KierkegardHeader

 

Σκάνδαλο (Πίστη) = παρουσία ἀνώμαλου γεγονότος, ποὺ προκαλεῖ τὴ δυσφορία τοῦ κοινοῦ.
Anstoß (Πίστη) = Σκάνδαλο, πρόσκρουση, πλήγμα.
Ärgerniß (Πίστη) = Σκάνδαλο, ἀγανάκτηση, δυσαρέστηση

-------------------------------------------------------------------

« “Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων.“ (Ἑβρ. 1,1)
    Ἐνταῦθα προσδιορίζεται κατὰ μοναδικὸν τρόπον ἡ ἔννοια τῆς πίστεως ὡς πεποιθήσεως ἐπὶ τὰ μέλλοντα, ...Ὁ ὅρος «ὑπόστασις», ὡς εἴδομεν, ἀπαντᾷ καὶ ἐν 1,3 καὶ 3,14, καθὼς καὶ ἐν Β΄ Κορ. 9,4 καὶ 11,17. Εἰς τὰς δύο τελευταίας περιπτώσεις οὗτος δηλοῖ κατάστασιν ἤ πραγματικότητα, ὑπ’ αὐτὴν δὲν τὴν ἔννοιαν χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις εἰς τοὺς Ο΄ (Βλ. H. Köster, «ὑπόστασις», ThDNT, VIII, 580ἑἑ, 584). Ἐν Ἑβρ. 1,3, ὡς εἴδομεν, οὗτος δηλοῖ τὴν ὀντολογικὴν διάστασιν ἢ ὕπαρξιν τῆς οὐσίας, τὸ ἐνυπόστατον αὐτῆς. Ἐν 3,14 ὅμως, ἄλλοι προσέδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητος (H. Köster, μν. ἔργ.) καὶ ἄλλοι τῆς ὑποκειμενικῆς τοιαύτης, ταυτίσαντες μάλιστα αὐτὴν πρὸς τὴν πίστιν (π.χ. Χρυσόστομος, Ζιγαβηνός, Moffatt, 48. Manson, 57 ἑ. Westcott, 86 ἑ. Bruce, 278. Spicq, II, 77 ἑἑ. T.H. Robinson, 34, 36 κ.λπ.). Ὀρθὴ βεβαίως εἶναι ἡ δευτέρα ἐκδοχή.
    Ἐν 11,1 ἡ «ὑπόστασις» τίθεται παραλλήλως πρὸς τὸν «ἔλεγχον», ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ὑποκειμενικὴν λειτουργίαν τῶν ἀντικειμενικῶς ἱσταμένων πραγμάτων. Ὡς ἀνάκρισις, δηλαδή, βάσανος, ἔρευνα καί, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀπόδειξις ἢ τεκμήριον (πρβλ. Σοφοκλέους, Οἰδ. Τύρ., 603 Οἰδ. ἐπὶ Κολωνῷ, 1297. Φιλοκτήτης, 98. Πλάτωνος, Φαῖδρος, 273C, 278C. Ἀπολογία, 39C. Ἀριστοφάνους, Βάτραχοι, 786. Λυσιστράτη, 484. Εὐριπίδου, Ἱππεῖς, 1310, κ.λπ.), ὁ «ἔλεγχος» δηλοῖ τὴν ὑποκειμενικὴν βεβαιότητα, πεποίθησιν ἢ ἀπόδειξιν περὶ τῶν καθ’ ἑαυτὰ ὑφισταμένων πραγμάτων ἢ καταστάσεων, πολλῷ μᾶλλον ὅταν ταῦτα εἶναι «οὐ βλεπόμενα». Τοῦτ’ αὐτὸ ἰσχύει καὶ περὶ τῆς πίστεως, ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν «ὑπόστασιν ἐλπιζομένων». Τόσον ὡς καρπὸς τῆς νοήσεως, ὅσον καὶ, κυρίως, ὡς ὑπόθεσις τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτυγχάνεται ἡ προσωπικὴ συνάντησις καὶ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐξ Αὐτοῦ ἀπορρεουσῶν ἀχρόνων πραγματικοτήτων καὶ καταστάσεων, ἡ πίστις διαφέρει τούτων, καθ’ ἑαυτὰς ὑπαρχουσῶν ἀντικειμενικῶς. Ἄλλαις λέξεσιν, ὑφιστάμεναι καθ’ ἑαυταί, αἱ πραγματικότητες αὗται βιοῦνται ὡς πραγματικότητες διὰ τῆς πίστεως. Τὸ γεγονός, ὅτι αἱ πραματικότητες καὶ καταστάσεις αὗται δὲν βιοῦνται ὑποκειμενικῶς ὑπὸ τοῦ μὴ πιστεύοντος, δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἀντικειμενικὴν αὐτῶν ὑπόστασιν καὶ ὕπαρξιν καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ μόνον τὸν μὴ πιστεύοντα. Ἡ ἀντικειμενικὴ δηλαδὴ ὕπαρξις τῶν μεταφυσικῶν τούτων πραγματικοτήτων δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πίστεως οὔτε καὶ προκαλεῖται αὕτη ἐξ αὐτῆς. Ἑπομένως, ὡς ὑποκειμενικὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ πίστις καθιστᾷ ὑποκειμενικῶς πραγματικὰς εἰς τὸν πιστεύοντα τὰς ἀντικειμενικὰς πραγματικότητας, αἱ ὁποῖαι, ἀντιθέτως, δὲν γίνονται ὑποκειμενικῶς πραγματικαὶ εἰς τὸν μὴ πιστεύοντα (Περὶ τῆς οὐσίας τῆς πίστεως καὶ τῆς σχέσεως αὐτῆς πρὸς τὴν γνῶσιν, βλ. Κ.Ε. Παπαπέτρου, Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ γνῶσις Αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1969, σ. 80 - 123 καὶ Χ.Σ. Βούλγαρη, «Ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν Ἁγίαν Γραφήν», Θ ε ο λ ο γ ί α  63(1992) 648 - 693). Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ὁ χαρακτὴρ τοῦ περιεχομένου τῶν βιβλίων τῆς Ἁγ. Γραφῆς, οἱ συγγραφεῖς τῶν ὁποίων δὲν προσπαθοῦν ν’ ἀποδείξουν ἀντικειμενικῶς τὴν ὕπαρξιν τῶν θείων πραγματικοτήτων, ἀλλ’ ἀντιθέτως, προτρέπουν πρὸς ὑποκειμενικὴν ἀποδοχὴν καὶ βίωσιν αὐτῶν διὰ τῆς πίστεως. Οὕτω δέ, ὡς κατάφασις τῆς ὑπάρξεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, ἡ πίστις ὁδηγεῖ ἀκολούθως τὸν πιστεύοντα εἰς τὴν γνῶσιν αὐτῶν. Ἀντιθέτως, ὅταν ἡ πίστις ὑποστασιοποιεῖ μόνον ὑποκειμενικῶς, εἰς τὸν πιστεύοντα, καταστάσεις ἢ πραγματικότητας, καὶ ἀρνεῖται τὴν ἀντικειμενικὴν αὐτῶν ὑπόστασιν, αὕτη ἀποτελεῖ ἁπλῆν φαντασίωσιν, καὶ πίστιν ἢ γνῶσιν καθ’ ὓποβολήν, οἵαν συναντῶμεν εἰς τὸν Γνωστικισμὸν Τοῦτο, ἀκριβῶς, ἀποτελεῖ καὶ τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς σκέψεως τοῦ R. Bultmann. Βλ. Theology of the N. Testament, N. Y. 1955, τ. I, σ. 65 ἑἑ.  The Presence of Eternity, N. York 1957. Glaube und Verstehen, II. Gesammelte Aufsätze, Tübingen 1952. Ἑρμηνεύων δὲ τὸ Ἑβρ. 11,1 ὁ Bultmann προσδιορίζει τὴν πίστιν ὡς ἐλπίδα, μὴ διακρίνων μεταξὺ αὐτῶν. Βλ. «πιστεύω, κ.λπ.», ThDNT, VI, 207. Τὴν διάκρισιν ὅμως τούτων ὑπογραμμίζουν οἱ πατέρες. Π.χ. Χρυσόστομος· «Ἔλεγχος γὰρ λέγεται ἐπὶ τῶν λίαν δήλων. Ἡ πίστις τοίνυν ἐστίν ὄψις τῶν ἀδήλων φησί, καὶ εἰς τὴν αὐτὴν τοῖς ὁρωμένοις φέρει πληροφορίαν τὰ μὴ ὁρώμενα. Οὔτε οὖν ἐν τοῖς ὁρωμένοις ἀπιστῆσαι ἐστιν, οὔτε πάλιν, εἰ μὴ τῶν ὁρωμένων σαφέστερον περὶ τῶν ἀοράτων πεπληροφόρηταὶ τις, πίστις εἶναι δύναται·  ’ Ε π ε ι δ ὴ  γ ὰ ρ  τ ὰ  ἐ ν  ἐ λ π ί δ ι  ἀ ν υ π ό σ τ α τ α  ε ἶ ν α ι  δ ο κ ε ῖ ,  ἡ  π ί σ τ ι ς   ὑ π ό σ τ α σ ι ν  α ὐ τ ο ῖ ς  χ α ρ ί ζ ε τ α ι ·  μ ᾶ λ λ ο ν  δ έ ,  ο ὐ  χ α ρ ί ζ ε τ α ι ,  ἀ λ λ ’  α ὐ τ ὸ  ἐ σ τ ι ν  ο ὐ σ ί α  α ὐ τ ῶ ν » (ὑπογράμμισις ἡμετέρα).
Θεοδώρητος· «Τὰ γὰρ οὐχ ὁρώμενα διὰ ταύτης (τῆς πίστεως) ὁρῶμεν, καὶ πρὸς τὴν τῶν ἐλπιζομένων θεωρίαν, ὀφθαλμὸς ἡμῖν γίνεται, καὶ δείκνυσιν ὡς ὑφεστῶτα τὰ μεδέπω γεγενημένα». Οἰκουμένιος· «Πίστις ἐστίν, αὑτὴ ἡ ὑπόστασις καὶ οὐσία τῶν ἐλπιζομένων πραγμάτων... Ἐστι δὲ ἡ πίστις, ἔλεγχος καὶ ἀπόδειξις τῶν οὐ βλεπομένων». Ζιγαβηνὸς· «Ἐπειδὴ γὰρ τὰ ἐλπιζόμενα οὐχ ὁρῶνται, μὴ ὁρώμενα δὲ δοκεῖ εἶναι ἀνυπόστατα, ἡ πίστις ὑπόστασις αὐτοῖς γίνεται, ὑφιστῶσα ταῦτα καὶ οὐσιοῦσα ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ πιστεύσαντος»). Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, ἡ πίστις εἶναι ἡ ἐν τῷ παρόντι ὑποκειμενικὴ ὑποστασιοποίησις τῶν ἀντικειμενικῶν ἀοράτων ὑποστάσεων, τὰς ὁποίας θὰ γνωρίσῃ καὶ ἀντικειμενικῶς ὁ πιστεύων  εἰς τὸ μέλλον (πρβλ. Α΄ Κορ. 13,9ἑ). Οὕτω δὲ πως προσδιορίσας τὴν πίστιν περὶ τῶν μελλόντων, ὁ συγγραφεὺς παρατηρεῖ, ὅτι τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ πίστις τῶν «πρεσβυτέρων», διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι εὐηρέστησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ (στ. 2). «Πρεσβύτεροι» ἐνταῦθα εἶναι οἱ προπάτορες.
11,3 Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ρήματι θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὸ βλεπόμενον γεγονέναι.
     Πρὶν προβῇ εἰς τὴν παράθεσιν παραδειγμάτων προπατόρων ἀπὸ τοῦ στ. 4, ἐνταῦθα ὁ συγγραφεὺς προσδιορίζει καὶ δι’ ἄλλου τρόπου τὴν ἔννοιαν τῆς πίστεως ὡς «πραγμάτων ἔλεγχον οὐ βλεπομένων», λέγων ὅτι τὴν δημιουργίαν τοῦ κόσμου διὰ μόνου τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Γεν. 1,3. Ψαλ. 32,6· 9) γνωρίζομεν μόνον διὰ τῆς πίστεως, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα βλέπομεν («φαινόμενα») δὲν κατεσκευάσθησαν ἀπὸ ὁρατὰ ὑλικά. Διὰ τῶν «αἰώνων» νοεῖται συνεκδοχικῶς τὸ περιέχον. Πρβλ. Χρυσοστόμου· «Δῆλον, φησίν, ἐστιν, ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων τὰ ὄντα ἐποίησεν ὁ Θεός, ἐκ τῶν μὴ φαινομένων τὰ φαινόμενα, ἐκ τῶν οὐχ ὑφεστώτων τὰ ὑφεστῶτα. Πόθεν δὲ δῆλον, ὅτι καὶ ρήματι τοῦτο ἐποίησεν; ὁ μὲν γὰρ λογισμὸς οὐδὲν ὑποβάλλει τοιοῦτον, ἀλλὰ καὶ τουναντίον ἐκ τῶν φαινομέων τὰ μὴ φαινόμενα εἶναι. Διὰ ταῦτα μάλιστα οἱ φιλόσοφοι οὐδὲν φασιν ἐξ οὐκ ὄντων εἶναι, ψυχικὰ ὄντες, καὶ οὐδὲν τῇ πίστει ἐπιτρέποντες· ἁλίσκονται δὲ καὶ οὗτοι ὅμως, ὅταν μέγα τι καὶ γενναῖον εἴπωσι, τῇ πίστει αὐτὸ ἐπιτρέποντες... Πόθεν οὖν λέγεις δῆλον, ὅτι ὁ Θεὸς ρήματι πάντα ἐποίησε; λογισμὸς γὰρ τοῦτο οὐχ ὑποβάλλει, οὐδὲ παρῆν τις ὅτε ταῦτα ἐγίνετο. Ὑπὸ πίστεως· πίστεως γὰρ ἔργον ἡ κατανόησις...». Τοὐναντίον, ὁ Φίλων ἑπόμενος τῇ ἑλληνικῇ φιλοσοφίᾳ ἐδέχετο τὴν ἐξ ἀμόρφου ὕλης δημιουργίαν τοῦ κόσμου (Βλ. π.χ. Περὶ ἀφθαρσίας κόσμου, 5. Περὶ τοῦ θεοπέμπτους εἶναι τοὺς ὀνείρους, Ι, 76, κ.λπ.).» (Χρήστου Σπ. Βούλγαρη, ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ, ΑΘΗΝΑΙ 1993, σ. 308ἑἑ.)

11,1 Tro er fast tillid til det, man håber, overbevisning om ting, man ikke ser.

(Det nye Testamentes Oversættelse er autoriseret ved Kgl. Resolution af 15. Juni 1948.)

fast = τὸ σίγουρο, τὸ μόνιμο, τὸ διαρκές, ständig
tillid = ἐμπιστεύομαι, ἐμπιστοσύνη. Vertrauen.

11,1 Es ist aber der Glaube ein Beharren auf dem, was man hofft, sein Überzeugung von Tatsachen, die man nicht sieht.

(Die Heilige Schrift des Alten u. Neuen Testaments. ...nach dem Urtext übersetzt von Franz Eugen Slachter, Das Haus der Bibel, Genf - Zürich, 1971)
Beharren = ἐμμένω, ἐπιμένω, ἐγκαρτερέω. Καρτερία.

11,1 Der Glaube aber ist eine Verwirklichung (oder Grundlage) dessen, was man hofft, ein Überführtsein von Dingen, die man nicht sieht.
(Das Neue Testament. Revidierte Elberfelder Übersetzung. Freien Evangelischen Gemeinde KdöR)
Verwirklichung = πραγματοποίηση
Grundlage = θεμέλιο, βάση
Überführt sein = διακομίζω, μεταφέρω. Überführen = Das Erbringen des Nachweises von jmds. Schuld


------------------------------------------
------------------------------------------

=====================================================================

" 4. Die doppelte Beziehung von Glaube und Ärgerniss"

-----------------------------------------------------

51. Σκάνδαλο

= Ὁ ἀντίπους τῆς «Πίστεως» εἶναι ὁ «Σκανδαλισμὸς» καὶ ὄχι ἡ «Ἀμφιβολία» τῆς Spekulative Philosofie τοῦ Ἑγέλου (ποὺ σφραγίστηκε ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Διαφωτισμοῦ), ἔλεγε ὁ Κίερκεγκωρ. Τέθηκε ἡ «Ἀμφιβολία» ἐσκεμμένα, μολονότι αὐτὴ εἶναι κατηγορία τῆς «Γνώσης», ποὺ δὲν ἔχει κάτι τὸ κοινὸ μὲ τὴν «Πίστη». (Ὑπάρχει μελέτη σκανδιναβοῦ ἐρευνητὴ τοῦ Κίερκεγκωρ, στὰ Γερμανικά, στὴν ὁποία ἀναλύει ὅλες τὶς σημασίες τῆς ἑλληνικῆς λέξης ἀπὸ τὴν ὁμηρικὴ ἐποχὴ μέχρι τὴ σύχρονη. Ἀντίτυπο ὑπάρχει στὴ βιβλιοθήκη τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν.)


Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το


Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες