KierkegardHeader

17. Ἡ «Μελαγχολία» στὸν Κίερκεγκωρ καὶ τὰ ἔργα του

       Ο Σ.Κ. έλεγε: «η μελαγχολία, η κατήφεια, βρίσκεται το ίδιο μακριά όπως και n επιπολαιότητα -και τα δύο είναι εξ ίσου κοσμικότητες, βρίσκονται το ίδιο αποστασιοποιημένα απ' τον Χριστιανισμό».

     

       "...Λύπη («η κατὰ Θεὸν λύπην» τοῦ Παύλου, «ἥτις μετάνοιαν ἀμεταμέλητον εἰς σωτηρίαν κατεργάζεται»), ἢ αἶνος, εὐχαριστία, ἅγιος ἐνθουσιασμός."

       "...Ἐνῶ ἡ κοσμικὴ μουσική, καὶ ἂν εἶναι ἀκόμη καὶ πλέον ἁγνή, ἐκφράζει σαρκικὰ συναισθήματα, ἀκόμα καὶ ὅταν τὴν ἐμπνέει ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψις", «ἡ κατὰ κόσμον λύπη", κατὰ τὸν Παῦλον, "ἥτις θάνατον κατεργάζεται»." (Φώτης Κόντογλου, Από ἐπιστολὴ-μελέτη ποὺ δημοσιεύθηκε το 1963)

 

       Υπάρχει μια διάχυτη, εσφαλμένη εντύπωση ότι ο "υπαρξισμός" σχετίζεται με τη "μελαγχολία", επειδή ο Kierkegaard ήταν μελαγχολικός και ανάλογη μελαγχολία αποπνέουν τα έργα του ή η φιλοσοφία του, πολύ περισσότερο δε n θεολογία του. Μερικοί, περισσότερο πληροφορημένοι, εντοπίζουν την "μελαγχολία" του αυτή στο περιστατικό εκείνο, το "κλασικό" πλέον, που ο πατέρας του, σε παιδική ηλικία "βλασφήμησε" τον θεό και, έκτατε, οι τύψεις που τον ακολουθούσαν σφράγισαν την ζωή του, το περιβάλλον του και, κατά συνέπεια, είχαν επίπτωση και στην διαπαιδαγώγηση του νεαρού Σαίρεν ο οποίος την κληρονόμησε, του έγινε τρόπος σκέψης  και ζωής και, έτσι, παρήγαγε ανάλογης ψυχολογίας φιλοσοφία. Σ’ αυτό τo σημείο, άλλοι επίσης, σχολιάζοντας, σημειώνουν πως δεν είναι δυνατό ένα τέτοιο περιστατικό να δημιούργησε μια κατάσταση παρόμοιων διαστάσεων. Απαντώντας στο ίδιο σημείο άλλοι, μια τρίτη κατηγορία σχολιαστών, παρατηρούν ότι ο Μίχαελ είχε πάρα πολύ καλές σχέσεις, μεταξύ όλων των άλλων παστόρων, και με τον πρεσβύτερο Myster, τον μετέπειτα επίσκοπο της Seeland, στον οποίο εξομολογούνταν και ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, και είναι μάλλον απίθανο στη συντηρητική Κοπεγχάγη, να διατηρεί τέτοιες σχέσεις μ' ένα τέτοιο παρελθόν. Εξ άλλου, συνεχίζουν, η μελαγχολία τον συνόδευε από μικρής ηλικίας και όταν παντρεύτηκε για πρώτη φορά ήταν ήδη 38 χρονών.

       Γίνεται φανερό απ' την εξέλιξη της ζωής του ότι, όσον αφορά τα μεγάλα προβλήματα που είχαν σχέση με τον πατέρα του, είχε «ψυχολογικά» απελευθερωθεί απ' το παρελθόν του και ενδεικτική είναι η ρήξη του με τον πατέρα του, κατά την διάρκεια του εσωτερικού «σεισμού», που τον ταρακούνησε την εποχή του Gilleleje, και η αποστασιοποίησή του απ' όλα τα κληρονομικά, ακόμα και απ' τον "θεό της Παλιάς Διαθήκης", όπως αυτά περιγράφονται πολύ παραστατικά στο έργο του "Φόβος και τρόμος" και στην "Έννοια της αγωνίας".

       Επίσης, αυτός ο ρηξικέλευθος αυτός χαρακτήρας που τόσους ορίζοντες άνοιξε στην ψυχολογία, εκτός απ' τη σοβαρότητα που αποπνέει η ευθύνη του για το μέλλον της ψυχής, είχε συναίσθηση της φιλοσοφικο-ψυχολογικής κατηγορίας της "μελαγχολίας", σαν χαρακτηριστικού ορισμένων ανθρώπων, των οποίων την θρησκευτικότητα, κατατάσσοντάς την στην ίδια κατηγορία με αυτήν της "επιπολαιότητας", την απορρίπτει: Έλεγε στην Εξάσκηση στον Χριστιανισμό: «Εάν λοιπόν κάποιος μπορεί να Τον αγαπήσει μόνον στο μεγαλείο -τί θα ήθελε να πει αυτό; θα σήμαινε ότι αυτός μπορεί να αγαπήσει την αλήθεια μόνον τότε -όταν αυτή θα είχε νικήσει, όταν θα είχε στην κατοχή της την δύναμη, την τιμή και το μεγαλείο. Καθώς όμως η αλήθεια αγωνιζόταν, όταν αυτή ήταν μωρία -σκανδαλισμός για τους Ιουδαίους και μωρία για τους Έλληνες, καθώς αυτήν την περιγελούσαν και την ενέπαιζαν και -όπως λέει η Αγία Γραφή- την έφτυναν, τότε δεν μπορούσε εκείνος να την αγαπήσει και προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί εντελώς. Προσπαθούσε δηλαδή να κρατήσει σε απόσταση την αλήθεια. Τότε όμως βρίσκεται κανείς βέβαια στην αναλήθεια. Ανήκει εξ ίσου ουσιαστικά στην "Αλήθεια" ότι αυτή πρέπει να υποφέρει σ' αυτόν τον κόσμο, όπως ότι αυτή σ' έναν άλλο κόσμο, στο κόσμο της αλήθειας, πρέπει να νικήσει: και ο Ιησούς Χριστός είναι ό ίδιος στην ταπείνωσή Του όπως και στην ύψωσή Του. Σε περίπτωση που όμως, τώρα, κάποιος θα αισθανόταν να ελκύεται στο να αγαπάει τον Χριστό στην ταπείνωσή Του, εάν δεν ήθελε να μάθει απολύτως τίποτα απ' την Ανάληψή Του εκεί όπου είναι δική Του n Βασιλεία και n Δύναμη και η Δόξα (ω, θλιβερή αναστροφή- διαστρέβλωση!) με την ανυπομονησία ενός ανήσυχου πνεύματος, κουρασμένο- απηυδισμένο-βαριεστημένο-που πλήττει, όπως αυτός βέβαια θα 'λεγε, απ' τις καλές και νικηφόρες ημέρες της Χριστιανοσύνης, απλά αναζητούσε το θεατρικό έργο του τρόμου για να είναι μαζί Του, όταν Αυτός διώκονταν και χλευάζονταν [για να είναι με το μέρος του διωκόμενου και του χλευασμένου]: το βλέμμα, η όψη ενός τέτοιου ανθρώπου θα ήταν το ίδιο παραπλανημένη -δε θα γνώριζε τον Χριστό και επομένως ούτε και θα Τον αγαπούσε. Διότι στον Χριστιανισμό η μελαγχολία, η κατήφεια βρίσκεται το ίδιο μακριά όπως και n επιπολαιότητα -και τα δύο είναι εξ ίσου κοσμικότητες, βρίσκονται το ίδιο αποστασιοποιημένα απ' τον Χριστιανισμό και τους είναι εξ ίσου απαραίτητη η μεταστροφή.»

       Πρέπει να σημειωθεί, επίσης και η γνώμη του μεγάλου ψυχολόγου Karl Jung, ο οποίος έγραψε ότι ο Κίερκεγκωρ διακατέχονταν από «νευρωτική θρησκευτικότητα». Ο Κίερκεγκωρ, όμως, είχε προλάβει και είχε ήδη απορρίψει την «κατά κόσμον» Ψυχολογία, δημιουργώντας μια καινούρια, χριστιανική, επειδή η κλασική Ψυχολογία δεν αναγνωρίζει θέματα θρησκευτικά, όπως «το προπατορικό αμάρτημα» κ.λπ. Αλλά και μια «light θρησκευτικότητα», δηλ. το «υγιές» αντίθετο της νευρωτικής θρησκευτικότητας, ήταν για τον Κίερκεγκωρ, τον γεμάτο πάθος Χριστιανό, κάτι το καταστροφικό. Έλεγε ότι κάτι τέτοιο θα έμοιαζε με ερωτευμένο χωρίς πάθος, πράγμα αδιανόητο.

       Τέλος, το θέμα της Μελαγχολίας θυμίζει λίγο «Το όνομα του ρόδου», όπου το δήθεν επίκεντρο της ιστορίας ήταν ένα υποθετικό βιβλίο του Αριστοτέλη γύρω από το γέλιο, τη χαρά κ.λπ. και το οποίο έπρεπε να είναι κρυμμένο ή και να καταστραφεί, διότι ο Χριστός δεν γέλασε... Μόνον οι αμερικανοί ψυχολόγοι έχουν συνταγές για να γίνει ο καθένας ευτυχισμένος. Στην  αληθινή ζωή τα πράγματα, λόγω της σοβαρότητάς τους σε «προσγειώνουν» συχνά και πρέπει να είναι κανείς αρκετά επιφανειακός, ώστε να γελάει χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Όταν μάλιστα πρόκειται για τη σωτηρία των συνανθρώπων του, τη σωτηρία της ψυχής του, τότε τα πράγματα σοβαρεύουν πολύ. Τέλος, όταν η σωτηρία απαιτεί πάθος, τότε βρίσκεται κανείς πολλές φορές πιο κοντά στο κλάμα, παρά στο γέλιο. Αυτό όμως είναι κάτι άλλο, δεν είναι μελαγχολία. Το ότι όμως συμπάσχει κανείς για τον συνάνθρωπό του δε σημαίνει ότι καταδικάζεται, εξορκίζεται, αφορίζεται η χαρά και το γέλιο. Αντίθετα, απαιτούνται, απλώς έχουν άλλο περιεχόμενο. Και για να ολοκληρωθεί η εικόνα της «αμερικανικής» ευτυχίας, σύμφωνα με τους θεολόγους της οικονομίας τους (Max Weber), αλλά και τους ψυχολόγους τους (Karl Jung): οι ψυχολόγοι τους θέτουν φανερά στους ασθενείς τους ένα τεστ, προκειμένου να γίνει φανερή η ψυχολογικο- κοινωνιολογική τους  κατάσταση. Τους λένε ότι ο σωστός, ο υγιής κοινωνικά άνθρωπος πρέπει να κερδίζει ετήσια ένα εισόδημα «τον αριθμό της ηλικίας του επί χίλια». Τούτο δείχνει ότι τα συμπεράσματα του καθενός καθορίζονται από τη θέση εκκίνησής τους. Από την Αλήθεια του καθενός. Έτσι ο Max Weber, έτσι ο Karl Jung, αλλά έτσι και ο Kierkegaard.

Είναι μάλλον προφανές ότι πρόκειται περί παρεξηγήσεως. Μόνον τα «Διαψάλματα» αποπνέουν τέτοιο κλίμα. (Π.χ> «Εκτός από τον συνήθη πολυπληθή κύκλο γνωριμιών, έχω ακόμα μια επιστήθια έμπιστη, την μελαγχολία μου. Μέσα στην χαρά μου, στη μέση της δουλειάς μου μού γνέφει, με καλεί παράμερα, αν παραμένω εκείνη τη στιγμή σωματικά παρών. Η μελαγχολία μου είναι n πιο πιστή αγαπημένη, που γνώρισα ποτέ. Τί το περίεργο που την ξαναγαπώ. Η ζωή έγινε σε μένα ένα πικρό ποτό, και συν τοις άλλοις πρέπει να την πίνω σαν σταγόνες, αργά, μετρώντας.» Και πολλά άλλα.) Αλλά αυτά, με μεγάλη δεξιοτεχνία εποιήθηκαν έτσι, προς τον σκοπό αυτό, για να δώσουν αυτή τη νότα από την ατμόσφαιρα της ζωής του Δον Τζοβάνι, την ατμόσφαιρα του αδιεξόδου της πρώτης σφαίρας της ύπαρξης, αυτής του αισθησιασμού.


Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες