Οκτωβρίου 1846, εκδίδει το «InVinoVeritas», διάφορα άρθρα, την «Λογοτεχνική κριτική» και το «Τελικό, μη Επιστημονικό Υστερόγραφο».kierkegaard


Το ποια ήταν η Χριστιανοσύνη, ποιο ήταν το κατεστημένο στην Κοπεγχάγη την εποχή που ζούσε, το βρίσκουμε στην «Εξάσκηση στον Χριστιανισμό» σσ. 45-61. Εκεί, αφήνει να μιλήσουν, σκιαγραφώντας τους έτσι, τον έξυπνο πολιτικό, τον έμπορο, τον ιερωμένο, τον φιλόσοφο, τον σοβαρό πολίτη, όλες τις κατηγορίες των ανθρώπων και των τάξεων.


Και στο τέλος της περιόδου αυτής, το 1847, 34 χρόνων περίπου, ήταν για κάτι επιπλέον σίγουρος. Όχι μόνον τα γραπτά του, αλλά ακριβώς και η ζωή του η ίδια στο μέλλον θα ερευνούνταν και θα επανερευνούνταν, θα γίνονταν αντικείμενο πολλαπλής έρευνας. Για κάτι άλλο δεν ήταν σίγουρος. Ήθελε να γίνει παπάς. Να γινόταν ή όχι;

 



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΡΙΣΕΩΣ ΜΕ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΕΣ ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 
(Κομμουνιστικὸ μανιφέστο κ.λπ.)

 

(ἤ «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ, ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ»)

 

Το τελευταίο τμήμα του έργου του «Εποικοδομητικές Ομιλίες» ονομάζεται «Το Ευαγγέλιο των παθών», στο οποίο διαβάζει κανείς ένα είδος «Μακαρισμών», που εκφράζουν τα αισθήματα και τις διαθέσεις του της περιόδου αυτής. Για τον Μάρτυρα της Αλήθειας γράφει: «Μακάριος ο ονειδιζόμενος για μια καλή υπόθεση». Τούτο είναι επόμενο αφού: «εάν ο Χριστός ερχόταν στον κόσμο και πάλι, θα ξανασταυρωνόταν».

 

1847 «Τα έργα της Αγάπης» αποτελούν το εκκλησιαστικό όργανο στη μεγάλη συναυλία του, των συγγραφικών έργων του, στο οποίο σκιαγραφεί την «αγάπη στον πλησίον».

 

Μεστή, συγγραφικά, μεταβατική περίοδος, από αυτήν της έρευνας των θεολογικών αναγκών και αναζητήσεων του ανθρώπου και της ψυχολογίας του, γιὰ τὴν ἑπόμενη καθοριστική συγγραφική του δραστηριότητα. 

 


 

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ (Από το 1848 έως το τέλος του)

«Η ΣΤΙΓΜΗ», «ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΧΘΕΙ»


Μερικὰ λόγια γιὰ τὸν ὅρο "Ἡ Στιγμή"

 

Κατ' ἀρχάς λεκτέον ὅτι τὸ δανέζικο "Øjeblik" στὴν πρώτη μετάφρασή του στὰ γερμανικά μεταφράστηκε ὡς "Το Παρόν". Μιὰ ἄλλη μετάφραση, στὰ ἑλληνικά, τοῦ "Øjeblik" εἶναι "Ριπὴ ὀφθαλμοῦ", ποὺ βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὴν κυριολεξία τῆς δανέζικης λέξης. Πέραν ὅμως τῆς κατὰ λέξιν μετάφρασής της, ἡ Στιγμὴ ἔχει τὸ ἰδιαίτερο νόημά της στὴ σκέψη τοῦ Κ. Ὅπως μᾶς ἀναλύει ὁ Γ. Τζαβάρας, "Ἡ ἔννοια τῆς ἀγωνίας", Δωδώνη, σελ. 219ἑξ., γιὰ τὸν Κ. ἡ Στιγμὴ εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ μία κατάσταση σὲ ἄλλη. Ἀποτελεῖ δὲ τὸ "ἀπόλυτο τώρα", ἀνάμεσα σὲ δύο δεδομένες στιγμές, ὄχι στὸ χρόνο, ἀλλὰ μᾶλλον ἐξωχρονικά. Εἶναι ἡ ἐπαφὴ τοῦ αἰωνίου μὲ τὸν χρόνο. Καὶ κάτι ἀκόμα. Στὰ δανέζικα ἡ λέξη "στιγμὴ" εἶναι μεταφορά. Καί, κατ' ἀκολουθία, ἡ "ριπὴ ὀφθαλμοῦ", ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητας, δίνει τὸν ὁρισμὸ τοῦ πνεύματος. Τὴν σημασία τῆς, κατ' αὐτὴν τὴν ἔννοια, προσέγγισης τοῦ ὅρου ἀπὸ τὸν Κ. τὴν βλέπομε καὶ στὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδει στὸ θαῦμα. Εἶναι μιὰ στιγμὴ τῆς αἰωνιότητας, πού, ἐννοεῖται, δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια τὸ θαῦμα τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας τὸ ἐνστερνίζεται ὁ κάθε πιστός, κάθε ἐποχῆς καὶ ἀπὸ οἱαδήποτε γεωγραφικὴ θέση. Μετέχει στὸ ἴδιο θαῦμα, τὸ ὁποῖο συνέβη μία φορά ἀπὸ τὸν Χριστό.

 

"Ἡ Στιγμὴ εἶν' ἐκείνη ἡ ΄δισημαντότητα, ὅπου συνορεύουν ὁ χρόνος κι' ἡ αἰωνιότητα, καὶ μ' αὐτὴ τὴν ἐπαφὴ ἐγκαθίσταται ἡ ἔννοια "προσκαιρότητα", ὅπου ὁ χρόνος ἀξακολουθητικὰ διακόπτει τὴν αἰωνιότητα καὶ ἡ αἰωνιότητα ἐξακολουθητικὰ διαπερνᾶ τὸ χρόνο" (σ. 108) (Γ. Τζαβάρας, ὅπως πάρα πάνω, σελ. 220).


Τὴν μικροῦ σχήματος ἐφημερίδα αὐτή τὴν ἐξέδωσε τὸν Μάϊο τοῦ 1855. Στὶς στῆλες της ἔπληξε χωρὶς οἶκτο "τὸν ἱδρυματοποιημένο, φατριάζοντα "χριστιανισμὸ" τῶν ἱερέων". Στὴν ἐφημερίδα «Πατρική χώρα» τον Μάρτιο του 1855, ἔγραψε μὲ τίτλο: «Τι θέλω;». ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποία ἀγωνίζονταν, καὶ οἱ ἄλλοι ἔκαναν ὅτι δὲν καταλάβαιναν. Ἔγραφε ὅτι ἁπλούστατα «θέλω εντιμότητα… Δεν είμαι ούτε ήπιος ούτε αυστηρός – είμαι ανθρώπινη εντιμότητα… Δεν θέλω με αποσιώπηση ή με περίτεχνα κέιμενα να δημιουργήσω την εντύπωση ότι ο συνηθισμένος χριστιανισμός της χώρας συμπίπτει με τον χριστιανισμό της Καινής Διαθήκης…» (Πρβλ. http://www.lettre.gr/letter/material/zairen%20kirgegor.pdf )


Στη "Στιγμή", Νο 5, μπορεί κανείς να δει τί θεωρούσε ο Σ.Κ. ως "Χριστιανισμό της Καινής Διαθήκης" (Øjeblik, Nr.5, SV=Samlede Værke XIV,203).


Ὁ Κ. ολοκληρώνει τις Εικόνες (θέσεις) του: στη Θεολογία, για το ποιο είναι το πρόσωπο του Χριστού, στο έργο του «Εξάσκηση στον Χριστιανισμό» και στην Κατήχηση για το ποιος είναι ο πραγματικός Χριστιανός, στη σειρά των φυλλαδίων του «Η Στιγμή», Νο 5.
Κάνει γενική επίθεση.

 


 


Τελευταίο Μέρος

 

Οἱ συμπατριῶτες του, οἱ Δανοί, δὲν τοῦ συγχώρεσαν αὐτήν του τὴν ἐπίθεση. Τὴν ἐξέλαβαν σὰν μιὰ ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας τους. Καὶ τὸν "τιμώρησαν" μὲ μιὰ γενική, ἀπὸ μέρους τους, λήθη τῆς ὕπαρξής του. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν λίγα ἄτομα, πού, καταλαβαίνοντας τὴν σπουδαιότητά του, προσπάθησαν νὰ τὸν ἀποκαταστήσουν γράφοντας γιὰ τὸ ἔργο του. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Georg Brandes καὶ ὁ Eduard Geismar (1926-28 udgav Geismar seks bind om Søren Kierkegaard Livsudvikling og forfattervirksomhed, "... og for første gang blev Kierkegaard taget alvorligt på universitetet; Geismar blev den 'jordemoder' som hjalp noget nyt til verden, med det resultat at det gik ham som Poul Helgesen: hans egne disciple løb fra og vendte sig med frådende forbitrelse imod ham".).

 

Στὴν ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου σημειώνει: ο Κίρκεγκωρ προέβλεψε την υστεροφημία του και προείδε ότι το έργο του θα γινόταν αντικείμενο έντονης μελέτης και έρευνας. Στα ημερολόγία του είχε γράψει: "Η εποχή μας δε χρειάζεται κάποια μεγαλοφυία —έχει αρκετές μεγαλοφυίες, αλλά έναν μάρτυρα, ο οποίος για να διδάξει τους ανθρώπους να υπακούν θα γίνει ο ίδιος υπάκουος μέχρι θανάτου. Η εποχή μας χρειάζεται αφύπνιση. Έτσι, κάποια μέρα, όχι μόνο τα γραπτά μου αλλά όλη η ζωή μου, όλο το περίπλοκο μυστήριο του συστήματος [δηλ. το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Κίρκεγκωρ] θα μελετάται ξανά και ξανά. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον τρόπο που με βοηθάει ο Θεός και έτσι η τελευταία μου ευχή θα είναι όλα να είναι προς δόξαν Του". — Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Ημερολόγιο[8] (20 Νοεμβρίου 1847)

 

Μετὰ τὸ 1915, ἕνας αὐστριακὸς Ἰησουίτης, ὁ Theodor Häcker (Theodor Haecker zählt zu den sprachmächtigsten Vertretern des katholischen Existentialismus ), μετέφρασε ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Κίερκεγκωρ στὰ Γερμανικά. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὁ Κίερκεγκωρ μπόρεσε καὶ ἔγινε ποιὸ γνωστὸς σ' ὅλον τὸν πνευματικὸ κόσμο, ὅλου τοῦ πλανήτη. Ὅσοι εἶδαν τὴν ἀξία του, ἔστω καὶ ἀπὸ τὴν δική τους ὀπτικὴ γωνία, ἔμαθαν δανέζικα, διότι καὶ οἱ μεταφράσεις ἀργοῦσαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἀξία ἔχει ἡ δυνατότητα ἐπαφῆς μὲ τὰ πρωτότυπα, βιβλία καὶ σημειώσεις τοῦ Κίερκεγκωρ. Πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ἡ σημασία τῆς Β΄Ἐκδοσης τῶν Ἁπάντων του κατὰ τὰ τὴν δεκαετία 1920-1930. Πρέπει ἐπίσης νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ Κίερκεκγωρ ἀναστάτωσε πνευματικά, τὴν Εύρώπη κυρίως, σὲ δύο κύματα, κατὰ τὴν δεκαετία μετὰ τὸν Α΄παγκόσμιο πόλεμο καὶ τὴν δεκαετία μετὰ τὸν Β΄. Δυστυχῶς, ὅλοι ὅσοι ἀσχολήθηκαν μαζί του, εἴτε προκατειλλημένα προσπάθησαν νὰ τὸν προσεταιριστοῦν στὴν ἰδεολογικὴ ὁμάδα ποὺ ἀνῆκαν εἴτε ὄχι, σπάνια παραδέχονται τὸν πραγματικὸ βαθμὸ τῆς ἰδεολογικῆς τους συγγένειας μαζί του. Ὅλοι (ἀπὸ τὴ φιλοσοφικὴ σκοπιά: Heidegger, Sartr καὶ ἄλλοι, ἀπὸ τὴ θεολογική ὅπως οἱ καθολικοί: Hans Urs von Baltasar, Romano Guardini κ.ἄ., καὶ οἱ εὐαγγελικοί: Bultmann, Karl Barth κ.ἄ.) τὸν ἑρμήνευσαν μὲ τὸν δικό τους τρόπο. Τὸ ἄσχημο εἶναι ὅτι καὶ οἱ μεταφραστὲς σπάνια εἶναι ἀντικειμενικοί. Τοὺς βγαίνει κάτι ἀπὸ μέσα τους ποὺ δὲν τοὺς ἐπιτρέπει νὰ δοῦνε αὐτὰ τὰ ὁποῖα βλέπουν. Ὁ Κίερκεγκωρ, προφητικά, ἔλεγε ὅτι ὅταν μεταφράζει κανεὶς συμβαίνει ὅ,τι καὶ ὅταν καθρεφτίζεται: δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἕνας διάολος μπροστὰ στὸν καθέφτη καὶ νὰ δεῖ σ' αὐτὸν ἕναν ἄγγελο!

 

Δύο ἀναμνήσεις:

 

Πρώτη: Τὸ 1979, στὸ μουσεῖο τῆς μαντάμ μὲ τὰ κέρινα ὁμοιόματα, στὴν Κοπεγχάγη, τὰ ὁμοιώματα τοῦ Κίερκεγκωρ καὶ τοῦ Χάνς Κρίστιαν Ἄντερσεν ἦταν τοποθετημένα γύρω ἀπὸ ἕνα κυκλικὸ τραπεζάκι (τύπου μεσογειακοῦ καφφενείου), ἀπέναντι τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Κάτω ἀπὸ τὸ ὁμοίωμα τοῦ Κίερκεγκωρ, ὑπῆρχε ἡ σημείωση (ὅπως καὶ σὲ ὅλα τὰ ὁμοιώματα) μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τὴν παρατήρηση ὅτι ἦταν "Ὁ πιὸ βαρετὸς Δανός".

 

Δεύτερη: Τὸ 1992 ἐπισκέφτηκα στὴν Κοπεγχάγη (στὸ Χέλαρουπ, νομίζω) τὴν ἀείμνηστη καὶ πολὺ ἀγαπημένη Julia Watkin. Συγκατοικοῦσε μὲ τὴν γραμματέα τοῦ μακαρίτη Gregor Malantschuk. Τοὺς διηγήθηκα τὴν μεγάλη μου περιπέτεια στὴν Κοπεγχάγη, τὰ Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1975, ἐξ αἰτίας τῆς ἄγνοιάς μου γιὰ τὴ σημασία τοῦ όνόματος τοῦ Κίερκεγκωρ, ἐπισκεπτόμενος, στὸ καταχείμωνο, ὅλα τὰ νεκροταφεῖα τῆς Κοπεγχάγης κ.λπ. Τότε καὶ οἱ δύο μοῦ εἶπαν καὶ τὴν παρεμφερὴ ἱστορία ποὺ εἶχε σχέση μὲ τὸν Professor Gregor Malantschuk (γιὰ τὸν ὁποῖο μάλιστα εἶχα συστατικὴ ἐπιστολὴ, τὸ 1975, ἀπὸ τὸν Professor DDr. Eugen Biser). Ὁ καθηγητὴς Malantschuk (Οὐκρανὸς στὴν καταγωγή), ὅταν συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατακτημένη Κοπεγχάγη, τοὺς εἶπε ὅτι ἐργάζεται πάνω στὸν Κίερκεγκωρ. Ὁ Δανομαθὴς Γερμανὸς, ποὺ δὲν ἤξερε ὅμως θεολογία καὶ φιλοσοφία, μετέφρασε ὅτι ἀσχολεῖται μὲ Monumente, ἀντικείμενα νεκροταφείου καὶ τὰ παρόμοια. Αὐτὸ ἔγινε αἰτία νὰ τὸν ἀφήσουν ἤσυχο.

 


 

 

ΣΧΟΛΙΑ

 

 1. Σχόλια σε μερικές από τις βιογραφίες

Ο Heinrich Lilienfein,[14] Berlin 1911, σ’ ένα άρθρο του, που ο τίτλος του μεταφράστηκε «Ο Φιλόσοφος της Εμπάθειας», σημειώνει, μεταξύ πολλών, πολύ ενδιαφερόντων επισημάνσεων, ότι οι βιογράφοι του Κίερκεγκωρ –μέχρι των ημερών του- δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν εξ ολοκλήρου. Μόνον απομονωμένα μέρη του έργου του εξήραν. Λέει: «Ο Georg-Brandes (Literarisches Charakterbild, 1879) παρόλη τη θαμπωτική εξυπνάδα του, μέσα στην ορθολογιστική της αμηχανία, δεν κατορθώνει μήτε να καταλάβει μήτε να μας γεννήσει ενδιαφέρον για τη θρησκευτική μεγαλοφυΐα του Κίερκεγκωρ. ...Τη δε ουσία της προσωπικότητας του Σ.Κ. νομίζει ότι βρίσκει στην Pietaet (φιλοστοργία, αίσθημα οίκτου)». Στὴν Wikipedia διαβάζουμε ὅτι noch heute gilt Brandes in Skandinavien als Urheber einer antiklerikalen Geisteshaltung.

 

O O.P. Monrad («Soeren Kierkegaard, sein Leben und seine Werke, Jena 1909, Eugen Diederichs Verlag»), ο οποίος ισχυρίζεται ότι πρώτος αυτός κατάλαβε σωστότερα και βαθύτερα το μυχιαίτατο υποστατικό του πατριώτη του, λέει ότι ο Κ. βάση έχει μια θερμότατη εμπάθεια (παθητικότητα, Leidenschaftlichkeit). Ο δε Harald Hoeffding (1896) εξετάζει τον Κ. κάπως βαθύτερα, αλλά το έργο του γραμμένο με το μέτρο «φιλάνθρωπης θεωρίας της ζωής» δεν επαρκεί για να μετρήσει έναν Κίερκεγκωρ και για να μας ενθουσιάσει γι’ αυτόν και εντοπίζει τη βάση του Κ. στη μελαγχολία, βαρυθυμία («Schwermut»).

 

Σ’ ένα άλλο άρθρο, του Hans Groessel,[15] διαβάζουμε ότι ούτε ο Peter Thielsts (Geschichte Sören Kierkegaards, 1994), του οποίου η βιογραφία είχε τόσο μεγάλη επιτυχία στην Δανία, αλλά ούτε και ένας άλλος βιογράφος του, ο Harald von Mendelssohn, έκαναν έρευνα στα πρωτότυπα, όπως δεν έκαναν και καμιά λεπτολόγο κριτική ή κάποια νέα ερμηνεία, όπως οι ίδιοι σημειώνουν. Τον βλέπουν, όπως τον έβλεπαν οι σύγχρονοί του. Σαν έναν ιδιόμορφο άνθρωπο, που ακολουθεί έναν δικό του δρόμο (Außenseiter). Μόνον που, περνώντας οι δεκαετίες και έχοντας ακούσει τα μύρια όσα κολακευτικά λόγια από κορυφαίους φιλοσόφους και θεολόγους, προσπαθούν να εξάρουν ορισμένες αρετές του, φιλολογικές-ποιητικές και τα παρόμοια, βάζοντας ή τονίζοντας πτυχές που θα ανέβαζαν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αποστασιοποιημένοι από την ουσία του περιεχομένου των βιβλίων του είτε διότι δεν τους ενδιέφερε είτε διότι δεν την καταλάβαιναν, τον βλέπουν σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο που, μολονότι δεν ανήκε στους πολιτικούς ή τους οικονομικούς κύκλους και παράγοντες, τους μόνους που πρωταγωνιστούν και κατευθύνουν τις κοινωνίες, έγινε αιτία κοινωνικής αναταραχής. Γι’ αυτό και η κοινωνία τον απώθησε (Ausgestoßener). O Thilsts έψαχνε να βρει στον Κ. μια αιτία για μια βαθειά προσωπική κρίση, αλλά δεν την βρήκε. Τον ενδιέφερε ο φιλόσοφος σαν επαναστάτης ενάντια στην μπουρζουαζία του Βασιλείου της Κοπεγχάγης. Ο δε Mendelssohn, με μια “vorbiedermeierhafte Beschaulichkeit” σκιαγραφεί την ατμόσφαιρα μιας μελαγχολικής αλλά αξέχαστης, μοναδικής Κοπεγχάγης («Tout Copenhague», αρέσκεται να την ονομάζει) με τη βοήθεια της συνοδείας πολλών πορτραίτων, όπου έζησε μια «ιδιοφυία σε μια μικρή πόλη», αφ’ ενός, η οποία όμως, αφ’ ετέρου ήταν «manisch-depressiv» και «paranoid» και άλλα χειρότερα. Κατά τα άλλα τον θεωρεί ως τον «καλύτερο Δανό συγγραφέα Πρόζας της εποχής του».

 

Άλλοι βιογράφοι του εξάρουν διάφορους τομείς της δραστηριότητάς του, που και αυτοί διεκδικούν τμήμα του «μεγαλείου» του, της σπουδαιότητάς του –με ό,τι καταπιανόταν το έκανε αριστοτεχνικά- κυρίως όμως τομείς που ανήκουν στις κοινές κοινωνικές αξίες, τις οποίες όμως ο Κ. τις πολέμησε, αλλά δεν θέλησαν να τον αποδεχθούν (π.χ. «Η κρίση και μια κρίση στη ζωή μιας ηθοποιού»). „…Das mag sein Biograph versuchen, aber wir sind davon befreit auf seine vermeintliche Eitelkeit, Stolz und Hochmut, beschränkte Richtung und krankhafte Schwermut zu sehen, um ihn so für uns unschädlich und – unnütz zu machen.“[16] 

 

Γι΄ αυτό ο πολύς ο κόσμος δεν γνωρίζει τον πραγματικό Σ.Κ. Τους αναφέρεις τη θεολογία του και αυτοί σε ακούν δύσπιστα. Λίγοι υποψιασμένοι τον ξέρουν σαν πατέρα του υπαρξισμού, εμπνευστή του Σαρτρ και του Χάιντεγκερ, αλλά πέραν τούτου, τίποτε.

 

2. Τα οικονομικά του: Στο υπόβαθρο της δραστηριότητάς του υπήρχε, φυσικά, και ο οικονομικός παράγοντας. Εφόσον δεν «εργαζόταν» επ’ αμοιβή, όχι μόνον ζούσε από ίδιους πόρους, αλλά χρηματοδοτούσε και το έργο του, επειδή σχεδόν κανένας δεν αναλάμβανε τα έξοδα της έκδοσης των, πολλών, βιβλίων του. Μάλιστα, όταν αρρώστησε, και σε λίγο πέθανε, στο νοσοκομείο είχε μόλις τα έξοδα της νοσηλείας του. Ο ίδιος διερωτώνταν πώς θα χρηματοδοτούσε τα επόμενα έργα του.

 

Στην μελέτη "Ο Kierkegaard και τα χρήματα" αναφέρεται ότι ο Kierkegaard όχι μόνον ενδιαφέρονταν για τα λεφτά, αλλά ήταν και εκνευριστικά λεπτομερής στην διαχείρησή τους. Και όταν αυτός έλεγε "δεν έχω λεφτά" εννοούσε ότι δεν έβγαζε αρκετά λεφτά, σύμφωνα με την παραγωγή του, και ότι “δανειζόταν” λεφτά απ' τον θείο του τον Lund, τον αδελφό της μητέρας του (οι πληροφορίες ήρθαν στα χέρια των συγγραφέων από ένα απ' τα θετά παιδιά του Lund, που σχετιζόταν φιλικά με τους συγγραφείς) και ότι τα ομόλογα του Kierkegaard τα κρατούσε προς φύλαξη ο Lund, και ότι είχε και μικρά κέρδη απ' την πώληση των βιβλίων του. Απλά, έβλεπε πως δεν είχε ανάλογα κέρδη ανάλογα με την προσφορά του. Ο ίδιος ο Kierkegaard δεν ήθελε να αμείβεται απ' τον κόσμο για την προσφορά του, επειδή το είδος της προσφοράς του δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο.

 

Είναι γεγονός ότι τα κρατικά ομόλογα που κληρονόμησε ο Kierkegaard, τα φύλαγε ο θείος του ο Lund και όταν χρειαζόταν χρήματα εξαργύρωνε μερικά απ' αυτά. Για λόγους πολιτικο-οικονομικής πεποίθησης δεν τα έβαζε στην τράπεζα, προκειμένου να κερδίσει τόκους (διαφορετική αντίληψη από αυτή των Ευαγγελικών, Max Weber κ.λπ.) και ζούσε με αξιοπρέπεια, έχοντας μάλιστα και έναν βοηθό για το νοικοκυριό του. Στους 22 τόμους των ημερολογίων του δε γίνεται συχνά λόγος για τα οικονομικά του, πράγμα που σημαίνει ότι, τελικά, αυτά τον απασχολούσαν μόνον "τόσο - όσο". Αυτό είναι το πιο σίγουρο απ' όλες τις άλλες πληροφορίες.

 

3. Οι πολιτικές απόψεις του

 

«Η θέση του Κ. ως προς το κράτος και την κοσμική εξουσία είναι η ίδια με αυτήν των μεγάλων Χριστιανών και των περισσότερων μεγάλων φιλοσόφων, που μπορούσαν πάντα να επικαλούνται τα λόγια του Ευαγγελίου: ´Απόδωτε τα του Καίσαρος Καίσαρι´. ´Δεν ήμουν ποτέ Αντιπολίτευση, που θέλει να ανατρέψει την Κυβέρνηση, αλλά έδινα, αυτό που μπορεί κανείς να ονομάσει, ένα διορθωτικό, που θέλει, ώστε παρ’ όλα αυτά για όνομα του Θεού, να κυβερνηθεί από εκείνους, οι οποίοι είναι για τον σκοπό αυτό κατάλληλοι και κεκλημένοι, ώστε αυτοί, φοβούμενοι τον Θεό, να θέλουν να στέκονται σταθεροί, ένα να θέλουν μόνον, το Καλό» (Theodor Haecker, Nachwort στο βιβλίο του Sören Kierkegaard, KritikderGegenwart, σελ. 63.

 

1. Κάποτε, στην Γερμανία, βρέθηκε στα χέρια μου ένας ογκώδης τόμος, ένα λεξικό, που περιείχε την ιστορία της αφίσας στην Γερμανία. Μεταξύ άλλων είχε και ένα περιοδικό της ναζιστικής νεολαίας, που είχε ως εξώφυλλο το, κλασικό, σκίτσο-πορτραίτο του Kierkegaard. Το ότι ήθελαν να τον προσεταιρισθούν δεν έχει καμιά σχέση με αυτά που αυτός πρέσβευε. Σ' άλλου τεύχους το εξώφυλλο υπήρχε n προσωπογραφία του Nietzsche. Φαίνεται ότι τον κατέτασσαν στην ίδια κατηγορία φιλοσόφων που συμμαρτυρούσε στην κοσμοθεωρία τους. Σε άλλο είχαν τον Wagner, φυσικά.

 

2. Για να δοθεί μια συνολική απάντηση παραθέτω και την, γνωστή κατά τα άλλα, πληροφορία, απ' την «αντίθετη» παράταξη, ότι το Σταλινικό μπλοκ (πριν τον Στάλιν δεν ήταν ακόμα γνωστός), δε χτύπησε, που σημαίνει δεν φοβήθηκε, καμιά άλλη εξωμαρξιστική σκέψη περισσότερο απ' αυτήν του υπαρξισμού, έστω και με την μορφή μου της έδωσε ο Heiddeger ή ο Sartre. Και δεν ξέρουμε ποιά θα ήταν n θέση του Nitzsche αν ζούσε και μάθαινε αυτά που του προσάπτουν οι Ναζί. Σίγουρα ο "μεμονωμένος" του Kierkegaard δεν είχε καμιά σχέση ούτε και με τον "υπεράνθρωπο" του Nietzsche, επειδή δεν ήταν "μαζοάνθρωπος", αλλά ούτε με το «άτομο», τον «Yappy».

 

3. Αλλά τον Kierkegaard τον συγκρίνουν και με τον Lammen'ee, με τον γνωστό Γάλλο ιερωμένο, ο οποίος αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των εργαζομένων και γι' αυτό τον ονόμασαν "κομμουνιστή του Χριστιανισμού", ενώ στον Kierkegaard του επιφύλαξαν το όνομα "ο αναρχικός της Εκκλησίας", εξ αιτίας της δραστηριότητάς του. Ο Kierkegaard δεν έκανε τίποτε απ' όλ' αυτά που έκανε ο Lammen'ee. Ξέρουμε την απάντηση. (Παράβαλε "Malantschuk: 0 Kierkegaard και n πολιτική.) Και ο δάσκαλος του δεν αγωνίστηκε για την απελευθέρωση των Εβραίων, των σκλάβων, των αναξιοπαθούντων κλπ.Επίσης ελέχθη ότι "Η αλήθεια για τον Kierkegaard είναι ο Einzelne, του οποίου ήταν δικηγόρος". Αλλά ο ίδιος είπε ότι "Η αλήθεια είναι μια ζωή για μια ιδέα". Όχι μόνο δικηγόρος, αλλά και πράκτορας στην υπηρεσία του Χριστιανισμού.

 


 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Α. Κύριες πηγές

  1. SørenKierkegaardsPapirer. Udgivne af P.A. Heiberg og V. Kuhr. Gyldendalske Boghandel, Nordisk Forlag. 1911-1948.2.

  2. Søren Kierkegaards Samlede Wærker. Udgivne af A.B. Drachmann, I.L. Heiberg og H.O. Lange. Bind I-XV. 1921-1931.Β.

Β. Κλασικές βιογραφίες

  1. Georg Brandes, ”Søren Kierkegaard, En kritisk Fremstilling i Grundrids”, von G. Brandes Samlede Skrifter (Danmark), Bd. II, Gyldendaksje Boghandel Nordisk Forlag, Kbhn-Christiania anden Udgave MDCCCCXIX, Første gang 1877. Georg Brandes, „Søren Kierkegaard, Eine kritische Darstellung“, Reclam, Leipzig, Georg Olms, Verlag von Johann Ambrosius Barth, 1879.
  2. Eduard Geismar, ”Soeren Kierkegaard. Livsudvikling og Forfattervirksomhed”. Bind I-VI. G.Ε.C. Gads Forlag, København MCMXXVI.
  3. Georg Brand, "Kierkegaard und andere skandinavische Persönlichkeiten", Dresden 1924.
  4. Johannes Hohlenberg, "Soeren Kierkegaard", H.Hagerup-Koebenhayn, 1940.
  5. Peter P. Rohde, “Sören Kierkegaard in Selbstzeugnissen und Bilddokumenten”, dargestellt von Peter P. Rohde, ro ro ro Rowohlt, 1959.

 

Γ. Βιβλιογραφία

 

Malantschuk Gr.,“Den Kontroversielle Kierkegaard, Politiske og sociale Aspekter i Kierkegaards Tænkning, Kierkegaards Syn paa Mand og Kvinde, Har Kierkegaard læst Marx?”, Stjernebøgernes Kulturbibliotek, Vinten, 1976.


Thulstrup N., Kierkegaards Kenntnis der philosophischen und theologischen Tradition, Theologische Zeitschrift, herausgegeben von der Theologischen Fakultät Basel, Jahrgang 35-1979, Friedrich Reinhardt Verlag, 4012 Basel.

 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ


S.K's P., X, s. 180 = S.K's Papirer, Bind Χ, s. 180.
S.K's W., Χ, σ. 180. = S.K's Samlede Wærker, Bind X, side 180.
Geismar, V, s. 180. = E. Geismar, "S.K., Livsudvikling...", Bind V, s. 180.
Brandes, kritische Darstellung, σελ. 180. = Søren Kierkegaard, Eine kritische Darstellung“, s. 180.


 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[1] Γερμανός φιλόσοφος (1679-1754), εκπρόσωπος της λογικής και φυσικής θεολογίας, εκφραστής του Διαφωτισμού.
[2] Johannes Hohlenberg, "Soeren Kierkegaard", H.Hagerup-Koebenhayn, 1940. (0 εκδοτικός οίκος Hagerup είχε κάνει διαγωνισμό για την καλλίτερη βιογραφία του Kierkegaard και ο Hohlenberg κέρδισε το βραβείο.)
[3] Πολλά έχουν γραφεί για το θέμα αυτό. Ο Georg Brandes, που έγραψε τη βιογραφία αρκετών Σκανδιναβών, μεταξύ των οποίων και του Kierkegaard, αναφέρει ότι κάτι τέτοιοι περίπατοι με σκοπό την καλλιέργεια της μνήμης, ήσαν γνωστοί και σ' άλλες οικογένειες και αναφέρει το παράδειγμα του Stuart Mill, ο οποίος από τεσσάρων μέχρι επτά χρονών, καθημερινά, έκανε παρόμοιους περίπατους με τον πατέρα του, με τη διαφορά ότι οι περίπατοι γίνονταν στον καθαρό αέρα. Και συνεχίζοντας ο Brand βγάζει τα συμπεράσματά του λέγοντας, ως εκφραστής της παιδαγωγικής μεθόδου που κυριαρχούσε μέχρι και την δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα και ονομαζόταν "Ρεαλιστική μέθοδος", ότι περίπατοι σε δωμάτιο αποστασιοποιούν το μαθητή απ' την πραγματικότητα και δεν καλλιεργούν πάθος για διαλογισμό καθώς και τη φαντασία (αντί αυτού βοηθάει σε φαντασιώσεις). Ο J.Holenberg στη δική του βιογραφία για τον Kierke­gaard αντιπαραθέτει τις απόψεις του ίδιου του Stuart Mill, που βρίσκονται στην αυτοβιογραφία του, και ο οποίος παραπονείται για την παντελή έλλειψη φαντασίας, έλλειψη δημιουργικής δύναμης σκέψης και παρομοιάζει τον εαυτό του σαν ένα πολύ καλά εφοδιασμένο πλοίο που δεν έχει όμως πανιά. Αυτά συν το γεγονός ότι απ' τα είκοσή του χρόνια έπασχε από μελαγχολία και σ' όλη του τη ζωή παρέμενε ένας θεατής.

michael kierkegaard 1185170 289196747884670 1624022429 n
[4] Η Κοπεγχάγη (το λιμάνι του εμπορίου) βρίσκεται στο νότιο μέρος του νησιού Ζιέλαντ και επεκτείνεται με γέφυρες και στο μικρό νησάκι που βρίσκεται δίπλα του, νότιά του, του Κάστρουπ.
[5] Από τις Πράξεις των Αποστόλων (ε΄, 28εξ., μετάφραση Π. Τρεμπέλα) μαθαίνομε ότι όταν ο Αρχιερέας του Συνεδρίου είπε στον Πέτρο και τον Ιωάννη ότι τους είχε απαγορευτεί ρητά να «μὴ διδάσκετε περὶ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ τὸ παρουσιάζετε ὡς ὄνομα λατρευτὸν καὶ ἀνώτερον ἀπὸ κάθε ἄλλον ὄνομα», τότε αυτοί απάντησαν ότι «ἔχομεν κληθῆ απὸ τὸν Θεὸν νὰ εἴμεθα μάρτυρές του, διὰ νὰ διακηρύττωμεν μὲ τοὺς λόγους καὶ τὴν διδασκαλίαν μας τὰ σωτηριώδη αὐτὰ γεγονότα τῆς ζωῆς του». Ἐπίσης, στὴν Α΄καθολική Επιστολή του Ιωάννου διαβάζομε ότι «Ἐκεῖνο ποὺ ὑπῆρχεν, ὅταν ἤρχισεν ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι μὲ τὰ αὐτιά μας ἠκούσαμεν, τὸ ὁποῖον μὲ τὰ μάτια μας ἔχομεν ἴδει, τὸ ὁποῖον εἴδαμεν καλὰ καὶ αἱ χεῖρες μας ἐψηλάφησαν, θέλω δηλαδὴ νὰ εἴπω περὶ τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου, ὁ ὁποῖος ἔχει μέσα του ζωὴν καὶ τὴν μεταδίδει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους»... Αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη βλέπομε τις εκφράσεις των βιωμάτων των ανθρώπων του Θεού, των Προφητών, να παρουσιάζονται με Εικόνες. Ο Προφήτης της Αγάπης, ο Ωσηέ, παρουσιάζει τη σχέση του Θεού με το λαό του, σαν μια σχέση νυμφίου προς την άπιστη σύζυγό του. Η σχέση της Εκκλησίας με τον Θεό, στο Άσμα Ασμάτων. Και πολλά άλλα παραδείγματα. Ο Κ. εκφράζει την όλη θεολογική σκέψη του για το Χριστολογικό Δόγμα με την εικόνα του βασιλιά και της φτωχής αγαπημένης του («Ψήγματα Φιλοσοφίας, δεύτερο κεφάλαιο». Εκφράζει την αγάπη του Ιησού προς τους «κοπιώντες και πεφορτισμένους» με τον γιατρό που πηγαίνει ο ίδιος στους ασθενείς, τον ελεήμονα που δεν καλεί στο αρχοντικό του τους φτωχούς, αλλά πηγαίνει σ’ αυτούς και γίνεται και ο ίδιος φτωχός («Εξάσκηση στον Χριστιανισμό»). Τα Ονόματα, οι Όροι είναι πορίσματα των Οικ. Συνόδων, αντικείμενα λατρείας αλλά όχι διαπραγμάτευσης. Ο ιεροκήρυκας κηρύσσει βιώματα, δεν «παρατηρεί» θεωρητικά. Ο ίδιος έδωσε επίσης το πορτραίτο του ιδανικού Χριστιανού στην αληθινή του μορφή, αγωνιζόμενος ταυτόχρονα να μην χαρακτηριστεί ο ίδιος ότι έχει καμία σχέση με το πορτραίτο («Ένοπλη ουδετερότητα» (ένας άλλος τίτλος που σχεδίαζε για την «Εξάσκηση στον Χριστιανισμό»)) .
[6] "Wann immer man die Schriften von Philosophen als Dichtung­en zu begreifen trachtete, hat man ihren Wahrheitsgehalt ver­fehlt, σύμφωνα με την έννοια της φιλοσοφίας ως επιστήμης κατά τον Kant και τον Hegel, κ' όμως zum dichterischen Anspruch steht Kierkegaards Werk zweideutig κλπ." S.9. Theod. W. Adorno, «Kierke­gaard, Konstruktion des Ästhetischen», Suhrkamp Verlag.
[7] Π.χ. σύμφωνα με τη ρομαντική φιλοσοφία του Εγέλου, ο αντίποδας της πίστης είναι η αμφιβολία. Και αυτό γίνεται αμέσως αποδεκτό, επειδή είναι λογικό. Και εδώ είναι η παγίδα αυτής της φιλοσοφίας. Διότι η «αμφιβολία» είναι γνωστική κατηγορία, ενώ η Πίστη δεν είναι. Το αντίθετο της Πίστης, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο –και τον Κίερκεγκωρ- είναι το «σκάνδαλο», ἠ «μωρία», κάτι το «μη λογικό». Η ρομαντική φιλοσοφία του Εγέλου, που κυριαρχούσε σε όλη την Ευρώπη, ήθελε την Πίστη αποδεικτέα και αποδείξιμη, κατορθωτή. Ακόμα και οι εκπρόσωποι της «Μυστικής Θεολογίας» π.χ. ο Πασκάλ, χρησιμοποιούσαν τους γνωστικούς αυτούς όρους.
[8] Έκτοτε, ασχολήθηκαν με την περίπτωση του Don Giovanni όχι μόνον φιλόσοφοι που επηρεάστηκαν απ' τον Kierkegaard, όπως ο Γάλλος Καμύ στον «Μύθο του Σισύφου», αλλά και θεολόγοι όπως π.χ. ο κύριος εκπρόσωπος της Προτεσταντικής θεολογίας Karl Barth, ο οποίος ασχολείται με το θέμα αυτό στην «Δογματική» του.

[9] Πρβλ. Georg Brand, "Kierkegaard und andere skandinavische Persönlichkeiten", Dresden 1924. -Ges. Schriften, Band III.
[10] Είχε συνείδηση της σπουδαιότητάς του. Έβλεπε τόσο μπροστά στο μέλλον –χαρακτηριστικό των φιλοσόφων- την ίδια στιγμή που άλλοι έκαναν εσφαλμένες εκτιμήσεις για το αύριο. Έλεγε: ”O, naar jeg engang er død – alene ”Frygt og Bæven” vil være nok til et udødeligt Forfatter-Navn. Da vil den blive læst, ogsaa oversat i fremmede Sprog. Man vil næsten gyse for den frygtelige Pathos der er i den Bog’ – modsat ved fremkomsten, i 1843, da ingen formåede at fatte alvoren deri” (Kierk’s Papirer, X A 15, 1849). Σ’ αυτό το βαθύ και δύσκολο βιβλίο πραγματεύεται ο Κ. τη σχέση μεταξύ Ηθικής και Πίστης, μεταξύ του Ενός και μόνου-του μεμονωμένου ανθρώπου- και τις αποστάσεις που προέρχονται από τη σχέση του: Κοινωνία ή Θεός. Μιλάει για τον Αβραάμ και την υποδειγματική πίστη του στο παράλογο και το αδύνατο, την εξέλιξη από το ηθικό στο θρησκευτικό στάδιο, εξ αιτίας της πίστης του στο αιώνιο, εξ αιτίας της αιώνιας δύναμης της αγάπης του Θεού. Για την επανέκδοση του έργου του αυτού, το 1980, ο Gr. Malantschuck σχολίαζε, το 1978, θέτοντας απέναντι στον Αβραάμ τον Αγαμέμνονα, «έναν τραγικό ήρωα, που για χάρη της κοινωνίας θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια. Μιλάει επίσης για τον Σωκράτη και τους ιππότες της αυταπάρνησης: τον Φάουστ του Γκαίτε, τον Ριχάρδο τον Γ΄ του Σαίξπηρ, την Agnete και τον Havmand.
[11] Lilienfein, Heinrich, Soeren Kierkegaard, Der Denker der Leidenschaft, ct. „Das literarische Echo“, 14 Jahrgang, Heft 6. 15 Dezember 1911, c. 371 (Περιοδικό «ΝΕΑ ΖΩΗ»-1912, Περ. Γ- Τόμος VII-5, Μετάφραση Χ. σελ. 258).
[12] N. Thulstrup, Kierkegaards Kenntnis der philosophischen und theologischen Tradition, Theologische Zeitschrift, herausgegeben von der Theologischen Fakultät Basel, Jahrgang 35-1979, Friedrich Reinhardt Verlag, 4012 Basel.
[13] «...60 Jahre nach dem Tode Kierkegaards, Bücher und Broschüren über diese Dinge erscheinen, ohne daß eine einzige Zeile die Bekanntschaft mit dem Werke Kierkegaards verrät, das mag bis jetzt nur komisch, nur lächerlich, nur ein besonderer Spaß für die Eingeweihten sein, das kann aber rasch zur geistigen Schande werden.»
[14] Πρβλ. Lilienfein, Heinrich, Soeren Kierkegaard, ό.π., σελ. 257εξ.
[15] “Vom Außenseiter zum Ausgestoßenen, Zu Harald von Mendelssohns Biographie über Kierkegaard“, Süddeutsche Zeitung, Nr. 149, seite VI.
[16] Hermann Gottsched, Vorwort (des Übersetzers), s. 6, des Buches „Sören Kierkegaard, Buch des Richters“, Seine Tagebücher 1833-1855 im Auszug aus dem Dänischen, Verlegt bei Eugen Diederichs, Jena und Leipzig 1905.

 


 

Τελευταίο Μέρος

 Την ίδια περίοδο, των εκδόσεων της "Στιγμής", το 1855, ακόμα και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Σ.Κ. έβλεπε να κυκλοφορούν στο περιοδικό "Δανέζικα Εκκλησιαστικά Χρονικά" άρθρα εναντίον του, τα οποία, πολλές φορές ήσαν ειρωνικά, όπως το παρακάτω εικονιζόμενο άρθρο του εκδότη (30 Σεπτεμβρίου), με τίτλο "Δρ Σ. Κίερκεγκωρ και Δρ. Άντλερ: Ένα παράλληλο μεταξύ δύο Προφητών".

statue2

kierkegaardgrave b

 

 

  

 

 

danske kirketidende6 b

 

Just a short while, then I have won. Then the whole struggle entirely disappears. Then I can rest in halls of roses and talk with my Jesus without ceasing.


adler 1

tomb-kierkegaards

A Roukalis Grave

 

abraham chagall