KierkegardHeader

 

parcours

Ἀγαπητὲ Ἀναγνώστη,

 

στὴν ἱστοσελίδα αὐτὴ μὴν περιμένεις νὰ δεῖς μιὰ ἀκόμη βιτρίνα, στὴν ὁποία ἐκτίθενται ὡραῖα δημιουργήματα τοῦ καταναλωτισμοῦ (ἀπὸ φορέματα, κοσμήματα κ.λπ. ἕως βιβλία εὐχάριστα προκειμένου νὰ περάσεις ὡραῖα στὸ καράβι γιὰ τὶς διακοπές). Μᾶλλον «ἐργαστήρι» θὰ τὴ χαρακτήριζα. Θὰ μαζέψουμε, μαζύ, ἐὰν τὸ θέλεις, «ἐργαλεῖα», γιὰ νὰ συνεχίσουμε μιὰ δουλειά, ποὺ δὲν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ! Σαφέστατα θὰ ὑπάρχει ντεκὸρ ἀπὸ τὴν πανέμορφη Δανία, κυρίως ἀπὸ τοὺς χώρους τοὺς ὁποίους περπάτησε (στὰ κανάλια, τὶς ἀγορὲς τῆς Κοπεγχάγης Nytorv[1], Nybrogade, Amagertorv , στοὺς ὁποίους ταξείδεψε (Gilleleje[2]), ὅπου σταμάτησε γιὰ νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ τοὺς συμβολισμοὺς (Ottevejvinkel στο Gribskov[3]) ὁ μεγάλος αὐτὸς ἄνθρωπος, ο Søren Aabye Kierkegaard. Ὑπέροχα μέρη! Μπορεῖ ἡ Δανία νὰ εὐτύχησε νὰ ἔχει καὶ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, ἀλλά, ὡς τόπος, ἦταν εὐλογημένη ἐξ ἀρχῆς. Ὅπως καὶ ἡ Ἑλλάδα. Μπορεῖ νὰ μᾶς εἶναι ἀδιανόητη μιὰ Ἑλλάδα χωρὶς ἕναν Σωκράτη, Πλάτωνα, ἕναν Ἀριστοτέλη, ἀλλὰ εἶναι ἀδιανόητη καὶ χωρὶς τὰ νησιὰ μὲ τὶς ἀκρογιαλιές τους, χωρὶς τὰ φαράγγια τῶν βουνῶν της καὶ, κυρίως, τοὺς πολὺ εὐλογημένους κατοίκους της. A propo, ὅποιος δὲν ἔχει γευθεῖ τὸ χιοῦμορ τῶν, δῆθεν, πολὺ ἁπλοϊκῶν χωρικῶν τῆς Γιουτλάνδης (ἐμεῖς ἔχουμε τοὺς Ποντίους, οἱ ὁποῖοι κυβερνοῦν σήμερα), τότε χάνει πολλά, καὶ ἴσως δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήσει σὲ βάθος πολλοὺς ἀπὸ τοὺς «Ἀφορισμοὺς» τῶν «Διαψαλμάτων» τοῦ Ζ. Κίερκεγκωρ.

 

 

(Τὸ ὄνομά του Søren Aabye Kierkegaard προφέρεται: [ˌsœːɐn ˈkʰiɐ̯g̊əˌg̊ɒːˀ] ( ακούστε).)

Πρὸς τὸ παρόν, ἡ ἱστοσελίδα αὐτὴ μπορεῖ νὰ συνεισφέρει σὲ μιά ἐπιτηδειότητα τοῦ Ζ. Κέρκεγκωρ, ἡ ὁποία εἶναι ἄγνωστη στοὺς πολλούς. Εἶναι αὐτὴ τοῦ τρόπου, ὄχι τῆς μεθόδου (κάθε μέθοδος ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴ φιλοσοφία του), μὲ τὸν ὁποῖο ἑρμήνευε τὴν Ἁγία Γραφή. Ὁ Ζ. Κίερκεγκωρ ἦταν, πρῶτα, Χριστιανός. Παράφορα Χριστιανός. Ζοῦσε γιὰ τὸν Χριστό.


juliawatkin

Στὴν προσπάθειά του νὰ μεταδώσει τὸν Χριστιανισμό χρησιμοποίησε, ὡς ἐργαλεία του, τὴ φιλοσοφία, τὴν ψυχολολογία κ.ἄ. Ὡς βάση εἶχε, βέβαια, τὴν Ἁγία Γραφή. Σημειωτέον ὅτι ἐπέλεγε τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Δὲν ἀκολουθοῦσε δηλ. πάντοτε τὴ δανέζικη μετάφραση, τὴ βασισμένη στὴ γερμανικὴ μετάφραση τοῦ Λουθήρου. Ὑπάρχουν παραδείγματα ποὺ δείχνουν ὅτι λάμβανε ὑπ’ ὄψη, γιὰ ὁρισμένα χωρία, τὸ κείμενο τῆς Voulgata. Ἤξερε πολύ καλὰ ἑλληνικά, λατινικά βέβαια, ἀλλά καὶ τὰ ἑβραϊκά του τὸν βοηθοῦσαν στὶς ἐπιλογές του αὐτές. Περαιτέρω, προκειμένου νὰ δώσει τὴν εἰκόνα τῆς Χριστολογίας του (τὸ πῶς ἔβλεπε τὸ Δόγμα γιὰ τὸν Χριστό), ἑρμήνευσε τὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦσαν τὸ θέμα αὐτό. Ἑρμήνευσε δηλ. τὴν Ἁγία Γραφή.

 

 

corsaren7Ἡ Ἑρμηνευτική, γενικά, ὡς Ἐπιστήμη τῆς Θεολογίας, εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ πολὺ σπουδαῖα. Σὺν τοῖς ἄλλοις, καθρεφτίζει τὴ Θεολογία, ποὺ διέπει ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἑρμηνεύει. Ὅλα ὅσα ἔχουν γραφεῖ ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς θεολόγους στὸ θέμα αὐτό συγκλίνουν στὴν ἀναζήτηση κάποιας «ὀντολογικῆς μεθόδου» στὶς ἑρμηνεῖες τοῦ Κίερκεγκωρ. Πρέπει, ὅμως, ὁ ἀγαπητὸς ἀναγνώστης νὰ εἶναι προσεκτικός, διότι πολλὲς ἀπὸ τὶς ἀναλύσεις αὐτὲς ἔχουν σχέση καὶ μὲ τὸ ποιὸς τὶς συνέταξε, σὲ ποιὰ Ὁμολογία ἀνήκει. Ὑπάρχουν, ἐξ ἄλλου, καὶ «συνεχιστὲς» τοῦ Κίερκεγκωρ, οἱ ὁποῖοι, φέρουν μὲν σχετικὰ ὀνόματα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν πραγματικὴ σχέση μαζύ του. Τὸ θέμα, δηλ. δὲν εἶναι, στὸ σημεῖο αὐτό, καὶ τόσο ἁπλό.

 

Ἀγαπητὲ Ἀναγνώστη,

 

Ἐγὼ μπορῶ νὰ συνεισφέρω σ' αὐτὸν τὸν τομέα, ποὺ προανέφερα. Καὶ ἴσως καὶ σὲ κάτι ἄλλο. Ἐσὺ μπορεῖς νὰ φέρεις ἐδῶ ὅ,τι νομίζεις ὅτι θὰ βοηθήσει στὸ ἔργο, ποὺ ἄφησε ἀτελείωτο ὁ μεγάλος αὐτὸς χριστιανὸς στοχαστής. Στὸ νὰ γίνει κανεὶς χριστιανός, ἀλλὰ καὶ νὰ παραμείνει.

Δὲν εἶναι προϋπόθεση νὰ εἶναι κάτι ἀμιγῶς θεολογικό. Καὶ μόνον ἐπειδὴ θὰ ἔχει σχέση μὲ τὸν Κίερκεγκωρ, ἀπὸ θέση, ἀπὸ τὴ φύση του, ἀπὸ μόνο του, θὰ εἶναι  θεολογικό.

Καὶ χιοῦμορ, ἐπίσης, εἶναι καλοδοχούμενο! Έχει και αυτό τη θέση του!

Γεώργιος π.Ἀθαν. Ρούκαλης

 

Σ. Κίερκεγκωρ, Ἰούνιος 1851.   

   "Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο ἐγὼ κατάλαβα ὡς σκοπὸ τῆς δραστηριότητάς μου ὡς συγγραφέα, εἶναι ἕτοιμο.

   Πρόκειται γιὰ μία καὶ μοναδικὴ σκέψη, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σχέση, ἡ ὁποία διατρέχει, ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ “Εἴτε-Εἴτε” μέχρι τὸν Ἰωάννη τῆς Ἀντικλίμακος[ποὺ σημαίνει μέχρι τὸ "Ἐξάσκηση στὸν Χριστιανισμό", δηλ. ἀπὸ τὴν πρώτη ἕως τὴν τελυταῖα μὲ ψευδώνυμο συγγραφή του, 1843-1850], ἡ σκέψη τῆς θρησκευτικότητας σὲ ἀντανάκλαση, δηλ. σὲ διαλογισμό [σὲ θεολογικὴ συζήτηση]. Αὐτὸ τὸ καθῆκον, ἡ ὑποχρέωση μὲ ἀπασχόλησε ἀτελείωτα, διότι μὲ ἀπασχόλησε θρησκευτικά. Τὸ ἐξέλαβα ὡς μιὰ ὑποχρέωσή μου, ὡς μιὰ εὐθύνη ποὺ ἐπαφίονταν ἐπάνω μου, ποὺ ἐναπέκειτο σὲ μένα αὐτὸ τὸ συγγραφικὸ ἔργο νὰ τὸ φέρω εἰς πέρας. Τὸ κατὰ πόσον κάποιος θὰ ἤθελε νὰ τὸ ἀγοράσει ἤ νὰ τὸ διαβάσει, ποσῶς μὲ ἐνδιέφερε, μὲ ἄφηνε ἀπείρως ἀδιάφορο.

   Ἔτσι σκέφτηκα πάνω στὸ θέμα αὐτό, νὰ ἐγκαταλείψω τὸν κονδυλοφόρο μου καί, σὲ περίπτωση ποὺ κάτι θὰ ὄφειλα νὰ κάνω μετά, νὰ χρησιμοποιήσω τὰ κηρύγματα, τὶς ὁμιλίες, τὸ στόμα μου.

Ἐν τῷ μεταξύ, μετὰ ἀπὸ ὥριμες σκέψεις, συναισθάνθηκα ὅτι, ἐν τούτοις, θὰ ἦταν ὀρθότερο, νὰ κάνω τουλάχιστον τὴν προσπάθεια, νὰ χρησιμοποιήσω γιὰ ἀκόμη μία φορὰ τὸν κονδυλοφόρο μου (ἐν τούτοις μὲ ἄλλον τρόπο, ἀπὸ αὐτὸν ποὺ θὰ ἤθελα νὰ χρησιμοποιήσω τὴν ὁμιλία, τὸ στόμα μου), καθὼς ἐγὼ δηλαδὴ θὰ ἀπευθυνόμουν ἄμεσα στοὺς συγχρόνους μου, μὲ σκοπὸ νὰ κερδίσω, κατὰ τὸ δυνατόν περισσότερους, ἀνθρώπους.[Γι' αὐτὸ ἔγραφε, ἐπώνυμα πλέον, αὐτὰ ποὺ ἤθελε νὰ πεῖ, ὅμως σὲ στὺλ προφορικοῦ λόγου, δηλ. μὲ Ὁμιλίες, μὲ Κηρύγματα, μὲ ὀνόματα ὅπως “Ἐποικοδομητικὲς ὁμιλίες”, “Μὲ ἀφορμὴ μία ἐξομολόγηση”, “Ὁμιλία μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο”, “ὁμιλία γιὰ τὴν κοινωνία τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς” κ.ἄ. Σημ. τοῦ μεταφρ.]

Γι' αὐτό, γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ κερδίζεις ἀνθρώπους, ἡ πρώτη προϋπόθεση εἶναι, ὅτι ἡ μετάδοση τοῦ μηνύματος θὰ ἔρχονταν στὴν ἀντίληψή τους ἔτσι, ὥστε θὰ ἀποσποῦσε τὴν προσοχή τους. Ἑπομένως, θὰ πρέπει φυσικά νὰ ἐλπίζουμε, ὅτι αὐτὸ τὸ μικρὸ βιβλίο θὰ ἀποσπάσει τὴν προσοχὴ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερων.

   Θὰ μοῦ ἦταν ἰδιαίτερα ἀξιαγάπητο, ἐάν, σὲ περίπτωση ποὺ κάποιος, ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα, ἐπαναλαμβάνω ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα -θὰ ἤθελε νὰ βοηθήσει στὴν διάδοση αὐτοῦ τοῦ βιβλιαρίου. Καὶ ἀκόμα περισσότερο, ἐὰν ἤθελε νὰ συμβάλλει στὴν διάδοση τοῦ ὀρθὰ κατανοημένου περιεχομένου του.

   Μιὰ ἐπείγουσα παράκληση στὸν ἀναγνώστη: διάβασε, κατὰ τὸ δυνατόν, μὲ δυνατὴ φωνή. Παρακαλῶ τὸν καθένα, τὸν καθένα ποὺ θὰ τὸ ἔκανε τὸν εὐχαριστῶ πολύ. Τὸν καθένα ποὺ τὸ κάνει καὶ παρακινεῖ καὶ ἄλλους σ' αὐτό, τὸν εὐχαριστῶ πάλι καὶ πάλι.

   Καὶ κάτι ἀκόμα. Δὲν χρειάζεται οὔτε κἄν νὰ τὸ πῶ, ὅτι δὲν ἀνήκει στὶς προθέσεις μου νὰ κερδίσω ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ ἱδρύσω κάποιο κόμμα, κάτι τὸ κοσμικό, νὰ δημιουργήσω κάποια αἰσθησιακὰ νοούμενη ἑνότητα. Ὄχι, ἡ μόνη ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ κερδίσω τοὺς ἀνθρώπους, κατὰ τὸ δυνατὸν ὅλους, κάθε ἕναν ξεχωριστά, νὰ τοὺς κερδίσω γιὰ τὸν Χριστιανισμό.

Σ. Κίερκεγκωρ, Ἰούνιος 1851. Σχέδιο “Εἰσαγωγῆς” στὸ “Πρὸς αὐτοέλεγχον...”,

ἀπὸ τὰ Pap. X 6 B 4,3. (Πρόχειρη μετάφραση).

.........

(Ἡ πιὸ ὁλοκληρωμένη προσωπικὴ μαρτυρία τοῦ Κίερκεγκωρ γιὰ τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεό, στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του.)

«Προκειμένου νὰ μποροῦσα νὰ ἔχω νὰ κάνω (νὰ ἔχω σχέση) μὲ τὸν Θεό! ὦ[Μά], αὐτὴ εἶναι ἡ χαρά μου, ἡ εὐτυχία μου. Δὲν μὲ νοιάζει οὔτε ὁλόκληρη ἡ Εὐρώπη οὔτε καὶ τὸ κοινὸ ἤ ἡ σύγκριση μὲ τὰ ἄτομα ἐδῶ σ' αὐτὸν τὸν τόπο ἤ νὰ σχεδιάσω γιὰ νὰ γίνω ὑπουργός κ.λπ., ἂν ἔχω ἁπλῶς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω σχέση μὲ τὸν Θεό, φυσικά (καὶ αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια) ἀποδοκιμαζόμενος καθημερινά, ἀλλὰ ἐντούτοις ἔχοντας σχέση μὲ τὸν Θεό, γεγονὸς βέβαια κατὰ τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὸν Χριστιανισμό, εἶναι δικαίωμα δικό μου, ὅπως καὶ τοῦ καθενός ξεχωριστά, ἐφόσον θὰ εἶχα σχέση μὲ τὸν Θεό, ἔτσι θὰ πρέπει νὰ ἐξοικειωθῶ καὶ μὲ τὸ ὅτι ἡ κλίση εἶναι ἡ ἀπόλυτη. Ἐὰν ἡ κλίση, ἡ πρόσκληση δὲν εἶναι ἡ ἀπόλυτη, τότε δὲν ἔχω νὰ κάνω μὲ τὸν Θεό, παρὰ μόνον μὲ αὐτόν τὸν ἀσφυκτικὰ πνιγόμενο: «τὸν ἄλλο», μὲ ἐμένα τὸν ἴδιο, μὲ τὸ κοινό κ.λπ. Ὄχι, ὄχι, ὦ Θεέ μου ἐν τοῖς Οὐρανοῖς, ἐφόσον ἔτσι εἶναι, τότε, μὴν ἀνακαλεῖς ποτὲ τὴν ἀπόλυτη κλήση, πρόσκληση! Εἶναι ἀλήθεια, αὐτὴ μὲ συνθλίβει συνεχῶς ἤ μὲ ἀπορρίπτει, μὲ ἀποδοκιμάζει, μὲ ἐξαντλεῖ πολλὲς φορές, μέχρις ἀπογνώσεως τόσο, ποὺ αὐτὸ μὲ κάνει κατώτερο καὶ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ πιὸ ἄθλιος φουκαράς: ὦ, ὅμως ἔχω ἀκόμα σχέση μαζί σου Θεέ!»

(Pap.Χ6Β29.8ff Μετάφραση (στὸ πρῶτο πρόσωπο καὶ ὄχι στὸ τρίτο ποὺ εἶναι γραμμένο στὸ βιβλίο του «Πρὸς αὐτοέλεγχο...»)

..........................

«Ἐὰν θὰ μποροῦσα νὰ Σὲ δῶ, ὦ Θεέ μου, νὰ μιλήσω μαζί Σου, ὅπως μιλάω μὲ ἕναν ἄνθρωπο Πρόσωπο πρὸς Πρόσωπο, ἐὰν θὰ μοῦ ἔκανες τότε τὴν τιμή νὰ μιλήσεις μαζί μου, καὶ νὰ μοῦ ἔλεγες: «ἐὰν ἐγώ τώρα, σύμφωνα μὲ τὴν φύση μου, ἔστρεφα ἔτσι γρήγορα τὴν ματιά μου πάνω σου ἤ πάνω σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον, ἀκόμα καὶ σὲ κάποιον μτὴν πιὸ εἰλικρινὴ ἀνθρώπινη φιλοδοξία, αὐτὸς τότε, τὴν ἴδια στιγμή, θὰ γινόταν ἕνα μηδέν, μιὰ δυστυχία, μιὰ βδελυγμία, τότε θὰ μποροῦσες (σὲ περίπτωση ποὺ ἐπαφίονταν σὲ σένα νὰ διαλέξεις, κατὰ πόσον θέλεις ἤ ὄχι), τότε θὰ μποροῦσες νὰ θέλεις νὰ ἔχεις σχέση μαζί μου, νὰ μὲ ἀγαπᾶς μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά.» Ὦ Θεέ μου, μὴ μοῦ μιλᾶς, τὸ νὰ ἀκούσω τὴ φωνή Σου θὰ ἦταν τὸ ἴδιο καταστροφικὸ ὅπως καὶ ἡ ματιά Σου. Ἀπ’ ἐναντίας, ὁπουδήποτε ἀλλοῦ κι’ ἂν βρισκόσουν, δὲν θὰ μοροῦσες νὰ εἶσαι τὸ ἄπειρο, καὶ τότε πῶς θὰ μποροῦσε ἕνας ἄνθρωπος νὰ Σὲ ἀγαπήσει μὲ ὅλη του τὴν καρδιά; Ἐὰν εἶσαι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ποὺ βοηθάει κάποιον, προκειμένου νὰ σ’ ἀγαπάει, ὅπως ἔγινε καὶ μὲ ἐμένα, ποὺ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο βοηθήθηκα, βοηθήθηκα δηλ. σ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖο, φυσικά, δὲν ἦταν ἡ διάθεσή μου, σ’ αὐτὸ ποὺ ἐγώ, ἔστω καὶ ἐὰν ἡ ἐπιθυμία μου, ἡ διάθεσή μου ἦταν τόσο μεγάλη, ἂν ἦσαν ἀλλιῶς τὰ πράγματα, ποτὲ δὲν θὰ μοῦ εἶχε ἐπιτραπεῖ νὰ ἐμπιστευθῶ, καὶ βοηθήθηκα, μὲ τὸ νὰ ἔχω διδαχθεῖ, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ σ’ ἀγαπάει! Βέβαια, εἶναι ἀλήθεια, ὑπάρχει κάτι τρομερὸ σ’ αὐτὴν τὴν ἐξόντωση. Πράγματι εἶναι ἀλήθεια, ὑπάρχει πόνος σ’ αὐτό, νὰ μὴν μπορῶ νὰ Σὲ στερηθῶ καὶ νὰ δῶ ὅτι τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ βλέμμα Σου νὰ πέφτει ἐπάνω μου, ἔτσι ποὺ ὅλες οἱ προσπάθειες τῆς ζωῆς μου, ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ εἰλικρινὴς μισὴ ὧρα, ποὺ ἔζησα, εἶναι ἕνα τίποτα, μιὰ δυστυχία, μιὰ βδελυγμία, φυσικὰ εἶναι ἀλήθεια, αὐτὸ ἔχει μέσα του πόνο! Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάνω, νὰ Σὲ στερηθῶ, νὰ στερηθῶ τὸ ὅτι εἶμαι ἐδῶ γιὰ Σένα, νὰ στερηθῶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός Σου, ποὺ εἶναι ἡ ζωή μου, ἂν ὅλα ἀμέσως καταστραφοῦν ὅσα εἶναι ἡ ζωή μου, ἔτσι ὥστε μόνο τὸ δικό Σου παραμένει, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ ζωή μου, διότι τὸ ἀντίθετο γιὰ μένα θὰ ἦταν ὁ ἀπόλυτα ἀβάστακτος πόνος ἤ θὰ ἦταν ὁ θάνατος. Ἔτσι ἡ ἐπιλογή μου ἔχει τελειώσει, ἀκόμα κι’ ἂν δὲν θὰ ἦταν ἀπαραίτητη. Ἔχω ἐπιλέξει τὸν πόνο, τὴν ἐξόντωση, ὦ Θεέ μου, αὐτὸ σημαίνει ἐπιλέγω νὰ εἶμαι ἐδῶ γιὰ Σένα, ἄπειρη ἀγάπη. Καί, τέλος, μαθαίνω καλά (ἤ μαθαίνω ὅτι θὰ ὄφειλα νὰ μάθω) καὶ νὰ ἀγαπῶ μάλιστα αὐτὴν τὴν ἐξόντωση, ἀκόμη καὶ ἂν τὸ μόνο ποὺ μαθαίνω μέσα ἀπὸ αὐτὸ εἶναι τὸ τί σημαίνει αὐτή, ὅτι δηλαδὴ νὰ ἔχω σχέση μὲ Ἐσένα καὶ τὴν ἀγάπη Σου. Μαθαίνω (ἤ μαθαίνω ὅτι θὰ ὄφειλα νὰ μάθω) ν’ ἀγωνιστῶ μὲ ἀνυπομονησία, ὦ, ὥστε, παρ’ ὅλα αὐτά, νὰ ἔχω, τρόπον τινά, κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ καταστραφεῖ, καὶ ἔτσι ἡ εὐδαιμονία τοῦ ἀφανισμοῦ θὰ ἦταν ἡ μεγαλύτερη, ὅταν νιώθω ὅτι μπροστά Σου δὲν ὑπάρχει παρὰ ἕνα τίποτα, μιὰ δυστυχία ἀποκρουστική. Εὐλογημένος ἐνθουσιασμός.»

 http://www.youblisher.com/p/1880746-Kierkegaard-s-Papirer/

Επιστροφή επάνω

 

[2]

 [3]

[1]

nytorv b 

 

 

 

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το