KierkegardHeader

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Διαφωτισμός

 

Θὰ μποροῦσε ὁ Κίερκεγκωρ νὰ ἀντιπαραθέσει στὸν Διαφωτισμό τοῦ Ἑγέλου τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ; (Τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ἴσως δὲν τὸν γνώριζε, ἤ δὲν ἤθελε νὰ τὸν γνωρίζει ὁ Μπίζερ)

Η Β΄ Κυριακή Νηστειών είναι αφιερωμένη στη μνήμη του αγ. Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά και τη νίκη του ησυχασμού εναντίον εκείνων που έπαιρναν το δρόμο του ορθολογισμού

 

=====================================================================================

 
 
 
 
 
 
 
 
 
           «Η Ελλάδα δεν γνώρισε Διαφωτισμό. Ποιος φταίει; Θα το πω, η εκκλησία. ... Να μην ξεχνάμε ότι ο Βησαρριώνας κόντεψε να γίνει και Πάπας. Έγινε καρδινάλιος και όλα τα βιβλία του, τα οποία μετέφερε στη Δύση τα άφησε στη βιβλιοθήκη της Βενετιάς.»
          «Φταίει», ὄντως! Αἰτία εἶναι πράγματι ἡ Ἐκκλησία καὶ θὰ δοῦμε ἀμέσως «πῶς» αὐτό. Δὲν εἶναι ἄσχετο αὐτὸ ποὺ «θα έχετε παρατηρήσει πως υπάρχει ένας διχασμός στον ψυχισμό των Ελλήνων για το που ανήκουν. Αντί να αγκαλιάσουμε την ιστορία μας φαίνεται ότι μας βαραίνει τόσο πολύ που προσπαθούμε να ξεφύγουμε από αυτή αφήνοντας όμως αναπάντητο το ερώτημα για το που ανήκουμε στο χώρο και στον χρόνο.» Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ παραπάνω, ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι μιὰ ἀόριστη ἀρνητικὴ παρατήρηση, ὑπάρχουν πράγματα «ἀκαταλαβίστικα» στὴν Ἐκκλησία, π.χ. ἐνῶ στὸ σχολεῖο μάθαμε ἀπὸ τὸ νηπιαγωγεῖο ὅτι «Εἶμαι», «Ὑπάρχω», «Ὑπόσταση», Πρόσωπο" εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα, στὸ κατηχητικὸ καὶ στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν μᾶς λένε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τρεῖς Ὑποστάσεις, Πατέρας, Υἱός καὶ Πνεῦμα, κι’ ὅμως εἶναι Ἕνας. Τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τὰ Τρία Πρόσωπα, πόσες φορὲς νὰ φιλήσω;
        Κάτι ἄλλο:  Ἐξέφραζε το Βυζάντιο τὸν σκοταδισμό και ευθύνεται για το χαμό του ελληνικού πολιτισμού; (π.χ. ο Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές!)
       Ἐπίσης: Ἰσχύει ὅτι «Αν δεν υπήρχε η Ευρώπη, δεν θα υπήρχαν οι διανοούμενοι οι οποίοι κάνανε τη Φιλική Εταιρεία και όλοι αυτοί που κατάφεραν στη συνέχεια να ορθοποδήσει ο τόπος»; Οἱ ἀπαντήσεις στὰ παραπάνω ζητήματα βρίσκονται στὶς θεολογικὲς διαφορὲς Βαρλαὰμ καὶ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (ποιοὶ εἶναι αὐτοί;) καὶ τὶς ἐκφράζει ὁ Κίερκεγκωρ (ποὺ ἐξέδωσε μερικὰ βιβλία του μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ἰωάννης τῆς Κλίμακος») ὡς ἀκολούθως: «Δὲν εἶναι «Χριστιανισμός», ἀλλὰ ἔχει καταντήσει νὰ εἶναι ἕνας γεωγραφικὸς προσδιορισμός ἡ «Χριστιανοσύνη» («Χριστιανοσύνη = «Δύση», κατὰ τὸ «ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν», σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν "Μωαμεθανικὸ κόσμο" ἤ "Ἀραβικὸ κόσμο") τὸ νὰ ἐπαναπαύεται κανεὶς στὴ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ θεωρεῖ τὴν Ἐκκλησία «Θριαμβεύουσα» καὶ ἐμᾶς, τοὺς «ἐπονομαζόμενους» Χριστιανοὺς ὡς «σεσωσμένους». Στὴν ὀρθόδοξη πραγματικότητα, εἴμαστε ἐμεῖς, ἡ Ἐκκλησία Του, «Μαχόμενη» καὶ ἡ πορεία μας στὸ «νὰ εἴμαστε καὶ νὰ παραμένουμε Χριστιανοί» ἐκφράζεται σὰν μιὰ «σκάλα», μιὰ «κλίμακα», ὅπως τὴν περιέγραψε ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ. Εἴμαστε ἕτοιμοι; Χρειαζόμαστε Ἀφύπνιση ἤ Ἀναθέρμανση, ἤ «Ἐκγύμναση στὸν Χριστιανισμό», ὅπως ἔγραψε ὁ Κίερκεγκωρ.   
          Οἱ φιλοσοφικοὶ ὅροι τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ ἄλλων ἀρχαίων, ὅπως «Οὐσία», «Ὑπόστασις», «Εἶναι», «Ὄν», «Ὕπαρξις», «Φύσις» καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν Ἀναγέννηση, οἱ Δυτικοὶ ἀνέσυραν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ ἔκτισαν μὲ αὐτοὺς τὸν «Διαφωτισμό», ἤδη, στὴν Ἀνατολή, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ τρίτου αἰώνα, ἄλλαξαν περιεχόμενο καὶ προσαρμόστηκαν στὴν ἔκφραση τῶν Δογμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Πίστεως.
       Παράδειγμα διαφοροποίησης τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας (ἐν προκειμένῳ ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ) ἀπὸ σχετικὴ ἀρχαιοελληνικὴ θεολογικὴ σκέψη τῶν φιλοσόφων μας: Πῶς ἡ «Μέθεξις», «ὁ θεῖος Ἔρως», «ὁ ἵμερος τῆς ὀντολογικῆς προσεγγίσεως τοῦ ῾Ενὸς», «ἡ σχέσις μεταξὺ ὑπερβατικοῦ καὶ ἐμμενοῦς» τῆς ἀρχαιότητας γίνονται στὸν Χριστιανισμὸ «Συγκατάβασις» καὶ  «Θεία Ἐνέργεια», γίνεται δόγμα ἡ πραγματικὴ διάκρισις μεταξὺ Θείας οὐσίας καὶ Θείας ἐνέργειας, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελεῖ χωρισμόν; (Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Άρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης): Περὶ τῆς μεθέξεως τοῦ ἀτελοῦς εἶναι εἰς τὴν ὑψίστην ἰδέαν τοῦ Εἶναι κατὰ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν ᾿Αριστοτέλην ὁ Kl. Oehler («῾Η Συνέχεια στὴν ῾Ελληνικὴ Φιλοσοφία ἀπὸ τὸ τέλος τῆς ᾿Αρχαιότητας ὥς τὴν πτώση τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας», Μετάφραση: Πολυτίμη-Μαρία Παλαιολόγου, ἄρθρον εἰς τὸ περιοδικὸν «Μεσαιωνικὴ Φιλοσοφία», Σύγχρονη ῎Ερευνα καὶ Προβληματισμοί, ῾Ελληνικὸ Βυζάντιο καὶ Λατινικὴ Δύση, Σειρά: Φιλοσοφία-Μελέτες 1, (σσ. 45-73), Παρουσία, ᾿Αθήνα 2000, σελ. 61ἑξ.) λέγει ὅτι αὕτη συντελεῖται μέσω τοῦ ἔρωτος. ῾Η ἐρωτοποίησις αὕτη τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ τοῦ ἐνδοκοσμικοῦ γίγνεσθαι, ἡ σύμφυτος εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν ὀντολογικῶς κατωτέρων ὂντων τάσις πρὸς τὸ ἀνώτερον καὶ τὸ ὕψιστον Εἶναι, δὲν εἶναι χαρακτηριστικὴ μόνον τοῦ πλατωνείου συστήματος· ἀκόμη καὶ τὸ ἀριστοτέλειον εἶναι ἀδιανόητον χωρὶς αὐτὴν ὡς προϋπόθεσιν. Τὸ πρῶτον ἀκίνητον κινοῦν, ὁ θεός, κινεῖ τὸν κόσμον «ὡς ἐρώμενον»· ὁ ἵμερος τῆς ὀντολογικῆς προσεγγίσεως τοῦ ῾Ενὸς μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν ὁμοίωσιν μὲ αὐτὸ θεωρεῖται ὡς μία ἐνεργὴς δύναμις, ἡ ὁποία καθοδηγεῖ ἕκαστο ὄν. Εἰς τὴν Πατερικὴν θεολογίαν, ἀντιθέτως, ἡ θεία ἐνέργεια ταυτίζεται μὲ τὴν θείαν χάριν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ἀντιστροφὴν τῆς πλατωνείου-ἀριστοτελείου σχέσεως μεταξὺ ὑπερβατικοῦ καὶ ἐμμενοῦς· ἐδῶ εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος κινεῖται συγκαταβαίνων μὲ τὴν ἄφραστον χάριν Του πρὸς τὴν κτίσιν. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ συγκατάβασις πρὸς τὸν ἄνθρωπον θὰ ἐφαίνετο εἰς τοὺς ῞Ελληνας στοχαστὰς τῆς ἀρχαιότητος ἀκριβῶς ὅπως λέει ὁ Παῦλος ὅτι ἐφαίνετο εἰς τοὺς ᾿Εθνικοὺς τῆς ἐποχῆς του: μωρία. ῾Ως συνέπεια αὐτοῦ τοῦ ἐπαναπροσανατολισμοῦ τοῦ κοσμικοῦ γίγνεσθαι καὶ τῆς ἀλλαγῆς (μετάνοια) εἰς τὴν θεώρησιν τῆς σχέσεως Θεοῦ καὶ κόσμου τὸ θεῖον Εἶναι λαμβάνει ἕναν ἐπιπρόσθετον προσδιορισμόν. Τὸ ἀριστοτέλειον ἀκίνητον κινοῦν, οὐσία ταυτοχρόνως καὶ ἐνέργεια, καθαρὴ actualitas, ἀπετέλει, μακρὰν καθὼς ἦτο ἀπὸ τὴν σφαίραν τῆς δυνάμεως, τὸ τέλειον, ἀπρόσμικτον ἀπόλυτον. Εἰς τὸν Χριστιανισμὸν τὰ δύο στοιχεῖα, ἡ οὐσία καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, διακρίνονται, καὶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον εὑρισκόμεθα εἰς μίαν διάκρισιν τοῦ ἀπόλυτου καὶ τοῦ σχετικοῦ στοιχείου τῆς θεότητος. Τοῦτο σημαίνει ὅτι καὶ εἰς τὸν Θεὸν ὑπάρχει πλησίον τοῦ εἶναι καὶ ἕνα ἔχειν, μία σχέσις ὄχι μόνον ἐντὸς τοῦ ἑαυτοῦ Του (καθὼς συνεπάγεται τὸ δόγμα περὶ Τριάδος), ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς κτίσεως. Αὐτὴ ἡ πραγματικὴ διάκρισις μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργείας δὲν ἀποτελεῖ χωρισμόν, ὅπως καὶ ἡ ἀκτὶς τοῦ ἥλιου δὲν εἶναι τι τὸ χωριστὸν ἀπὸ τὸν ἥλιον, ὁ ὁποῖος τὴν ἐκπέμπει. Εἰς γενικοτέραν συμφωνίαν μὲ αὐτὴν τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποία οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν συχνῶς, ἡ θεία ἐνέργεια ἐπιδρᾷ εἰς τὰ κτίσματα μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους. ῾Η δράσις ἐπὶ τῆς ἀλόγου φύσεως συντελεῖται βάσει μιᾶς μὴ συνειδητῆς ἀναγκαιότητος, ἐνῶ ἡ δράσις ἐπὶ τῆς ἐλλόγου συντελεῖται βάσει τῆς ἐλευθέρας προαιρέσεως. Οὕτω σύμπασα ἡ φύσις δύναται καὶ γίνεται ὄργανον τῆς θείας ἐνεργείας. Τὸ σῶμα δὲν ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὸ πεδίον ἀσκήσεως τῆς θείας ἐπενεργείας· ἀπεναντίας, μεγάλοι Πατέρες θεολόγοι ὅπως ὁ ᾿Ιωάννης Δαμασκηνὸς ἐξέφρασαν διὰ πολλῶν καὶ ἐμφατικῶς τὴν ἀρνητικήν των στάσιν ἀπέναντι εἰς τὴν (πλατωνείου, στωϊκῆς καὶ μανιχαϊκῆς προελεύσεως. (Ὁ Kierkegaard ἀντιμετώπισε τὴν "ἄπειρη ἀπόσταση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου", μὲ τὴν υἱοθέτηση τοῦ "τρισυνθέτου" τοῦ ἀνθρώπου, σῶμα, ψυχὴ, πνεῦμα.)) ἀπαξίωσιν τοῦ σωματικοῦ στοιχείου ἔναντι τοῦ πνευματικοῦ. Πρόκειται διὰ ἕνα ἀξιοπρόσεκτον συμπέρασμα ἑνὸς συνεποῦς στοχασμοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ εἰδικῶς σήμερον ἐν ὄψει τῆς διαπιστώσεως τῶν καταστροφικῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας εἶχε ἡ ἐχθρικὴ ἀντιμετώπισις τοῦ σώματος ἀπὸ τὸν Χριστιανισμὸν τῆς Δύσεως. Εἰς τὴν Πατερικὴν θεολογίαν, λοιπόν, συντελεῖται ἡ τελικὴ προσωποποίησις τῆς ἀρχαίας ἐννοίας τῆς ἐνεργείας. ῾Η προσωποποίησις αὐτὴ συνετελέσθη εἰς συνάρτησιν καὶ μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς θείας βουλήσεως.    
        Ἑπομένως, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, μετὰ ἀπὸ 8-10 αἰῶνες, ἐξέφραζαν τὸν Διαφωτισμό, ἦσαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὅλα αὐτὰ ἀντικατοπτρίζονται στὸν Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ τὸν Βαρλαάμ. Ὁ Βαρλαὰμ ἐξέφραζε τὸν ὀρθολογισμό.
        Ὁ ὀρθολογισμός, ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς γνώσης, ὁ Γνωστικισμός, ὁ Ἑγελιανισμός, ὁ φιλτραρισμένος στὸν Κάντιο «Χριστιανισμός», ἡ οἰκονομικὴ θεολογία τοῦ Χριστιανισμοῦ τοῦ Max Weber, ὁ Προτεσταντισμός, κακοποίησαν τὸν Χριστιανισμό, τὸν μετέτρεψαν σὲ μιὰ γλυκανάλατη «Χριστιανοσύνη» καὶ κατέστησαν κάθε ἐκπρόσωπό της «ἀχώνευτο». «Λυτρῶστε μας ἀπὸ τὸν Κίερκεγκωρ», φώναζαν Δανοὶ τὸ 2013 (Διάβασε τὸ ἄρθρο "Ὁ Grundtvig καὶ ἡ Ἑλληνο-Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία"), ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι "Διαφωτισμένοι Χριστιανοὶ" τῆς Δύσης. Τὸ ἴδιο καὶ πολλοὶ «Χριστιανοὶ» τῆς Ἑλλάδας αἰσθάνονται γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὅσους δὲν ἀκολουθοῦν (τί σκοταδισμός!!!) τὴν πεφωτισμένη Δύση, τὴν Ἠθικὴ τοῦ ΝΑΤΟ «μὲ τὶς παράπλευρες ἀπώλειες», καὶ τὴν ἐλεημοσύση τοῦ ΔΝΤ.

       Ἄλλο παράδειγμα, Τὸ "Ον" κατὰ τὸν Παρμενίδη (ὅρα διατριβὴ περὶ "Ἀποστόλου Μακράκη")
       Μεταξὺ τῶν ἄλλων φιλοσοφικῶν στοχασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπησχόλησαν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων, ἦτο καὶ ἡ ἔλλειψις σταθερότητος τοῦ ὄντος τοῦ ἐμπίπτοντος εἰς τὴν σκέψιν τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ μόνον σταθερὸν ἦτο, κατὰ ὡρισμένας θεωρίας, τὸ ἄχρονον, τὸ θεῖον ῎Ον. ῾Η ἐγκόσμιος πραγματικότης, ἔχουσα ὡς χαρακτηριστικὸν τὴν ροήν, ἦτο ἀβεβαῖα. Παράγωγον τοῦ προβληματισμοῦ τούτου ἦτο, καὶ εἶναι, ἡ σχέσις σκέψεως καὶ πραγματικότητος. ᾿Εξ αὐτῆς ἐξηρτῶντο πολλά εἰς τὴν φιλοσοφίαν, πάντοτε.
    ῾Ως πρῶτος σταθμὸς τῆς ἱστορίας τῆς ἐρεύνης τοῦ θέματος αὐτοῦ θεωρεῖται ὁ Παρμενίδης. Οὗτος, μὲ τὴν γνωστὴν φράσιν του («τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι» (1) ἔδιδε λύσιν εἰς τὴν ὑπολείπουσαν «σταθερότητα» τοῦ «ὄντος», ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὰς προηγηθείσας αὐτοῦ φιλοσοφίας, προκειμένου νὰ γίνῃ «γνωστὴ» ἡ «πραγματικότης». ῾Η μονιμότης, ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, ἦτο καὶ παραμένει, σχετική· ἐπετεύχθη μὲ τὴν ἐπινόησιν τῶν «ἐννοιῶν». ῾Η «ἔννοια» καλύπτει ἕν εὑρύτερον φάσμα τῆς κινήσεως ἑνὸς ὄντος, τὸ συλλαμβάνει καὶ τὸ κατανοεῖ ὡς «παράστασιν», ὡς εἰκόνα. Καὶ εἶναι μὲν ἡ «ἔννοια» ἀναλλοίωτος ἐν σχέσει πρὸς τὰς αἰσθήσεις (ἐξ αἰτίας ὅλων ἐκείνων τῶν «ψευδαισθήσεων» τῆς φαινομενολογίας), δὲν συγκρίνεται ὅμως μετ᾿ αὐτῶν ὡς πρὸς πολλὰ στοιχεῖα καὶ προϋποθέσεις, τῆς βεβαιότητος, τῆς πραγματικότητος.
    ῾Ως παράδειγμα ὁ Παρμενίδης ἔφερε τὴν ἔννοιαν τῆς γαλῆς. Τὴν ἔννοιαν μόνον εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν, ἔλεγε, διότι αἱ διαρκεῖς, ἐν ζωῇ, μεταβολαί (ἡ ροὴ τοῦ ῾Ηρακλείτου), δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν, ἄλλως, τὴν ἀπομόνωσιν τῆς στιγμῆς· μᾶς ἐπιτρέπουν τὴν σκιαφράφισιν μιᾶς εἰκόνος, ἡ ὁποία, ὅμως, ὡς τοιαύτη δὲν εἶναι ἀκριβῶς πραγματικότης. Εἶναι μόνον γεγονὸς κατὰ συμβεβηκὸς καὶ δὲν ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν.(2)
    ῾Ο Δημόκριτος προσεπάθησε νὰ συγκεράσῃ τὰς θεωρίας τοῦ ῾Ηρακλείτου (3)  καὶ τοῦ Παρμενίδου. Τὰ ἄτομα, ἔλεγεν ὁ Δημόκριτος, μὴ δυνάμενα νὰ τμηθῶσι περαιτέρω, παραμένουν ἀναλλοίωται ὀντότητες, αἱ ὁποῖαι ὅμως, δημιουργοῦσαι ποικίλους συνδυασμούς, εὑρίσκονται εἰς ἀκατάπαυστον κίνησιν. ᾿Αργότερον, ἡ διὰ τῶν ἐννοιῶν ἐφικτὴ δυνατότης γνώσεως ἑνὸς διαρκῶς ἀλλασσομένου ὄντος, ἡ, κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, δυνατότης γνώσεως τῆς πραγματικότητος, κατὰ τὴν ἀποδεκτὴν (4) θεωρίαν τοῦ Παρμενίδου, εἰς τὸν Πλάτωνα γίνεται «σκιὰ» ἔμπροσθεν τῆς σταθερότητος τῶν ᾿Ιδεῶν, τῶν ἀναπαυομένων εἰς τὸν θεϊκὸν Νοῦν. ῾Ο Νοῦς ἐνέχει τὴν «᾿Ιδέαν». ῾Η γνῶσις τῶν ᾿Ιδεῶν ἀποτελεῖ, ἑπομένως, τι τὸ σταθερόν. ῾Η μή λήθη, ἡ ἀλήθεια τῶν ᾿Ιδεῶν, ἡ ἀνάμνησις εἶναι ἡ πραγματικότης. Εἰς τὸν Πλάτωνα, ὅμως, ταυτίζεται ἡ «᾿Ιδέα» αὕτη, ἡ ἀποτελοῦσα καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ σύμπαντος, μετὰ τοῦ «Λόγου».(5)
------------------------------------------------------
(1) «᾿Αριστοφάνης ἔφη ῾῾δύναται γὰρ ἴσον τῷ δρᾶν τὸ νοεῖν᾿᾿ [fr. 691 K.] καὶ πρὸ τούτου ὁ ᾿Ελεάτης Π. ῾῾τὸ γὰρ ...εἶναι᾿᾿. PLOTIN. Enn. V 1, 8 ἥπτετο μὲν οὖν καὶ Παρμενίδης πρότερον τῆς τοιαύτης δόξης, καθόσον εἰς ταὐτὸ συνῆγεν ὂν καὶ νοοῦν καὶ τὸ ὂν οὐκ ἐν τοῖς αἰσθητοῖς ἐτίθετο. ῾῾τὸ γὰρ ...εἶναι᾿᾿ λέγων καὶ ἀκίνητον λέγει τοῦτο, καίτοι προστιθεὶς τὸ νοεῖν σωματικὴν πᾶσαν κίνησιν ἐξαιρῶν ἀπ᾿ αὐτοῦ» (Diels-Kranz, FVS, τόμ. Ι, 28 Β 3, 1). «...καὶ πρὸ τούτου ὁ ᾿Ελεάτης Π. ῾῾τὸ γὰρ ...εἶναι᾿᾿» (Κλήμεντος ᾿Αλεξανδρέως, Στρωματεῖς, Στ᾿, κεφ. ΙΙ, 9, ΒΕΠ, 8, σελ. 185)· (CLEM. Strom. VI 23 (II 440, 12 St.). Πρβλ. Εὐαγγ. Μαραγγιανοῦ-Δερμούση, ᾿Ελεατικὴ Φιλοσοφία, Διεξοδικὴ ἀνάλυση τῆς Διδασκαλίας τῶν ᾿Ελεατῶν Φιλοσόφων, ᾿Εκδ. Καρδαμίτσα, ᾿Αθῆνα 1996, σελ. 18.
(2) ᾿Απᾴδει πρὸς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς φιλοσοφίας ἡ ἄποψις ὅτι ἡ ρῆσις τοῦ Παρμενίδου «ταὐτὸν γὰρ ἐστι νοεῖν τε καὶ εἶναι» ἀποτελεῖ προσπάθειαν ἀλληγορικῆς ἢ μυστικιστικῆς προσεγγίσεως τοῦ θείου. ῞Ομως, τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ.
(3) ῾Ο ῾Ηράκλητος ἔλεγεν, ἐπίσης, ὅτι ᾿Αλήθεια εἶναι ἡ μετοχὴ εἰς τὴν Πραγματικότητα.
(4)  Πλάτωνος, Φίληβος, 58a· 59b.
(5) ῾Ο «Λόγος», ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑπερτάτου πνεύματος τοῦ διαχέοντος τὸ σύμπαν, τοῦ συνέχοντος τὸ πᾶν καὶ τοῦ διέποντος τὰς σχέσεις τῶν ὄντων, ὡς καὶ τῆς σκέψεως καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν διανόησιν καὶ ὁμιλίαν, εἶναι παλαιοτέρα διδασκαλία· τὴν συναντῶμεν τὸ πρῶτον εἰς τὸν ῾Ηράκλειτον. ῞Ορα ᾿Αρχιμ.῾Ιερ. Φοῦντα, ῾Η περὶ προϋπάρξεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς κατὰ τὸν ῾Ιερὸν Χρυσόστομον, Διδακτορικὴ Διατριβή, ᾿Αθῆναι 2000, σσ. 112-114. 
========================================================================================
 
Σχέση Βαρλαάμ και Έγελου,
 
Γρηγορίου του Παλαμά και Κίερκεγκωρ
 
 
Η Δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που υπερασπίστηκε το αυθεντικό βίωμα, τη δυνατότητα αυθεντικής εμπειρικής ένωσης του θνητού με την άκτιστη θεία Χάρη, με τον Χριστό!!! Ο Χριστός δεν ίδρυσε μια ακόμη θρησκεία, αλλά απελευθέρωσε τους θνητούς από την ανάγκη για θρησκεία. Ο φόβος του θανάτου είναι η ρίζα κάθε θρησκευτικότητας και ο Χριστός νίκησε τον θάνατο "πατώντας" τον με τον δικό Του θάνατο και μας πρόσφερε ΖΩΗ ΑΙΩΝΙΑ, αιώνια στην ποιότητα ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ. Τη δυνατότητα βίωσης, απόκτησης αυτής της εμπειρίας της ΑΙΩΝΙΑΣ ΖΩΗΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ κορόϊδευε ο λογιότατος εκ Καλαβρίας μοναχός Βαρλαάμ και την υποτιμούσε θεωρώντας ότι είναι γεγονός "χείρων νοήσεως", φαντασίωση κάποιων αγράμματων "ομφαλοσκόπων" όπως υποτιμητικά-κοροϊδευτικά έλεγε τους Ησυχαστές.
Ο Βαρλαάμ, όπως και πολλοί από μας τους συγχρόνους "ορθοδόξους" που ελαφρά τη καρδία φωνασκούμε ορθοδοξολογούντες, ή ακόμη και φωνάζουμε εν τη αφελεία μας: "Ορθοδοξία ή θάνατος" ... ο Βαρλαάμ λοιπόν τιμούσε και σεβόταν υπερβολικά και αποκλειστικά την "κοσμική" γνώση, τη διανοητική γνώση, τα πτυχία και τις ακαδημαϊκές περγαμηνές, την καλλιέργεια του "μυαλού", την αυτονομημένη και απολυτοποιημένη καλλιέργεια των λειτουργιών του αριστερού εγκεφαλικού μας ημισφαιρίου, τη "λογική", το "μυαλό" και πίστευε, όπως και σύνολος ο δυτικός χριστιανισμός μετά το Σχίσμα, ότι το "μυαλό", η "λογική" είναι το τιμιώτερο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης και ότι ο Θεός δεν μπορεί παρά σε αυτό, στο "μυαλό", στη "λογική" να αποκαλύπτεται. Άρα το να σκέφτεται κάποιος περί Θεού, το να θεολογεί εγκεφαλικά-διανοητικά είναι η ανώτερη δυνατότητα ένωσης με το Θείον, άρα η προσευχή, η Ευχή, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με" που κατευνάζει την ορθολογική σκέψη είναι πολύ κατώτερη ασχολία που αρμόζει μόνο σε αγράμματες γιαγιάδες και σκοταδιστές ομφαλοσκόπους.
Ο Χριστός όμως μετά την Πεντηκοστή πρόσφερε απλόχερα το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο όταν χαριτώνει την καρδιά του θνητού, μεταποιεί το σώμα, το ταλαίπωρο σαρκίο σε ναό Του και κράζει: "Αββά ο Πατήρ" για λογαριασμό του φορέα Του, και χαρίζει την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, χαρίζει την ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ και μεταμορφώνει τον θνητό και τον κάνει μέλος του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, και όχι μόνο τον ξεδιψά αλλά τον κάμνει και πηγή Αυτού του Ύδατος του Ζώντος. Ο άγιος Γρηγόριος κατάφερε να πείσει την πλειοψηφία των άγευστων αυτής της εμπειρίας "μελών" της Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, ότι αυτή ακριβώς είναι η κατεξοχήν εμπειρία που κάμνει κάποιον, που μεταμορφώνει κάποιον από φίλο της Εκκλησίας του Χριστού σε ζωντανό μέλος του Σώματος του Χριστού που είναι στην Ζωντανή της πραγματικότητα η Εκκλησία Του. Ο άγιος Γρηγόριος έκραζε: "φώτισον μου το σκότος" προς τον Κύριο του και Θεό και ικανοποιήθηκε το αίτημα του και ζούσε πλέον "εν τω Φωτί Του βλέποντας το Φως" πλήρης Φωτός, Φωτεινός και πηγή (κατά χάριν) του Ανεσπέρου Φωτός, Φως εκ Φωτός φωτίζων καθένα που διψά για ΦΩΣ!!!!
 
 
 
 
 
Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Βαρλαάμ. Ὁ Κίερκεγκωρ καὶ ὁ Ἕγελος
 
Στις αρχές του ιδ΄ αιώνα κάποιοι μοναχοί στο Άγιο Όρος εφάρμοζαν μια ορισμένη τεχνική άσκησης και προσευχής με πλήρη απομόνωση από εξωτερικά ερεθίσματα, ώστε να αξιωθούν μιας έντονης εμπειρίας του θείου φωτός. «Αδύνατον», υποστήριζαν οι μορφωμένοι θεολόγοι της εποχής, «εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος». Και πάλι η θεωρία ερχόταν να αμφισβητήσει αυτό που κάποιοι άνθρωποι βίωναν ως πραγματική εμπειρία.Την υπεράσπιση των μοναχών ανέλαβε ο Γρηγόριος. Συμφωνεί, βεβαίως, ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος, επιμένει όμως ότι ο άνθρωπος μπορεί να τον γνωρίσει, όταν ο ίδιος ο Θεός το επιτρέπει και ο άνθρωπος πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Έτσι αναπτύσσει μια θεολογία, η οποία βασίζεται στη διάκριση ουσίας του Θεού και ενεργειών του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι και παραμένει ακατάληπτη, η ενέργειά του όμως είναι καταληπτή. Στόχος της θεολογίας, επομένως δεν πρέπει να είναι η εξέταση της ουσίας του Θεού, αλλά η προσπάθεια προσέγγισης του Θεού κατά τις ενέργειες και τις σχέσεις του με τα δημιουργήματά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η θεολογία από μια θεωρητική, φιλοσοφικού τύπου, ενασχόληση με το μυστήριο του Θεού γίνεται ζωή και εμπειρία, γίνεται μετοχή στις ενέργειες του Θεού και οδηγεί τον άνθρωπο στη “φυσική του κατάσταση”, όπως χαρακτηριστικά τόνιζε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στην ένωσή του με τον Θεό, στη θέωση.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση