KierkegardHeader

 

 

Λίγες, ἀλλὰ πολὺ περιεκτικές, σελίδες γιὰ τὴν Θεολογία καὶ τὴν Φιλοσοφία

τοῦ Κίερκεγκωρ

 

       Στὸ ἄρθρο αὐτό, ποῦ καὶ ποῦ γίνεται λόγος καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο μεγάλο σύγχρονο τοῦ Κίερκεγκωρ στὴν Δανία, τὸν Grundtvig, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε πολλὰ κοινὰ ὅπως π.χ. ἦσαν καὶ οἱ δύο δυαδιστὲς καὶ ἐναντίον τοῦ Ἑγέλου κ.ἄ., ὑπῆρχε ὅμως καὶ τεράστια διάσταση μεταξύ τους στὸ θέμα τῆς «πρακτικῆς», τῆς ζωῆς τοῦ «Χριστιανοῦ». Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διαφορά τους στὴν «Μαχόμενη» Ἐκκλησία τοῦ Κίερκεγκωρ ἢ στὴν «Θριαμβεύουσα» τοῦ Grundtvig. Ὁ τελευταῖος, ὡς ἐκφραστὴς μιᾶς ἐθνικῆς θρησκείας, ποὺ γεύεται τοὺς καρποὺς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θριάμβευσε χάριν τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ, εἶναι ἀντικείμενο μέγιστης ἀναγνώρισης καὶ ἐκτίμησης ἀπὸ τοὺς Δανούς,
 ------------------------------------------------

1855

Σήμερα:  m.me/DanskKirketidende  
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
http://www.grundtvig.dk
Πληροφορίες: Månedligt tidsskrift, Danmarks ældste udkommet siden 1845 - artikler om kirke, skole, kultur og samfund.
--------------------------------------------------------------------------

 

στὶς καρδιὲς τῶν ὁποίων κατέχει τὴν δεύτερη θέση μετὰ τὸν H.C. Andersen. Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ οὔτε λόγος. Μέχρι καὶ «ταλιμπάν» τὸν χαρακτήρισαν.

 

 

 

 

......................................................................

Εττικέτες
Ἡ Ὑποκειμενικότητα,  Det Enkelte «τὸ συγκεκριμένο ἄτομο, τὸ κάθε ἄτομο», ἡ Ἐκκλησία, Grundtvig
Ὁ Κίερκεγκωρ ἦταν δυαδικός,
Ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει-ὁ Θεὸς Εἶναι αἰώνιος, ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει,
Ἡ «Δογματικὴ» τοῦ Κίερκεγκωρ: ὁ Αἰώνιος ἔχει εἰσέλθει στὸν χρόνο,
Ὅποιος δὲν ἀμφιβάλει ἤ «ἁπλὰ» πιστεύει, δὲν βρίσκεται στὸν σωστὸ δρόμο γιὰ τὴν πίστη. Ἡ πίστη εἶναι ἕνα ἀτελείωτο ρίσκο, χρειάζεται ἅλμα, «αἰώνια ἀναζήτηση»(Lessing)
Τὸ νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ: ἡ Ἐσωτερίκευση, ἐσωτερικότητα,
«Ἡ αὐθεντικότητα τῆς προσωπικῆς ὕπαρξης» - ἐκτὸς «Συστήματος»,
Hegel, Μεσολάβηση (Mediation)
Ἡ θεώρηση τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὸν Κίερκεγκωρ-Ταυτοχρονικότητα, συγχρονισμός,
Ἡ διαλεκτικὴ τοῦ Σωκράτη καὶ τοῦ Κίερκεγκωρ,
Ἡ Μαχόμενη Ἐκκλησία, ὁ Πάσχων Θεός,

 

..........................................................................................

 

 

 

Ἡ ὑποκειμενικότητα
      

       «Χριστιανοσύνη εἶναι τὸ συγκεκριμένο ἄτομο, τὸ κάθε ἄτομο», det Enkelte
«Ἡ ὑποκειμενικότητα εἶναι ἡ ἀλήθεια», εἶναι μιὰ συχνὰ παρατιθέμενη φράση, καὶ ὁ Κίερκεγκωρ μιλάει πάντα γιὰ τὴν εσωτερικότητα, γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, γιὰ τὴν προσωπικὴ ἀπόκτησή της, καὶ τονίζει ὅτι κανένας δὲν θὰ ἐξαγορασθεῖ, δὲν θὰ λυτρωθεῖ κοπαδιαστά. Ἡ ἐκκλησία τοῦ Grundtvig, ὅπου τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι παρὸν ζωντανό, ἡ παρουσία Του εἶναι ζωντανή, ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτὴν τῆς «Χριστιανοσύνης», καθὼς τὴν θεωρεῖ ὅτι ἔχει προδώσει πλήρως τὸν Χριστιανισμὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης καί, τελικά, κοιτάζει τὴν θεία Εὐχαριστία κατὰ τέτοιον τρόπο, σὰν νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν συμμετέχει στὴν λατρεία ἔχει μία, καὶ μάλιστα μία μεγάλη, ἁμαρτία λιγότερη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα, ὁ Κίερκεγκωρ λέει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιοριστεῖ ἡ φύση τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς ἕνα, μιὰ γιὰ πάντα, δεδομένο μέγεθος, τὴν ἔκταση τοῦ ὁποίου καθορίζει κανεὶς ποσοτικά, ὥστε τότε εἴτε νὰ τὴν ἀποδεχθεῖ εἴτε νὰ τὴν ἀπορρίψει, ὅπως ἀκριβῶς γλιστράει κανεὶς σὲ ἕνα κοστούμι. Εἶναι ἡ παρεξήγηση τῆς "ἀξιόπιστης ὑποκειμενικότητας" τὸ νὰ ἀπαιτοῦνται ἀποδείξεις καὶ ἐγγυήσεις γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ καί, κατόπιν, «θὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω νὰ εἶμαι ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ τὸν ἀποδεχτεί».
Ὅλη αὐτὴ ἡ στάση ὅμως, βασίζεται σὲ ἕνα θεμελιῶδες λάθος ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστιανισμοῦ θὰ μποροῦσε νὰ διαχωριστεῖ ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ νὰ γίνει κανεὶς Χριστιανός. Τὸ Στατικὸ δὲν μπορεῖ, σὲ τέτοιον βαθμὸ σαφήνειας, νὰ διαχωριστεῖ ἀπὸ τὸ Δυναμικὸ καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν ὑπάρχει ποτὲ κάποιος τρόπος νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα, χωρίς νὰ ἦταν ταυτόχρονα ὁ λόγος γιὰ τὸν δρόμο, τὴν διαδρομή. Αὐτή ἡ ἐπισήμανση γιὰ τὸν δρόμο εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Κίερκεγκωρ στὴν Σωκρατική προϋπόθεση, μὲ τὴν ἐπιρροή του ἀπὸ τὸν Lessing καὶ τὴν ὑπαρξιακὴ στάση του, πράγματα πού, ὅλα αὐτὰ μαζύ, τὸν ἔκαναν ἕναν ἀντίπαλο τῆς ἀντικειμενικότητας τοῦ Ἑγέλου. Τὸ σύστημα τοῦ Ἑγέλου ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἀντικειμενικότητα στὸν καθαρὸ πολιτισμό· ἡ ἠθικὴ τοῦ Ἑγέλου παρουσίαζε τὴν καταδίκη τῆς ὑποκειμενικότητας· ἐπειδὴ τὴν θεωροῦσε ὡς τὴν ἀπόλυτη ὑποκρισία· ἀλλὰ γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ ἡ ἀπόλυτη  ἀντικειμενικότητα τῆς προσωπικῆς ἐσωτερικοποίησης ἦταν ἀσύμμετρη. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Κίερκεγκωρ ἦταν σὲ θέση νὰ θαυμάσει τόσο πολύ τὰ λόγια τοῦ Lessing γιὰ τὴν αἰώνια ἀναζήτηση, χωρὶς αὐτὸ νὰ χρειάζεται νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτά - ἢ ἴσως ἐξαιτίας αὐτῶν - εἶναι πολὺ προτιμότερη ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια, ἡ ὁποία, ὡς ἕτοιμη, ἔκανε δυνατὴ τὴν κατοχή της, πραγματοποιήθηκε ἡ κατοχή της.
Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὑποκειμενιστικὴ ἄποψη δὲν ἐκφράζει ἐξ ὁλοκλήρου τὸν Κίερκεγκωρ. Ἐφόσον μιλᾶμε γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ὄχι ἁπλῶς γιὰ τὴν γενικὴ ἀνθρώπινη θρησκευτικότητα, τότε, στὴν πραγματικότητα, εἶναι καὶ ἀντικειμενιστής. Καί, ναὶ μέν, εἶναι ἀλήθεια, κατὰ κάποιον τρόπο, ὅτι μόνο ἡ ἐποικοδομητικὴ ἀλήθεια εἶναι ἀλήθεια γιὰ ἐσένα, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει, ὡς γνωστόν, στὸ τέλος τοῦ "Εἴτε-Εἴτε"· ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι ὁ Κίερκεγκωρ θεωρεῖ τὸν Χριστιανισμό ὡς ἕνα δεδομένο ἀντικειμενικὸ ἀνάστημα, μόνον ὅτι δὲν τὸ διαθέτει ἀντικειμενικά, ὅπως τὸ κάνει τὸ σύστημα τοῦ Ἑγέλου, ἀλλὰ μόνο μέσω μιᾶς ὑποκειμενικῆς, προσωπικῆς προσπάθειας ἀφήνει νὰ ἀποκτηθεῖ. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι, κατὰ κάποιον τρόπο, ἡ ἀντικειμενικότητα ποὺ πρέπει νὰ ἀποκτήσει κανεὶς ὑποκειμενικά, εἶναι ταυτόχρονα ἕνα Πῶς καὶ ἕνα Τί, ἕνα Πῶς-ἕνας Τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο  τραβάει πρὸς αὐτὸ ἕνα συγκεκριμένο Τί, μία Μορφὴ-μία Φόρμα ποὺ ἀπαιτεῖ ἕνα πολὺ συγκεκριμένο Περιεχόμενο καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδεύσει κανεὶς γιὰ νὰ γίνει Χριστιανός, εἴτε μόνος του εἴτε  νὰ προχωρήσει ἁπλῶς, χωρὶς νὰ ἐξάρει ἕνα στόχο μὲ περιεχόμενο, δηλαδὴ ἕνα καθαρὸ Πῶς χωρὶς νὰ ἐξάρει οἱοδήποτε Τί.
Διότι ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ἕνα ὁρισμένο Περιεχόμενο καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ ἐν συντομία ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος ἢ ὅτι ὁ Αἰώνιος ἔχει εἰσέλθει στὸ χρόνο καὶ στὴν ἱστορία. Τὸ Αἰώνιο ἔχει γίνει αὐτό πού, σύμφωνα μὲ τὴ φύση του, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει, καί, ὅταν ἔχει γίνει, βρισκόμαστε ἐδῶ μπροστὰ στὸ ἀπόλυτο παράδοξο. Στὸν Ἕγελο, ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἐπίσης ἕνα εἶδος ἀντιθέτων, ὰλλὰ ἡ ἀντίθεση δὲν ἦταν ἀπόλυτη καί, ὡς ἐκ τούτου, ὁ Θεάνθρωπος ἀντιπροσώπευε ἐπίσης τὸ λογικὰ ἀναγκαῖο ἀποτέλεσμα τῆς διαμεσολάβησης τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ τὸν Ἕγελο δὲν ὑπῆρχαν ἀπόλυτα ἀντίθετα. Γιὰ αὐτόν, ὁ Θεάνθρωπος ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς λογικῆς, ἐνῶ στὸν Κίερκεγκωρ ὁ Θεὸς στὸ χρόνο ἀντιπροσωπεύει τὴν ἀπόλυτη καταστροφὴ τῆς λογικῆς. Ὁ Θεὸς στὸν χρόνο ἦταν ἐκεῖνο τὸ παράδοξο ποὺ ἔκανε τὴ σκέψη νὰ εἶναι Σκάνδαλο· ἀλλὰ εὐλογημένος εἶναι αὐτός, ποὺ πιστεύει χωρίς νὰ σκανδαλίζεται.
Ἂν ἐρευνήσουμε περαιτέρω τὸ περιεχόμενο τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ σκέψη τοῦ Κίερκεγκωρ, ἡ ἀπάντηση εἶναι δύσκολη. Ὁ Κίερκεγκωρ δὲν ἔγραψε καμμία Δογματική. Δὲν τὸ θέλησε· ἀλλά, στὴν πραγματικότητα δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ τὸ πράξει, ὅπως θὰ φανεῖ ἀπὸ τὶς ἀκόλουθες δηλώσεις, ὅπου πρέπει νὰ γίνουν οἱ τοποθετήσεις τῶν δογματικῶν ἀπόψεων τοῦ Κίερκεγκωρ. Ἡ Δογματικὴ τοῦ Κίερκεγκωρ συμπεριφέρεται-σχετίζεται μὲ αὐτὴν τοῦ Grundtvig, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὅπως ἡ κενότητα  πρὸς τὴν πληρότητα, ὅπως ἡ Πενία καὶ ὁ Πόρος, ὅπως ὀνομάζονται στὸ «Συμπόσιο» τοῦ Πλάτωνα [Ὁ φιλοσοφικὸς μύθος ἔρχεται νὰ ἑρμηνεύσει τὸ ἀνερμήνευτο, νὰ ἱστορήσει τὸ ἀνιστόρητο καὶ νὰ χρονώσει τὸ ἄχρονο. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος]. Παρατηρήσαμε ὅτι ὁ Κίερκεγκωρ ἦταν δυαδικός, ἀλλά, ἀπὸ δογματικῆς ἀπόψεως, ὁ δυϊσμός του δίνεται σὲ μιὰ πολὺ διαφορετικὴ ἔκφραση.
Γιὰ τὸν Ἕγελο, ἡ ἱστορία ἦταν, νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι, μιὰ ἀποκρυσταλλωμένη λογική, ἦταν ἡ αὐτο-ἀνάπτυξη-αὐτοεξέλιξη τῆς θείας σκέψης μέσα στὸ χρόνο, γιατὶ ὁ Ἕγελος, σύμφωνα μὲ τὸν Κίερκεγκωρ, ὁλοκλήρωσε τὸ ἀριστούργημα του, νὰ εἰσάγει λαθραία τὴν κίνηση στὴν Λογική, ἡ ὁποία, διαφορετικά, σύμφωνα μὲ τὴ φύση της,  ἦταν στατική· εἶναι στατική. Ἀλλὰ ἡ λογικὴ δὲν μπορεῖ ποτέ νὰ μετατραπεῖ σὲ δράμα, ὅση κίνηση κι’ ἂν μπορεῖ νὰ εἰσαχθεῖ λαθραία σ’αὐτήν. Τὸ δράμα σημαίνει δράση, αὐτὴ εἶναι κυριολεκτικὰ  ἡ ἔννοια τῆς λέξης στὰ ἑλληνικά μας, καὶ ἡ λέξη προϋποθέτει ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένοι ποὺ προκαλοῦν αὐτὴν τὴν ἐνέργεια· ἀλλὰ στὴ λογικὴ δὲν ὑπάρχουν ἐνεργοῦντα πρόσωπα. Δὲν νομίζω, ἀλλά σκέφτομαι μέσα μου, λέει ὁ Κίερκεγκωρ, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἕγελος ἤθελε νὰ τὸ τονίσει.
Ἡ μεταφυσική, ἀκριβῶς ὅπως ἡ λογική, τείνει νὰ εἶναι κάτι στατικό, ἐνῶ ὁ μῦθος ἀναφέρει κάτι ποὺ ἔχει συμβεῖ καί, ἑπομένως, κάτι δυναμικό, μεταφυσικὴ καὶ μυθολογία δὲν εἶναι πανομοιότυπα. Ἡ ἱστορία ἀποτελεῖ μέρος τοῦ μεγάλου παγκόσμιου δράματος, τὸ ὁποῖο πότε διαδραματίζεται στὴ φύση καὶ πότε στὸ ὑπερφυσικό, πότε στὴ γῆ καὶ πότε στὸν οὐρανό ἢ στὸν κάτω κόσμο καί, ἑπομένως, ὁ μεγάλος ἀγώνας ἀνάμεσα στὶς κοσμικὲς δυνάμεις εἶναι ἀρκετός, ἐπίσης ὡς ἕνα ἐμπειρικὰ δεδομένο μέρος της μέσα στὴν ἱστορία. Ἡ ἱστορία γίνεται, οὕτως εἰπεῖν, ἡ σαφέστερη ἔκφραση τοῦ δυϊσμοῦ.
Ὁ Κίερκεγκωρ δὲν ἔχει καμία μυθολογία στὴ σκέψη του καὶ δὲν ἔχει κανένα σύμβολο. Κατ’ αὐτόν, δὲν ὑπάρχει κανένα λεπτομερὲς κοσμικὸ δράμα καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἐξαλείψει τὸ χρόνο, ποὺ εἶναι τόσο ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὸν μύθο, διότι ὁ μύθος ἔχει τὴν ἱστορία ὡς μορφή του. Ἐὰν κάποιου τοῦ περνοῦσε ἀπὸ τὸν νοῦ, ὅτι ἡ σκέψη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος μέσα στὸ χρόνο, εἶναι ἕνα κομμάτι τῆς μυθολογίας, ὁ Κίερκεγκωρ κατάφερε, νὰ στερήσει τὸ θέμα ἀπὸ ὁποιοδήποτε μυθικὸ χαρακτήρα. Τοὺς ἀπεικόνιζε μὲ τὴ μορφή ἑνὸς κομματιοῦ φιλοσοφικής διαλεκτικῆς, ὅπως παρατηροῦμε στὰ «Φιλοσοφικὰ Ψιχία», καὶ αὐτὴ ἡ διαλεκτικὴ κορυφώνεται μὲ ἐκεῖνο τὸ παράδοξο πού, σύμφωνα μὲ τὸν Κίερκεγκωρ, σημαίνει τὸ θάνατο τῆς σκέψης.
Ἀλλά, ἂν δηλώνεται ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ὅτι ἡ αἰώνια μακαριότητα κάθε ἀνθρώπου βασίζεται πάνω στὴ σχέση του μὲ αὐτὸ τὸ παράδοξο, τότε, θὰ μποροῦσε νὰ φανεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα περισσότερο νὰ ποῦμε. Τότε, στὴν πραγματικότητα, ἡ Δογματικὴ τοῦ Κίερκεγκωρ ἔχει γραφεῖ, εἶναι γραμμένη. Αὐτὸ εἶναι τὸ Τί της ἤ, ἀλλιῶς, τὸ Περιεχόμενό της. Γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ σκεφτεῖ-νὰ φανταστεῖ ἐγγύτερα κανείς τὴ σχέση μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Ὑπερβατικοῦ, μεταξὺ Φυσικοῦ καὶ Supranaturalem (Ὑπερ-φυσικοῦ), περὶ αὐτῶν δὲν λέει τίποτα. Φυσικὸ καὶ ὑπερφυσικὸ ἐκλαμβάνονται στὴ μυθολογία καὶ τὴν ἀρχαία μεταφυσικὴ ὡς φυσικὲς σφαῖρες στὸ διάστημα, ἐξ ἴσου πραγματικὲς ὅπως ἡ sublunary (κάτω ἀπὸ τὴν Σελήνη) (σύμφωνα μὲ τὴν γεωκεντρικὴ εἰκόνα τοῦ κόσμου κατὰ τὸν Μεσαίωνα: ὁ κόσμος κάτω ἀπὸ τὴν Σελήνη) καὶ ἡ Supra Lunare (πάνω ἀπὸ τὴν Σελήνη)· ἀλλὰ ὁ Κίερκεγκωρ δὲν δημιουργεῖ καμία χωρικὴ διάζευξη μεταξὺ αὐτῶν τῶν σφαιρῶν. Διαφέρει μόνο στὴ σκέψη ἢ στὸν ὅρο καί, ἔτσι, δίνεται μιὰ κάποια ὁμοιότητα μεταξὺ τῆς σκέψης του καὶ ἐκείνης τῆς ἀντίληψης τῆς ὑπερβατικότητας, ὅπως τὴ βρίσκουμε σὲ πολλὰ σημεῖα τοῦ σύγχρονου-τοῦ μοντέρνου ὑπαρξισμοῦ. Ἡ ὑπέρβαση δὲν γίνεται κατανοητὴ ὡς μία σχέση ἀνάμεσα στὴ φύση καὶ τὸ ὑπερφυσικό - ὅπως καὶ ἡ σύγχρονη κοσμοθεωρία, ὡς γνωστόν, ἄμεσα ἀπαγορεύει - ἀλλὰ ἡ ὑπέρβαση γίνεται, κάτι ποὺ μὲ φέρνει ἀντιμέτωπο μὲ μιὰ συγκεκριμένη κατάσταση, ὅπου ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐπιλέξω καὶ νὰ δράσω.                 Γιὰ τὸ Ποῦ εἶναι ὁ Θεός, καὶ σὲ ποιὸ δόγμα θέλουμε νὰ πιστεύουμε, προκειμένου νὰ κερδίσουμε τὴν αἰώνια μακαριότητα, ὁ Κίερκεγκωρ δὲν λέει τίποτα. Ο Κίερκεγκωρ λέει ὅτι ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν ἔκανε διάκριση μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων - ὄχι, ἀπὸ τοὺς καρπούς τους θὰ τοὺς γνωρίσετε! Εἶναι σὰν νὰ περιοριζόταν ἡ Δογματικὴ τοῦ Κίερκεγκωρ μόνο σὲ αὐτό, στὸ τί εἶναι τὸ Παράδοξο. Καὶ τοῦτο τὸ Παράδοξο, ποὺ ταυτόχρονα ἀντιπροσωπεύει τὸ Τὶ καὶ  τὸ Πῶς, παραμένει, παρόλα ταῦτα, σύμφωνα μὲ τὸ περιεχόμενό του, πάρα πολὺ δύσκολο νὰ ὁρισθεῖ ἐπακριβῶς. Εἶναι, ὅπως ἀναφέρθηκε, ἡ Πενία ἢ ἡ Φτώχεια, ἐνῶ τὸ περιεχόμενο τῆς Πίστεως ἢ Fides quae  στὸν Grundtvig χαρακτηρίζεται μέσω τοῦ Πόρου, [δηλ.] τοῦ μεγάλου Πλούτου.
Ἀνάλυση στὴν Wikipedia:  [ Das gilt sowohl für den Glaubensakt (fides qua creditur‚ der Glaube, mit dem geglaubt wird‘) wie für den Glaubensinhalt (fides quae creditur‚ der Glaube, der geglaubt wird‘). ] ...das primäre Subjekt des christlichen Glaubens nicht der Einzelne, sondern die Kirche als Ganze ist. Das gilt sowohl für den Glaubensakt (fides qua creditur ‚der Glaube, mit dem geglaubt wird‘) wie für den Glaubensinhalt (fides quae creditur‚ der Glaube, der geglaubt wird.]
Τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως βρέθηκε, κατὰ τὸν Grundtvig, σὲ μιὰ συνοπτικὴ ἔκφραση στὸ «Ἀποστολικὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως», τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται σὲ κάθε βάφτισμα τῆς Ἐκκλησίας. (Γιὰ ποιὸ συγκεκριμένες πληροφορίες ὅρα τὴν ἀπάντηση τοῦ Lessing στὸ ἐρώτημα «Ἐὰν θὰ ἔπαυε νὰ ὑπάρχει ὁ Χριστιανισμὸς σὲ περίπτωση ποὺ χάνονταν τὸ κείμενο-α τῆς Βίβλου»).
Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἀπὸ αὐτούς (τοὺς ὁπαδοὺς τοῦ Grundtvig) ἀντιπαραθέτει ὁ Κίερκεγκωρ τὸ συγκεκριμένο ἄτομο, τὸ κάθε ἄτομο, καὶ τὴν ἐσωτερικότητα. Δὲν σώζεται κάποιος κοπαδιαστά, λέει, καὶ ὅπου εἶναι τὸ πλῆθος, ἡ ἐσωτερικότητα ἔχει ἐξατμιστεῖ. Ἡ μάζα ἢ τὸ πλῆθος σημαίνουν πάντα ἕνα ψέμα, μιὰ ἀνευθυνότητα. Ἡ Ἐνορία δὲν εἶναι μιὰ ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία, ποὺ ἐγγυᾶται τὴ σωτηρία καὶ τὴν αἰώνια μακαριότητα· ἀλλὰ τὸ κάθε ἄτομο πρέπει νὰ ζήσει τὴ ζωή του μὲ δική του εὐθύνη, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀκριβῶς ὅπως πρέπει νὰ ἐμπλακεῖ στὸν κίνδυνο τῆς πίστης χωρὶς ἐγγυήσεις ἢ οἱεσδήποτε πιθανότητες, διότι πῶς θὰ μποροῦσε τὸ ἀπόλυτο παράδοξο νὰ συνδεθεῖ μὲ ὁποιαδήποτε πιθανότητα; Ἡ πίστη εἶναι ἕνα τεράστιο ρίσκο, καὶ τὸ συγκεκριμένο ἄτομο-πιστὸς δὲν εἶναι ἀσφαλὴς πίσω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ἔχει συγκεντρώσει αὐτὲς τὶς ψυχὲς μαζί, ὅπως μιὰ κλῶσα συγκεντρώνει τοὺς νεοσσούς της.
Ὁ Κίερκεγκωρ ἐξηγεῖ, ὅτι ὁ πιστός πάντα βρίσκεται σὲ βάθος 70.000 ὀργιῶν τοῦ νεροῦ (μέτρα ναυτικά, περίπου 1.82μ.), καὶ ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἐγγυήσεις, οὔτε πιθανότητες. Ἐδῶ εἶναι ἀπαραίτητο, ἁπλὰ καὶ μόνον, νὰ πιστεύεις κόντρα σὲ κάθε πιθανότητα.
Ὡς κριτήριο γιὰ τὸν ἀληθινὸ Χριστιανισμό, τὸ Ἀποστολικὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως δὲν ἀξίζει τίποτα. Ὁ Κίερκεγκωρ ἐπισημαίνει ὅτι ἀκόμη καὶ αὐτό, ὅπως καὶ ἡ Βίβλος, ἔχει τὴν ἱστορία του καὶ ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθεῖ, νὰ ἐξαιρεθεῖ ἀπὸ τὸ νὰ ὑποβληθεῖ στὴν ἴδια ἑρμηνευτικὴ διαδικασία ὅπως ἡ Βίβλος, παρόλο ποὺ τὸ κείμενο εἶναι τόσο μικρότερο. Μιὰ ἄβουλη, μιὰ τυφλὰ ὑποτακτικὴ ἐξομολόγηση θὰ ἦταν, ἐξάλλου, καὶ ἀπόδειξη ἐξωστρέφειας, καὶ ἡ ἐξωτερίκευση εἶναι τὸ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο ἀπὸ τὴν ἐσωτερικότητα, ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ πίστη. Ὁ Κίερκεγκωρ λέει ὅτι, γιὰ τὸν Grundtvig, τὸ Ἀποστολικὸ Σύμβολο εἶναι ὡς ὁ Λόγος, ὁ πολυθρύλητος, ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ στόμα τοῦ Κυρίου, δεδομένου ὅτι, πρὶν τὴν Ἀνάληψή Του, ὁ Χριστός ψιθύρισε στὸ αὐτὶ τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ, καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ ἀκούσει ξανὰ ἀπὸ τὸν τελευταῖο Χριστιανό, κατά τὴ Δευτέρα Παρουσία Του, σὲ μιὰ ἀναλλοίωτη μορφή. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τόσο εὔκολο. Αὐτὸ μᾶς ἔδειξε ὁ Κίερκεγκωρ  μὲ τὴν αὐστηρὴ διαλεκτική του.


Ἡ ἀντίληψη ποὺ εἶχε ὁ Κίερκεγκωρ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὅτι αὐτὴ εἶναι δύσκολη
       Στὴ μέση τῶν λατρευτικῶν ζητωκραυγῶν τοῦ Grundtvig ἠχεῖ ἡ ἔντονη διαμαρτυρία τοῦ Κίερκεγκωρ, νὰ ξεσπάει σὰν ἦχος διαπεραστικός, ποὺ προκαλεῖ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἡ κραυγὴ «λύκος στὸ μαντρί!», τὸ ἱερὸ βεβηλώθηκε! Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Χριστιανὸς σημαίνει, κατὰ τὸν Κίερκεγκωρ, ὅτι πρέπει νὰ υἱοθετήσει, νὰ ἀφομοιώσει τὸ Παράδοξο, καὶ αὐτό, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἔγινε ὁλοένα καὶ πιὸ ταυτόσημο μὲ τὸ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, ὅπως αὐτὸ ιδιαίτερα ἐκφράζεται στὸ βιβλίο τοῦ Κίερκεγκωρ "Ἐξάσκηση στὸν Χριστιανισμό" τοῦ 2018. Σ’ αὐτό, ὁ Χριστὸς δὲν παρουσιάζεται σὰν ἕνας νικητὴς ποὺ θριαμβεύει, ἀλλὰ ὡς ἕνας ταπεινωμένος, καταπτυσμένος καὶ σταυρωμένος, τὸν ὁποῖον ὁ καθένας ἀποφεύγει, γιὰ νὰ μὴ θέσει σὲ κίνδυνο τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν συνάφεια μαζί του. ... Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ ἡ Μεγάλη Πέμπτη καὶ ἡ Μεγάλη Παρασκευή ἦσαν οἱ μέρες ποὺ ἐπέβαλαν συμπάθεια γιὰ τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωσἠ του. Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὸ Πάσχα ἢ τὴν Πεντηκοστή, ὅμως, ὅπως γράφει στὰ Ἡμερολόγιά του: «Μεγάλη Πέμπτη καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ ἔχουν γίνει πραγματικὲς γιορτὲς γιὰ μένα».
Σὲ αὐτὲς διαφυλάσσει τὸ κέντρο τοῦ Χριστιανισμοῦ· ἐδῶ τὸ παράδοξο κορυφώνεται, στὸ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ὑποφέρει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἡ "Ἐξάσκηση στὸν Χριστιανισμό" πρέπει νὰ χρησιμεύει ἀκριβῶς γιὰ νὰ κάνει τὸ παράδοξο ζωντανό.
Ὁ Κίερκεγκωρ τονίζει δυνατά, δὲν γνωρίζαμε καμμία θριαμβεύουσα, παρὰ μόνον μία μαχόμενη Ἐκκλησία, καὶ ὅλες οἱ ἀναφορὲς στὰ 1800 χρόνια ἐπιτυχίας εἶναι χωρὶς καμία ἀξία ἢ  ἀποδεικτικὴ δύναμη. Τὸ "παγκόσμιο-ἱστορικὸ" δὲν ἀποδεικνύει τίποτα, οὔτε μὲ τὴ μορφὴ νίκης ἢ ἤττας, Ἐκεῖνος, ποὺ εἶπε: Ἔλθετε πρός με πάντες ..., δὲν ἔχει τίποτα τὸ θριαμβευτικὸ ἀπὸ μόνος του, δὲν προσελκύει, ἀλλὰ ἀπωθεῖ, προκαλεῖ σκάνδαλο - ἀλλὰ «Μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί»! Ὁ σκανδαλισμὸς ὀφείλεται στὴ δυσαναλογία μεταξὺ τῆς πρόσκλησης καὶ τοῦ προσκαλοῦντος. Ἡ πρόσκληση εἶναι ὑπέροχη, ἀλλὰ ὁ προσκαλῶν εἶναι τὸ πιὸ ἀσήμαντο καὶ τὸ πιὸ εὐκαταφρόνητο πρόσωπο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο. Δὲν ἐλκύει, ἀλλὰ ἀπωθεῖ. Καὶ πάλι, αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξο, ποὺ κάποιος πρέπει νὰ  ἀγκαλιάσει, νὰ ἀποκτήσει μὲ πάθος, καὶ ἐδῶ δὲν ὑπάρχει καμία διαμεσολάβηση, ποὺ εἶναι σὲ θέση νὰ ἡρεμήσει τὸ μυαλὸ καὶ τὸ πνεῦμα.
Μὲ αὐτὸν τὸν προσκαλοῦντα, εἶναι σημαντικὸ νὰ γίνει κανεὶς ταυτόχρονος καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὁ Grundtvig ἔχει τραγουδήσει, σὲ ἕνα Ἐκκλησιαστικὸ ἅσμα του,  τὰ εὐτυχῆ μάτια ποὺ εἶχαν δεῖ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὅταν περπάτησε στὴ γῆ, καὶ τὰ αὐτιὰ ποὺ ἔγιναν τόσο πλούσια ὅταν ἄκουσαν τὰ λόγια του. Ὡστόσο, ὁ Κίερκεγκωρ ἐξηγεῖ, σὲ σχέση μὲ μιὰ τέτοια προσέγγιση, ὅτι σὲ καμία περίπτωση δὲν ἀποτελεῖ πλεονέκτημα νὰ ἀνήκει κανεὶς στὴ γενιὰ ποὺ ἔζησε ταυτόχρονα μὲ τὸν Χριστό. Γνωρίζοντας, ὅτι ἦταν Θεός, δὲν ἦταν αὐτὸ δυνατόν, δὲν μποροῦσαν. Καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ πιστέψουν· ἀλλὰ πολὺ πιὸ πιθανὸ ἦταν νὰ ἀπωθοῦνται ἐξ αἰτίας τῆς εὐτελοῦς παρουσίας του, ὅπως θὰ γίνει στὶς ἑπόμενες γενεές, ὅταν ὅλα αὐτὰ θὰ ἔχουν ἀφανιστεῖ καὶ θὰ ἔχουν λάβει, ἀντ’ αυτῶν, ἕναν κάδο γεμᾶτο ποίηση, ποὺ τὰ θεωροῦν ὡς ἱστορικὰ γεγονότα.

 

Ἡ θεώρηση τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὸν Κίερκεγκωρ

Ταὐτόχρονη βίωση τοῦ παρόντος μὲ τὸν Χριστό. Ταὐτοχρονικότητα

      
       Ὁ Κίερκεγκωρ ἀνέπτυξε μιὰ πραγματικὴ φιλοσοφία τῆς ἱστορίας. Αὐτό οὐσιαστικὰ λαμβάνει χώρα μὲ σημεῖο ἐκκίνησης τὶς σκέψεις τοῦ Lessing καί, συνεχῶς, ἐν εἴδει κοινοῦ παρανομαστή, μιὰ πολεμική διάθεση ἐναντίον τοῦ Ἑγέλου. Ὡς ὑπαρξιακὸς στοχαστής, ὁ Κίερκεγκωρ προτάσσει-τονίζει τὴν ἐλευθερία ὡς γεγονός, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία τοῦ Ἑγέλου εἶδε ὁλόκληρη τὴν ἱστορία ὡς ἔκφραση μιᾶς λογικῆς ἀναγκαιότητας, καθὼς ἡ ἱστορία ἀντιπροσώπευε τὴν αὐτο-ἐξέλιξη τῆς θείας σκέψης στὴν πορεία τοῦ χρόνου. Ο Κίερκεγκωρ ἀναγνωρίζει μόνον τὴν Ἀναγκαιότητα, ὅπου ἰσχύει μιὰ λογικὴ σχέση μεταξὺ αἰτίας καὶ ἀποτελέσματος· ἀλλὰ σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐμπλέκονται ἀνθρώπινες ἐνέργειες. Μιὰ ἀνθρώπινη πράξη εἶναι μιὰ ἐνέργεια μέσα σὲ ελευθερία, καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει ἔκφραση ὁποιασδήποτε ἀναγκαιότητας. Ὅταν ἡ ἐνέργεια ἔχει ὁλοκληρωθεῖ, αὐτὴ ἔχει γίνει μιὰ πραγματικότητα, ἀλλὰ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν παρουσιάζει τὸν ἑαυτό της πιὸ ἀναγκαῖο ἀπὸ ὅ,τι πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσή της. Στὸ βιβλίο του «Φιλοσοφικὰ ψιχία», ὁ Κίερκεγκωρ χρησιμοποιεῖ ἕνα ὁλόκληρο κεφάλαιο γιὰ νὰ δείξει ὅτι τὸ παρελθὸν δὲν εἶναι περισσότερο ἀναγκαῖο ἀπὸ τὸ μέλλον. Τὰ ἀναγκαῖα πράγματα δὲν μποροῦν παρὰ νὰ συμβοῦν, ἀλλὰ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἀληθινά, συγκριτικὰ μὲ τὰ απλά γεγονότα, ποὺ θὰ μποροῦσαν καὶ νὰ παραλειφτοῦν. Ὅταν συμβεῖ, ὅταν πραγματοποιηθεῖ κάτι, δὲν μετακινεῖται ἁπλὰ ἀπὸ τὴ σφαῖρα τῆς ἐλευθερίας σὲ ἐκείνη τῆς ἀνάγκης.
       Ὁ τονισμὸς αὐτὸς τῆς Ἐλευθερίας εἶναι ὑψίστης σημασίας γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῶν ἁμαρτωλῶν ἐνεργειῶν ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἡ ἁμαρτία ἐξεικονίζει μιὰ ἐνέργεια στὴν ἐλευθερία καί, συνεπῶς, ὁ ἄνθρωπος φέρει τὴν εὐθύνη γιὰ αὐτὴ τὴ δράση, ἂν καὶ ἦταν αὐτὴ εὐθύνη ὑπαρξιακή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ διανοουμενισμός τῆς Ἑγελειανῆς φιλοσοφίας δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ χῶρο, ὅπως ἀκριβῶς δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ βρεῖ χῶρο γιὰ μιὰ ἀληθινὴ ἐλευθερία στὴν ἱστορία.
       Μὲ πολὺ διαφορετικὸ τρόπο, ὁ Κίερκεγκωρ κάνει χρήση τῶν ἰδεῶν περὶ τῆς ιστορίας ποὺ βρῆκε στὸ μικρὸ δοκίμιο τοῦ Lessing "γιὰ τὴν ἀπόδειξη τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἐξουσίας" τοῦ 1777. Ὁ Lessing διατύπωσε μιὰ πολὺ σημαντικὴ πρόταση ἐδῶ, ἡ ὁποία δηλώνει ὅτι τὸ τυχαῖο δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ χρησιμεύσει στὴν ἀπόδειξη τοῦ τί εἶναι ἀναγκαῖο ἢ λογικό. "Οἱ τυχαῖες ἱστορικὲς ἀλήθειες δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ γίνουν ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα τῶν ἀναγκαίων ὀρθολογικῶν ἀληθειῶν". Γιὰ τὸν Lessing, ὅπως καὶ γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ, ὅλες οἱ ἱστορικὲς ἀλήθειες εἶναι τυχαῖες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι ἱστορικὲς καὶ ἀφοροῦν κάτι ποὺ ἔχει προκύψει ἐν ἐλευθερίᾳ. Οἱ ἱστορικὲς ἀλήθειες δὲν εἶναι ἔκφραση γιὰ μιὰ ἀναγκαία λογικὴ συνάφεια-σχέση, ὅπως ἰσχυρίστηκε ἀργότερα ὁ Ἕγελος. Ὁ Κίερκεγκωρ στέκεται ἐδῶ ἐντελῶς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Lessing, γιατὶ μπορεῖ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ τονίσει τὴν ἐλευθερία σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἕγελο. Ἀλλὰ στὴν ἴδια πραγματεία, ὁ Lessing ἐγείρει ταυτόχρονα τὸ πρόβλημα τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ ἱστορικοῦ. Ζητάει νὰ μάθει ἂν οἱ παραδοσιακὲς μαρτυρίες τῆς δύναμης καὶ τοῦ πνεύματος εἶναι ἐξίσου δύναμη καὶ πνεῦμα, ἀκόμη καὶ ἂν μποροῦμε νὰ εἴμαστε τόσο σίγουροι γιὰ τὴν ἱστορικὴ ἀξιοπιστία τῶν πληροφοριῶν. Μὲ τὶς τελευταῖες λέξεις, ὁ Lessing κάνει μιὰ μικρὴ διαλεκτικὴ παραχώρηση. Στὴν πραγματικότητα, δὲν ἐννοεῖ ὅτι μιὰ ἱστορικὴ γνώση, ἡ ὁποία, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν φύση τῶν πραγμάτων, μπορεῖ πάντα νὰ βασίζεται σὲ μαρτυρίες τοῦ γεγονότος καὶ ὄχι στὸ ἴδιο τὸ συμβάν, μπορεῖ πάντα νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀξιόπιστη, καὶ ἐδῶ ὁ Κίερκεγκωρ τὸν ἀκολουθεῖ. Σύμφωνα μὲ τὸν Κίερκεγκωρ, στὴν ἱστορία ἔχουμε πάντα τὸ κατὰ προσέγγιση, τὸ Approksimativ, ὅπως τοῦ ἀρέσει νὰ τὴν ἀποκαλεῖ, καὶ ποτὲ δὲν ἔχουμε μπροστά μας τὴν πλήρη ἀσφάλεια. Δὲν ἔχει σημασία πόσο μεγάλη εἶναι ἡ πιθανότητα, ἂν εἶναι τόσο κοντὰ στὸ ἑκατὸ τοῖς ἑκατό, θὰ παραμένει πάντα ἕνα μικρὸ περιθώριο ἀνασφάλειας, ἀρκετὸ γιὰ νὰ κρατήσει τὴν ἀμφιβολία ζωντανή.
Ὁ Κίερκεγκωρ διατυπώνει τότε τὸ πρόβλημα σὲ ὅλη του τὴν ὀξύτητα, ρωτώντας, κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξει τὴν αἰώνια εὐδαιμονία του σὲ κάτι καθαρὰ ἱστορικό, ἂν αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ ἁπλὰ ἀντιπροσωπεύει κάτι κατὰ προσέγγιση καὶ ὄχι τὸ ἀπολύτως βέβαιο ἢ τὴν ἴδια τὴν πραγματικότητα, τὴν ὁποία ὁ Grundtvig εἶχε φανταστεῖ ὅτι τὴν κρατοῦσε στὰ χέρια του ἢ ὅτι τὴν εἶχε ἄμεσα μπροστὰ στὰ μάτια του. Αὐτὴ ἡ ἔντονη διατύπωση δείχνει ὅτι ὁ Κίερκεγκωρ κατανόησε τὴ διαλεκτικὴ τῆς ἱστορίας πολὺ καλύτερα ἀπὸ τὸν Grundtvig, ἂν καὶ αὐτὸς ξεχείλιζε ἀπὸ ἱστορικὴ γνώση, ἐνῶ ὁ Κίερκεγκωρ ἀγνοοῦσε τὸν τομέα αὐτό.
       Ὅταν ρωτήθηκε ἂν μπορεῖ κανείς νὰ βασίσει τὴν αἰώνια εὐδαιμονία του σὲ κάτι καθαρὰ ἱστορικό, ὁ Κίερκεγκωρ θὰ πρέπει ἀπολύτως νὰ ἀπαντήσει ὄχι - ὅταν ἐρωτηθεῖ μὲ αὐτὴ τὴ μορφή. Τί ὅμως τότε; Ἐδῶ πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπόψιν ἡ  ἄποψη τοῦ Κίερκεγκωρ γιὰ τὴν ταυτοχρονικότητα. Ὄντας ταυτόχρονος μὲ ἕναν Θεό, ὁ ὁποῖος, καθὼς εἶναι αἰώνιος, εἶναι πέραν τοῦ χρόνου, ἀντιπροσωπεύει εἴτε τὸ πιὸ εὔκολο πράγμα στὸν κόσμο εἴτε κάτι τὸ ἀπολύτως ἀδύνατο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πῶς κάποιος θέλει νὰ ἐκφράσει τὸ θέμα. Τὸ νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου ταυτόχρονο μὲ ἕναν θεό, εἶναι ἕνα σημάδι γιὰ χιοῦμορ ἢ γιὰ τὸ καθαρὰ παράδοξο. Στὸ "Εἴτε - Εἴτε", στὰ «Διαψάλματα», ὁ Κίερκεγκωρ χρησιμοποιεῖ χιουμοριστικὰ τὴν ἰδέα τοῦ ταυτοχρονισμοῦ. Μᾶς διηγεῖται ὅτι εἶχε πάει σὲ ἀκρόαση στοὺς Ἕλληνες θεούς, οἱ ὁποῖοι τοῦ παραχώρησαν τὸ προνόμιο νὰ κάνει μιὰ εὐχή, ποὺ θὰ τοῦ τὴν ἐκπλήρωναν, καὶ τότε αὐτὸς ἀπευθύνθηκε μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια στοὺς θεούς: «Ἀξιότιμοι σύγχρονοι, ...». Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, στὸν Χριστιανισμό, ταυτόχρονος σημαίνει νὰ γίνεις ταυτόχρονος μὲ ἐκεῖνο τὸ παράδοξο, ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος. Ἐδῶ, ὡς ἔχει, «τὸ συγκεκριμένο ἄτομο, τὸ κάθε ἄτομο» πρέπει νὰ παραβλέψει τὰ 1800 χρόνια ποὺ τὸν χωρίζουν ἀπὸ αὐτὸ τὸ παράδοξο, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει καμία οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ τελευταίου μαθητὴ τῆς ἱστορικῆς σχέσης μὲ αὐτὸ τὸ γεγονός. Καὶ οἱ δύο πρέπει νὰ εἶναι σύγχρονοι μὲ τὸ γεγονὸς τοῦ Χριστοῦ, καὶ εἴδαμε ἤδη ὅτι ὁ Κίερκεγκωρ εἶναι, στὴν πραγματικότητα, τῆς ἄποψης ὅτι ὁ κατοπινός, ὁ τελευταίος μαθητὴς ἔχει κάτι πιὸ μπροστὰ ἀπὸ τοὺς πρώτους ἱστορικὰ σύγχρονους μαθητές, καθὼς εἶναι εὐκολότερο νὰ ἀποφύγει τὸν σκανδαλισμό. Δὲν εἶναι ἀπωθημένος μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ «ἐκεῖνον τὸν εὐτελὴ άνθρωπο», ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅτι εἶναι Θεός.
       Πῶς δημιουργεῖται αὐτὴ ἡ σχέση πίστεως εἶναι ἕνα ἄλλο πράγμα, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ καθόλου, γιατί ἀψηφᾶ ὁποιαδήποτε ψυχολογικὴ παρατήρηση. Αὐτὸ συμβαίνει μέσα ἀπὸ τὴν ἐλευθερία, συμβαίνει μέσα ἀπὸ τὴν ἀπόφαση, συμβαίνει μέσα ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, συμβαίνει στὴν "στιγμή". Ἐδῶ βρισκόμαστε ἀπέναντι ἀπὸ ἕνα Πῶς, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ ἀντικειμενικὰ σὲ ἄλλους. Ὁ Κίερκεγκωρ πιστεύει ὅτι, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν φύση τοῦ πράγματος, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ· ἀλλὰ ὑπάρχει ἐπίσης ἡ περίπτωση- ἡ πιθανότητα, ὅτι ὁ Κίερκεγκωρ ἔχει περιπλεχθεῖ στοὺς συλλογισμούς του ἐδῶ, ἀπὸ ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ ξανὰ τὸ δρόμο του, μὲ ἄλλα λόγια, ὅτι ὁ ὅλος προβληματισμὸς θὰ ἦταν λάθος.
       Ἐντούτοις, καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ μὲ βεβαιότητα, ὅτι δὲν ὑπάρχουν γενικὲς ὁδηγίες χρήσης. Ὁ Κίερκεγκωρ δὲν εἶναι «μεθοδιστής», ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι μπορεῖ νὰ δώσει ὁδηγίες στὴν τέχνη τῆς σωτηρίας. Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν σώζονται ὡς ἀγέλη-κοπαδιαστά, ἀλλὰ μόνο ὡς μεμονωμένα ἄτομα. Ἐὰν ὑποταχθοῦν στὴν κλήση, θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουν, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἐκείνη ἡ αὐστηρὴ ἀπαίτηση, ποὺ πρέπει νὰ ἱκανοποιήσουν καί, ὅταν ἔχουν τοποθετήσει τὸν ἑαυτό τους ἐκεῖ, ἀνακαλύπτουν πῶς μετατρέπεται σὲ μοναδικὴ ἀπαλότητα. Ὁ Κίερκεγκωρ εἶχε καταλάβει, ὅπως κανένας ἄλλος, νὰ διασχηματίσει ἀπόλυτα τόσο τὴν Κλήση ὅσο ἐπίσης καὶ τὴν Χάρη. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ πῶς μποροῦν νὰ συνδυαστοῦν αὐτὰ τὰ δύο μὲ καθαρὰ διανοητικὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ τὰ δύο τοῦ φάνηκαν νὰ εἶναι κάτι τὸ ἀπαραίτητο. Καὶ ἐδῶ, ἐπίσης, συναντᾶμε ἕνα παράδοξο, τὸ ὁποῖο ἐν τούτοις ἔχει μετριαστεῖ κάπως μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, διότι, πρὸς τὸ τέλος του, ὁ Κίερκεγκωρ τόνισε μὲ τόσο μεγάλη ἔμφαση στὸ φυλλάδιο «Ἣ στιγμὴ» τὴν ἀξίωση, ποὺ γιὰ τὴν θεία Χάρη δὲν φαινόταν πλέον νὰ ὑπάρχει ἀρκετὴ-σωστὴ θέση. Τὸ Παράδοξο γνώριζε μιὰ χαλάρωση, ἕναν μετριασμό, ἔτσι ὥστε ἡ Ἀπαίτηση γινόταν αὐστηρότερη.
       Ἡ ἐξέλιξη τοῦ Κίερκεγκωρ τὸν ὁδήγησε ὅλο καὶ περισσότερο στὴν ὀνομαστικοποίηση (νομιναλισμό), στὸ νὰ ὁδηγήσει μιὰ φιλοσοφικὴ θέση σὲ παγκόσμιο πρόβλημα.


Ἐν τέλει, γενικώτερα

       Ὅσον ἀφορᾶ τὴ δογματικὴ ἄποψη τοῦ Κίερκεγκωρ, εἶναι σαφὲς ὅτι ἦταν χριστιανός, τουλάχιστον ὄχι ἐκπρόσωπος τοῦ Σωκρατισμοῦ· ἀλλὰ πότε καὶ ἀπὸ ποῦ προέκυψε ἡ βαθύτερη, ἡ ἐσωτερικὴ δογματική του ἀντίληψη, εἶναι δύσκολο νὰ τὸ ποῦμε. Ἡ ἄποψή του ἦταν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ ὁ αἰώνιος Θεὸς ἔχει εἰσέλθει στὴν ἱστορία ὡς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο, ποὺ ἡ ἱστορία δὲν μπορεῖ νὰ ἀφομοιώσει, νὰ χωνέψει καί, ὡς ἐκ τούτου, ἴσως περισσότερο ἀντιπροσωπεύει ἕνα ἀποκύημα φανταστικό, μιὰ φαντασίωση (Fiktum) παρὰ ἕνα γεγονός (Faktum), ἀλλά μιὰ μυθοπλασία ποὺ πρέπει νὰ κρατιέται μὲ πάθος, σὰν νὰ ἦταν γεγονός.
       Ὡστόσο, ὅτι ἕνας θεὸς μπαίνει στὴν ἱστορία, τείνει νὰ εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ διαμορφώνεται μέσα στὴν καὶ ἀπὸ τὴ μυθολογία· ἀλλὰ αὐτὸ δὲν συμβαίνει μὲ τὸν Κίερκεγκωρ. Σ’ αὐτὸν οἱ πολύχρωμες σκηνὲς τοῦ μύθου ἀντικαθίστανται ἀπὸ ἀμυδροὺς ὅρους, χωρὶς αἷμα. Ὁ "Θεὸς" στὰ «Φιλοσοφικὰ Ψιχία» τοῦ Κίερκεγκωρ δὲν εἶναι ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο, ἀλλὰ ἕνας ἀόρατος ὅρος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ σχεδιαστεῖ ἢ νὰ ζωγραφιστεῖ, καὶ περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχουν στὴν πραγματικότητα καθόλου ὁρισμοί περιεχομένου. Προφανῶς πρόκειται ἁπλῶς περὶ τοῦ ὅτι οἱ δύο, ἀμοιβαῖα ἀποκλειόμενες ἔννοιες, τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἀνθρώπου, τῆς Αἰωνιότητας καὶ τῆς Ἱστορίας, τοῦ Εἶναι καὶ τῆς Δημιουργίας, ἐξετάζονται ἀπὸ κοινοῦ στὸ Παράδοξο. Ὡς ἐκ τούτου, δὲν εἶναι τόσο περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι κάποιοι ἄνθρωποι ἀναρωτήθηκαν «σὲ Τί» ἢ «Πόσο» ὁ Κίερκεγκωρ πραγματικὰ πίστευε. Μὲ τὴ μορφὴ αὐτή, ὡστόσο, δύσκολα μπορεῖ νὰ ἀπαντηθεῖ τὸ ἐρώτημα. Ἀλλὰ ἐὰν τεθεῖ, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, σὲ ἕναν σύγχρονο ὑπαρξιστὴ θεολόγο, ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι ἐξίσου δύσκολο νὰ ἀπαντηθεῖ, ἂν καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ λόγου, νὰ τοῦ ἀρνηθεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαλεῖται Χριστιανός.
       Τὰ πρόσωπα τῶν ψευδωνύμων τοῦ Κίερκεγκωρ δὲν ζοῦσαν στὴν ἀρχαιότητα ἢ στοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, ἀλλὰ ὅπως ὁ «πολὺ σεβαστὸς ἀναγνώστης» σύγχρονος τῆς Κοπεγχάγης στὴ δεκαετία τοῦ 1840. Ἀλλά, θεωρούμενοι συνολικά, δὲν εἶναι ἀπὸ σάρκα καὶ αἷμα, ἔχουν γίνει σκιές, ἀκόμη πιὸ ἰσχνὲς καὶ πιὸ λεπτὲς ἀπὸ ἐκεῖνες στὸν Ἄδη. Σκέφτονται καὶ ἀπολαμβάνουν καθαρὰ διανοητικά, καὶ ἀκόμα κι’ ἂν ὁ Κίερκεγκωρ τοὺς ἀφήνει νὰ πίνουν κρασὶ καὶ καφέ, τὸ φαγητό τους ἀποτελεῖται πραγματικὰ ἀπὸ αἰώνιες ἰδέες, αἰσθησιακὲς ἢ μὴ αἰσθησιακές. Αὐτὲς οἱ μορφὲς εἶναι σχεδὸν δαιμονικὲς στὴν ἀϋλότητά τους, καὶ κανένας ζωγράφος δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀναπαράγει, γιατὶ δὲν ἔχουν οὔτε μορφὴ οὔτε καὶ χρῶμα. Πρόκειται γιὰ ἔννοιες ἢ ἰδέες μὲ ἀνθρώπινα ὀνόματα, ἀλλὰ καὶ οὔτε κἄν  αὐτά, γιατί ποιὸ ἀνθρώπινο ὄν ἔχει ὀνομαστεῖ ποτὲ Victor Eremita (Βίκτωρ Ἑρημίτης), Vigilius Haufniensis,  Ἰωάννης ὁ Ἀποπλανητής, Γουλιέλμος Ἀφεαυτοῦ, Ἰλάριος Βιβλιοδέτης;
       Ἔχουμε ἐπίσης ἀκούσει ὅτι ἡ ἐξέλιξη τοῦ Κίερκεγκωρ ὁδήγησε στὴν κατεύθυνση ὅλο καὶ μεγαλύτερης αὐστηρότητας. Ὁ Χριστιανισμὸς τελικὰ ἔγινε ἡ ἀπαίτηση γιὰ κυριολεκτικὴ ἀκολουθία, imitatio Christi (μίμηση τοῦ Χριστοῦ). Ἔτσι ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ δύσκολα ἀκολουθήθηκε. Τότε, ὅμως, ἦταν πραγματικά τὸ λιγότερο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ζητηθεῖ ἀπὸ τοὺς πάστορες, δηλαδὴ νὰ παραδεχθοῦν καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μετρήσουν καὶ νὰ ὑπολογίσουν τὴν ἀπαίτηση. Ἀλλά, ἀντὶ νὰ κάνουν αὐτή τὴν ὁμολογία, προμήθευσαν βελούδινα κηρύγματα, ποὺ ἔδωσαν στοὺς ἀνθρώπους ἐντελῶς λανθασμένες ἰδέες καὶ τοὺς ἔκαναν νὰ πιστεύουν ὅτι ἡ  Χριστιανοσύνη ἦταν στὴν κατοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ πάστορες ἔχουν κάνει τὸν Χριστιανισμὸ ἕνα ἀστικὸ τρόπο ζωῆς, ἐνῶ τὸ σωστὸ κατὰ τὴν διδασκαλία εἶναι νὰ ἐγκαταλείψει κανεὶς τὰ πάντα καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό. Κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς σειρᾶς βίαιων ἐπιθέσεων ἐναντίον τοῦ ἐπίσημου Χριστιανισμοῦ, ποὺ ἐμφανίστηκαν ἰδιαίτερα στὸ φυλλάδιο «Ἡ στιγμή,» πέθανε ὁ Κίερκεγκωρ τὸ 1855, μὲ διαλυμένο τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. Ἡ ἀδύναμη κράση του δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντέξει τὴν ἰσχυρὴ πίεση τοῦ "Ἐκκλησιαστικοῦ Ἀγώνα".
       Ὁ Κίερκεγκωρ δὲν εἶχε πραγματικοὺς ὀπαδούς, ἀλλά ἀμέτρητους θαυμαστές. Ἡ ἐπίδρασή του εἶναι τεράστια σήμερα, τοῦτο δὲ ὅπου μελετᾶται ὑπαρξιακά, ὅπου ἀντιπαρατίθενται μαζί του, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἱστορία, ἀλλὰ βρίσκεται ἀκόμα μπροστά μας καὶ χρησιμοποιεῖται πάντα, ἂν μὴ τι ἄλλο, ὡς ἕνας χρήσιμος διορθωτής.
Ὁ Κίερκεγκωρ εἶναι αὐτὸς ποὺ προειδοποιεῖ πάντα τοὺς ταξιδιῶτες, σὰν νὰ φωνάζει: Κρατηθεῖτε μακριὰ ἀπὸ τὸν εὐρὺ δρόμο καὶ παρατῆστε τὴν ταξιδιωτικὴ ἑταιρεία, ἀφῆστε τὸ πάρτι τοῦ ταξιδιοῦ νὰ τραβήξει χωρὶς ἐσᾶς, γιατί κοπαδιαστὰ δὲν ἐπιτυγχάνεται ἀπόλαυση τῆς αἰώνιας εὐδαιμονίας.
       Αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦσε ὁ Κίερκεγκωρ εἶναι ἐξίσου δύσκολο νὰ τὸ πεῖ κανείς, ὅμως αὐτὸ βασίζεται σὲ ἕναν ἄλλο λόγο. Αὐτὸς σκόπιμα ἔκρυψε τὶς σκέψεις του στὰ ψευδώνυμα γραπτά του, πίσω ἀπὸ μιὰ σειρὰ ψευδώνυμων, ὁπότε δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ποῦμε, ἂν αὐτὰ τὰ ψευδώνυμα ἐκφράζουν πάντα σκέψεις ποὺ δὲν εἶναι δικές του καί, κατά συνέπεια, ἔχουμε τὶς δικές του σκέψεις, μόνο ἐκεῖ ποὺ ὅ ἴδιος ἔχει βάλει τὸ ὄνομά του ὡς συγγραφέα τοῦ βιβλίου, στὴ πρώτη σελίδα, σελίδα τοῦ τίτλου. Ὑποθέτω ὅτι πολλὲς ἀπὸ τὶς σκέψεις στὰ ψευδώνυμα γραπτά του εἶναι πραγματικὰ δικές του. Ὁ Κίερκεγκωρ ἦταν ἐπίσης καὶ μιὰ ἀστείρευτη πηγὴ ἰδεῶν καὶ ἕνα πολὺ γόνιμο μυαλό.
Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μυαλό του δὲν στηριζόταν στὰ βάθη τῆς ἴδιας του τῆς φύσης καί, ὡς ἐκ τούτου, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἕνας ἐμπνευσμένος Skalden (μεσαιωνικὸς βασιλικὸς ποιητής, τροβαδοῦρος στὴν Σκανδιαναβία -ὅπως οἱ δικοί μας ποὺ ἔκαναν γνωστὴ τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὁδύσσεια στὶς διάφορες Αὐλές), ὅπως ὁ Grundtvig, ὁ ὁποῖος αὐτὸ ποὺ ἔλεγε τὸ δεχόταν ἀπευθείας ἀπὸ τὸν Θεό, εἴτε τὸ ἤξερε εἴτε ὄχι. Ἴσως ὁ ἐμπνευσμένος ὁμιλεῖ πιὸ ἀληθινά, ὅταν δὲν ξέρει τίποτε. Καὶ συμπλήρωνε ὅτι, ἐφόσον ὁ Ἰάσων πῆρε τὸ χρυσόμαλλο δέρας ἀπὸ τὴν Κολχίδα, δὲν χρειάζεται νὰ ξανα-εκστρατεύσουμε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Στὸν Κίερκεγκωρ ὁ πλοῦτος του συνίστατο στὴν ἱκανότητά του νὰ δημιουργεῖ τὶς σκέψεις καὶ νὰ τὶς στρέφει, νὰ τὶς γυρίζει, γιὰ νὰ τὶς δείξει στὸ πλούσιο τους πρόσωπο, καθὼς αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τῆς διαλεκτικῆς, ἐπειδὴ ἀκριβῶς αἀτὸ ἀντιστοιχεῖ καὶ ταιριάζει στὴν ἐπένδυσή τους.
       Αὐτὸ ποὺ ὁ Λούθηρος καὶ ὁ Grundtvig πολὺ βαθιά ἤθελαν, δὲν τὸ ἤξεραν οὔτε κἄν ποτὲ οἱ ἴδιοι· ἀλλὰ ὁ Kierkegaard, χωρὶς ἀμφιβολία ἤξερε γιὰ τὸ πρόσωπό του.
Ἀλλὰ δὲν ἦταν πάντα δικό του θέμα, νὰ ὑποβάλλει καὶ νὰ διευθετεῖ τὰ πράγματα ἄλλων ἀνθρώπων, μὲ ἄλλα λόγια δὲν ἤθελε νὰ δώσει «μασημένη τροφὴ» στὸν «ἀγαπητό του ἀναγνώστη». Καὶ τοῦτο ἐπειδὴ στὴ μέθοδό του, καὶ ὡς χριστιανός, συνέχισε νὰ εἶναι Σωκρατικὸς καὶ χρησιμοποίησε τὴν «ἔμμεση μέθοδο», ἐργαλεῖο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ εἰρωνεία. Ἀκριβῶς λόγῳ τῆς χρήσης αὐτῆς τῆς ἔμμεσης ἐπικοινωνίας ἢ τῆς εἰρωνείας, ὁ Κίερκεγκωρ ἀνέκαθεν καὶ ἀκατάπαυστα ἐπαίνεσε τὸν Σωκράτη καὶ τὸ Lessing. Ἀγαποῦσε τὸν Σωκράτη, ἐπειδή εἶχε πάντα ἕτοιμο ἕνα ἀστεῖο στὴ διάθεσή του, σὲ στιγμὲς ὅπου ἀναμένονταν μιὰ σταθερὴ καὶ σοβαρὴ πληροφόρηση γιὰ τὰ γεγονότα, καὶ θαύμαζε τὸν Lessing, γιατὶ ὅπως π.χ. στὴν πολεμική του ἐναντίον τοῦ πρωθιερέα Goeze στὸ Ἀμβοῦργο*, κατανοοῦσε πάντοτε πῶς νὰ ἐλιχθεῖ· διαρκῶς περιτριγύριζε τὸ θέμα γιὰ νὰ πάρει θέση καί, ἀντ' αὐτοῦ, διατύπωνε ἕνα πρόβλημα, μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνει τὴν ἐπιλογή του μὲ δική του εὐθύνη. Ὁ Κίερκεγκωρ ἐκφράζει τὶς εὐχαριστίες του στὸν Lessing καὶ γιὰ τὸ ὅτι «κατέστησε ἀδύνατο γιὰ ὁποιονδήποτε, μὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου, νὰ γίνει μαθητής του».
(*So teuer hat kaum ein deutscher Autor für ein Buch bezahlen müssen wie Lessing für seine Streitschriften gegen den Hamburger Hauptpastor Johann Melchior Goeze. «•  Gotthold Ephraim Lessing» Die Zeit ). Gotth. Ephr. Leßings nöthige Antwort auf eine sehr unnöthige Frage des Hrn ... - Βιβλία Google
       In puncto Ironie, Ὅσον ἀφορᾶ τὴν εἰρωνεία ὁ Κίερκεγκωρ δὲν ἔχει στὴ Δανία κάποιον ὅμοιό του, καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ χιοῦμορ τὸν φθάνουν ὁ H. C. Andersen καὶ ὁ ἀγαπητὸς δάσκαλος τὸν ὁποῖο ἰδιαίτερα θαύμαζε ὁ Poul Martin Møller, ποιητή καὶ καθηγητὴ τῆς φιλοσοφίας καθὼς καὶ σκεπτικιστὴ σχετικὰ μὲ ὅλα τὰ Ἑγελειανά. Αὐτὸ τὸ χιοῦμορ καὶ ἡ εἰρωνεία συνέβαλαν στὸ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ καταστεῖ σαφὲς τί ἐννοοῦσε ὁ Kierkegaard στὴν καρδιά του. Ἡ κύρια πρόθεσή του, ὡστόσο, εἶναι ἀρκετὰ ξεκάθαρη. Εἶναι Χριστιανὸς ποὺ ἀντιλαμβάνεται δυαδικὰ τὴ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ ἡ ἐγγύτερή του θεώρηση, ἡ πιὸ κοντινή του ἄποψη γιὰ τὸ συγκεκριμένο περιεχόμενο τοῦ Χριστιανισμοῦ, σίγουρα ἀντιπροσωπεύει ἕνα ἀπρόσιτο μυστικό, ποὺ τὸ ἔχει πάρει στὸν τάφο του. Μία «Δογματική», ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἀποκλειστικὰ μὲ ἀφηρημένες διαλεκτικὲς Ἔννοιες, δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὅπως μιὰ Δογματική, ποὺ ἀπεικονίζεται μὲ πολύχρωμους μύθους, καὶ τὴν ὁποία, αὐτὴν τὴν τελευταία, τὴν βρίσκουμε στὸν Grundtvig. Ἡ διαλεκτικὴ κατέστησε, ἔκανε τὸν Κίερκεγκωρ ἕνα ἀντικείμενο μελέτης γιὰ τοὺς φιλοσόφους, καὶ ὁ τρόπος σκέψης μὲ μύθους ἔκανε τὸν Grundtvig δημιουργὸ μιᾶς κοινότητας, ποὺ συγκεντρώνεται στὴν πρωτόγονη, κλασικὴ περίοδο τοῦ μύθου γύρω ἀπὸ μία λατρεία, ὅπου ἡ ζωὴ ὑφίσταται μία ἀνακαίνιση.
       Γιὰ τὸν μυθολόγο στοχαστὴ Grundtvig, οἱ κοσμικοὶ ἐκπρόσωποι τοῦ δυϊσμοῦ ἦταν ὁ Θεὸς καὶ ὁ Διάβολος, ὁ Χριστιανὸς καὶ ὁ Σατανάς. Γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ, ὁ ὁποῖος σκεφτόταν μὲ Ἔννοιες ἢ Λογικὲς Κατηγορίες, τὰ ἀντίθετα ἦσαν τὸ Αἰώνιο καὶ τὸ Ἱστορικό, τὸ Ὄν καὶ τὸ Γίγνεσθαι, ὁ Θεὸς καὶ ὁ Ἄνθρωπος, ἡ Ἁγιότητα καὶ ἡ Ἁμαρτία. Ἑπομένως, γι' αὐτὸν οἱ βασικὲς κατηγορίες τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν εἶναι ἡ Ζωὴ καὶ ὁ Θάνατος, ὅπως στὸν Grundtvig, ἀλλὰ ἡ Ἁμαρτία καὶ ἡ Χάρις.

ΜΊΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ
Τὸ ἄρθρο αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ ἐμπλουτισμένο μὲ σκέψεις καὶ ἀναλύσεις τοῦ καθηγ. τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κοπεγχάγης Dr. Søren Holm, ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Grundtvig und Kierkegaard, Parallelen und Kontraste», übersetz aus dem dänischen Manuskript des Verfassers von Dr. Günter Jungbluth, Katzmann Verlag Tübingen, 1956.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γεωργίου π.Ἀθαν. Ρούκαλη
Μγστρ Θεολογίας, Δρ Θεολογίας

 

Ὁ Ζαῖρεν Κίερκεγκωρ

καὶ οἱ ἑρμηνευτικὲς μέθοδοι

τῆς Ἁγίας Γραφῆς

 

Μέρος Δεύτερο: Ὁ Ζ. Κ. καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ μέθοδος τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ R. Bultmann καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Διαλεκτικῆς Θεολογίας

 

Ἀθῆνα 2010



Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες