60. Ὕπαρξη

O Ζαίρεν Κίερκεγκωρ και οι ερμηνευτικές μέθοδοι της Αγίας Γραφής
(KEIMENA/Αρθρα)


........................................................................

"ΥΠΟΣΤΑΣΗ – ΕΙΝΑΙ – ΥΠΕΡΒΑΣΗ"
    “...ἡ γεγονότητα [τὸ ἐμπράγματο, facticite] καὶ ἡ συγκινητικότητα [motivite] ἑνούμενα παράγουν, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν ἰδέα καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ ὑπάρχειν. Τοῦτος ὁ ὅρος, προϊὸν ὁ ἴδιος μιᾶς ἐμπειρικῆς ροπῆς (ἀλλὰ ἑνὸς ἐμπειρισμοῦ μεταφυσικοῦ) καὶ μιᾶς συγκινησιακῆς [affective] καὶ ρωμαντικῆς ροπῆς, καθίσταται ὁ πρῶτος ὅρος τῆς πρώτης τριάδος: ὑπόσταση, Εἶναι, καὶ ὑπέρβαση* (*...ἐκλαμβάνομε... ὡς ἁπλὴ ταξινόμηση)...
    Ὁ Κίρκεγκωρ εἶχε γράψει: “Δὲν μπορεῖ νὰ τονίση κανεὶς μὲ μεγαλύτερη ἔμφαση τὴν ὑπόσταση, ἀπὸ ὅσο τὸ ἔκαμα ἐγώ”. Ἐν προκειμένῳ, ἐμπνεύσθηκε ἐν μέρει ἀπὸ τὸν Σέλλινγκ, τοῦ ὁποίου, ὅπως εἴπαμε, εἶχε ἀκούσει μερικὰ μαθήματα. Πάνω ἀπὸ ὅλα ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀντιπαραθέση τὴν ὑπόσταση στὴν οὐσία. “Ἡ ὑπόσταση, γράφει ὁ Σέλλινγκ, εἶναι αὐτὸ διὰ τοῦ ὁποίου πᾶν ὅ,τι προκύπτει ἀπὸ τὴ σκέψη, καταστρέφεται”. Tua res agitur (πρόκειται γιὰ σένα), εἶπε ἀκόμη. Καί, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς ἀρνητικὲς φιλοσοφίες, ἐθεμελίωσε τὴν “θετικὴ φιλοσοφία” του.
    Ἀλλὰ πρέπει νὰ πᾶμε πίσω ὥς τὸν Χάμαν, καὶ ἀκόμη πιὸ πίσω, ὥς τὸν Λούθηρο. Ἀργότερα ὁ Κίρκεγκωρ θὰ ἀντιταχθῆ σ' αὐτὸν βιαίως. Ὡστόσο τοῦ χρωστάει πολλὲς ἀπὸ τὶς ἰδέες του καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ αἰσθήματά του. “Τὸ “δι' ἐμέ”, ἰδοὺ τί εἶναι οὐσίῶδες στὴ σκέψη τοῦ Λουθήρου*20, στὰ σχόλιά του στὴν Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή”.[Δηλαδὴ, ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀλήθεια ὅταν εἶναι “γιὰ μένα”]. Προσευχόμαστε γιὰ μᾶς (pro nobis). Ἡ μεγάλη ἀνακάλυψη ποὺ ἔκανε ὁ Λούθηρος ἔγκειται στὸ ὅτι ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ δὲν στηρίζεται σὲ ἕναν ἔλλογο χῶρο, ἀλλὰ σὲ μιὰ ἀνορθόλογη προσωπικὴ σχέση. Ἐπὶ πλέον, ὁ Κίρκεγκωρ θὰ ἐπιμείνη ἰσχυρῶς ἐπάνω στὸ γεγονὸς πὼς ἡ πίστη ποτὲ δὲν εἶναι κάτι βέβαιο· βρίσκεται συνεχῶς σὲ ἀγῶνα μὲ τὴν ἀπιστία· θὰ ξαναβροῦμε αὐτὴ τὴν ἴδια σκέψη στὸν Γιάσπερς."

       "Ἡ πίστη εἶναι κάτι τὸ ἀνήσυχο, ὅπως εἶπε ὁ Λούθηρος, βρίσκεται σὲ συνεχῆ ἀγῶνα μὲ τὸν ἑαυτό της. Καί, γιὰ νὰ φθάσωμε στὶς πιὸ ὑψηλὲς σφαῖρες τῆς πίστεως, πρέπει νὰ περάσωμε ἀπὸ τὸν βασανισμὸ τῆς συνειδήσεως. Στὸν Λούθηρο ὑπάρχει ἡ ἀναγκαιότητα τῆς σπαραγμένης συνειδήσεως· μόνον ὁ ἁμαρτωλὸς δικαιώνεται. Γιὰ νὰ συνειδητοποίησωμε τὸ “ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ”, ὀφείλομε νὰ συνειδητοποιήσωμε τὴν ἐνοχή μας, διότι μόνον τότε ἀληθινὰ καὶ γιὰ πρώτη φορὰ βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴ συνείδηση ποὺ ἔχομε τῆς ἀβύσσου, ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει ἀπὸ αὐτόν.
      Ἀπὸ τὸ 1834 ὁ Κίρκεγκωρ γράφει: “Ὁ Χριστὸς δὲν διδάσκει, ἐνεργεῖ· εἶναι”. Ἀφ' ἑτέρου, μᾶς λέγει: “Ἡ ὑπόσταση ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄτομο πού, σύμφωνα μὲ τὶς διδασκαλίες τοῦ Ἀριστοτέλη, εἶναι κάτι ποὺ ὑφίσταται ἔξω ἀπὸ τὴ σφαῖρα τῆς ἔννοιας”. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους, ἡ ἰδέα τοῦ νὰ μὴν ἀνάγεται ἡ ὑπόσταση στὴ σκέψη, ἔχει εἰσχωρήσει καὶ μέσα στὸν στοχασμὸ τοῦ Κίρκεγκωρ (21)
     Μήπως θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμε τὴν ἔννοια τῆς ὑπόστασης; Στὸ γεγονὸς τῆς ἀποχῆς ἀπὸ ἕναν τέτοιον ὁρισμό, ὁ Κίρκεγκωρ βλέπει τὸ σημεῖο αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζει:   ἕνα πολὺ σίγουρο φιλοσοφικὸ τάκτ. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε εἶναι ἡ ἀπαρίθμηση τῶν χαρακτηριστικῶν τῶν ὑποστάσεων.
     Ἡ λέξη ὕπαρξη [ὑπόσταση], λέγει ὁ Γιάσπερς, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ συνώνυμα τῆς λέξης πραγματικότητα, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τοῦ τονισμοῦ της ἀπὸ τὸν Κίρκεγκωρ, πῆρε νέα ὄψη, καὶ σημαίνει αὐτὸ ποὺ θεμελιωδῶς εἶμαι ἐγὼ γιὰ τὸν ἑαυτό μου”.

(Ζὰν Βάλ, Εἰσαγωγὴ στὶς φιλοσοφίες τοῦ Ὑπαρξισμοῦ (Κίρκεγκωρ, Χάϊντεγκερ, Γιάσπερς, Μαρσέλ, Σάρτρ), Δεύτερη ἔκδοση, Εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗ, Ἐκδόσεις “Δωδώνη” Ἀθῆνα 1970, σσ. 65 ἑξξ.)

      “Ξεκινῶντας ἀπὸ μιὰ σκοτεινὴ ἀρχὴ στὸ ἔργο τοῦ Κίρκεγκωρ, αὐτὴ ἡ πραγματικότητα εἰσῆλθε μέσα σὲ μιὰ βαθιὰ ἱστορία (ἱστορικότητα)”.
        Ἡ λέξη ὑπόσταση, λέγει ἀκόμη ὁ Γιάσπερς, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα πεπρωμένο σημεῖο (σύμβολο), τὸ ὁποῖο μὲ καθοδηγεῖ πρὸς μία βεβαιότητα, ποὺ δὲν εἶναι διανοητικὴ βεβαιότητα, ποὺ δὲν εἶναι ἀντικειμενικὴ γνώση· πρὸς αὐτὴ τὴν ὑπόσταση, ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὴν καθορίση οὔτε ἐπάνω στὸ ἴδιο του τὸ ὑποκείμενο οὔτε ἐπάνω στὸ ὑποκείμενο ἑνὸς ἄλλου. Συνεπῶς, ἂν εἶναι νὰ πιστέψωμε τὸν Γιάσπερς, ἡ φιλοσοφία καὶ ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση δὲν πρέπει νὰ ὀνομασθῆ ὑποστασιακή, οὔτε ὑπόσταση, διότι ὀφείλει νὰ ἀμφισβητῆ τὴν ἴδια της τὴν ὑπόσταση, ἐπειδὴ περισσότερο ὑφίσταται μέσῳ τῆς ἀμφιβολίας της γιὰ τὴν ὑπόστασή της, παρὰ μέσῳ τῆς δογματικῆς καταφάσεώς της. “Λέμε: ὑπόσταση· μιλᾶμε γι' αὐτὴν τὴν πραγματικότητα ποὺ εἶναι ὑπόσταση, ἀλλὰ ἡ ὑπόσταση δὲν εἶναι μιὰ ἔννοια, εἶναι μόνον ἕνα σύμβολο”, τὸ ὁποῖο προσανατολίζει πρὸς τὸ ἐκεῖθεν κάθε ἀντικειμενικοῦ.
       Αὐτοὶ οἱ φιλόσοφοι, καὶ πρῶτος ὁ Κίρκεγκωρ, διάλεξαν τὴ λέξη ὑπόσταση, προτιμῶντας την ἀπὸ πολλὲς ἄλλες λέξεις, ποὺ συνηθίζονταν προηγουμένως στὴ φιλοσοφία, ὅπως εἶναι οἱ λέξεις ζωή ἢ ἀξία ἢ ψυχή. Ὁ Κίρκεγκωρ ἀναζήτησε μιὰ λέξη γιὰ νὰ σημάνη αὐτὴν τὴν ὀξύτητα ποὺ ὑπάρχει στὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ ἐγὼ καὶ στὴν ὑπέρβαση, ἐπάνω στὴν ὁποία ἤθελε νὰ ἐπιμείνη. Στὴν διατριβή του “Γιὰ τὴν Εἰρωνεία” χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη πρόσωπο· ἀλλὰ πολὺ γρήγορα διάλεξε τὴ λέξη ὑπόσταση. “Φορτωμένοι μὲ πολλὲς γνώσεις, ξεχνᾶμε τί σημαίνει τὸ ὑπάρχειν. Δὲν ξεχάσαμε μόνον αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ θρησκευτικῶς ὑπάρχειν, ἀλλὰ καὶ τί σημαίνει τὸ ὑπάρχειν ὡς ἄνθρωπος”. “Ἡ ὕπαρξη [ὑπόσταση] εἶναι μία ἐνέργεια τῆς σκέψης”.
       Τὸ πρῶτο χαρακτηριστικὸ τῆς ὑπόστασης, ἂν μποροῦμε τοῦτο νὰ τὸ ποῦμε χαρακτηριστικό, εἶναι ὅτι δὲν ἐπιδέχεται ὁρισμό, τὸ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γνωσθῆ ἀντικειμενικά. Δὲν εἶναι τίποτε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ γίνη ἀντικείμενο, δὲν εἶναι τίποτε ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσα νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Ὅπως λέγει ὁ Γιάσπερς, δὲν μποροῦμε νὰ μιλήσωμε παρὰ γιὰ πεπερασμένες ὑποστάσεις, δηλαδὴ γιὰ ὑποστάσεις ποὺ ἔγιναν ἀντικείμενα. Ἡ ὑπόσταση ἐξαφανίζεται μόλις ἀρχίσωμε νὰ τὴν παρατηροῦμε.
       Τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ θὰ λέγαμε, ἴσως εἶναι πὼς ἡ ὑπόσταση γνωρίζει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, καὶ μόνο μ' αὐτὴν τὴν ἔννοια ἡ πρώτη ὑπόσταση εἶναι ὁ Σωκράτης, καὶ ἡ πρώτη ἐντολὴ τῆς ὑπόστασης θὰ εἶναι: “γνῶθι σαυτόν”.
       Ἀλλὰ ὁ ἑαυτός μου, ποὺ ὀφείλω νὰ τὸν γνωρίσω, δὲν στρέφεται πρὸς ὀρθολογικὲς θεωρήσεις, ὅπως τὸ καρτεσιανὸ “ἐγώ”, ἢ πρὸς ἀντικειμενικὲς θεωρήσεις, ὅπως τὸ ἑγελιανὸ “πνεῦμα” ἢ πρὸς τὶς ἰδέες· δὲν στρέφεται πρὸς αὐτὸ ποὺ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ ὅλους. Ὁ ὑπάρχων εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁ Κίρκεγκωρ ἀποκαλεῖ ὁ “μοναδικὸς” ἢ ὁ “ὑποκειμενικὸς διανοητής”. Τελεῖ πάντοτε σὲ σχέση μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μέσα σὲ μία ἀπεριόριστη μέριμνα γιὰ τὸν ἑαυτό του.
       Τί σημαίνει “ὑπάρχειν” γιὰ τὸν Κίρκεγκωρ; Σημαίνει κατ' ἀρχὴν νὰ εἶσαι ἄτομο θεληματικὸ καὶ παράφορο, τὸ ὁποῖο γνωρίζει πὼς εἶναι θεληματικὸ καὶ παράφορο* (*Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ τὸν Φόϋερμπαχ: “Τὸ πάθος εἶναι τὸ μόνο κριτήριο τῆς ὑποστάσεως”). Τὸ πάθος γεννιέται ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ποὺ ἔχομε γιὰ τὴν ἀντίφαση ἀνάμεσα στὸ πεπερασμένο καὶ στὸ ἄπειρο, καὶ τούτη γεννιέται ἀπὸ τὴν ἀβεβαιότητά μας. Τὸ πάθος καὶ ἡ θέληση δείχνονται ἀπὸ τὸν ἐντατικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ σχέση μὲ τοὺς ὅρους μὲ τοὺς ὁποίους θὰ συσχετισθοῦν.
       Τέταρτον, ὑπάρχειν σημαίνει γίγνεσθαι. Τὸ πάθος, ἡ ἀπόφαση, εἶναι κινήσεις. Ἡ ὑπόσταση δὲν ἐπιδέχεται ὁρισμό, ὅταν ὅμως ποῦμε πὼς τούτη εἶναι κίνηση, τότε τὴν χαρακτηρίζομε νομίμως· διότι τὴν ὁρίζομε μὲ κάτι ποὺ τὸ ἴδιο δὲν ἐπιδέχεται ὁρισμό. Ἡ ὑπόσταση εἶναι χρονικότητα, ἔργον, συνεχὲς γίγνεσθαι.
 Δὲν εἶναι γίγνεσθαι κατὰ τὸν τρόπο τῆς ἑγελιανῆς ἰδέας, δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα λογικὸ γίγνεσθαι, πρόκειται γιὰ ἕνα γίγνεσθαι ποὺ πραγματοποιεῖται, ὅπως τὸ εἴπαμε, μέσῳ τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἀπόφαση καὶ μέσα στὸ πάθος.
       Ἀφ' ἑτέρου, ὅμως, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ γίγνεσθαι κάτι ποὺ συνδέεται μὲ τὸ “γνῶθι σαυτόν”; Κάθε ἠθικὴ καὶ ἠθικοθρησκευτικὴ γνώση “συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς πὼς τὸ ὑπάρχον ὑποκείμενο ὑπάρχει”. Τὸ νὰ ὑπάρχης, δὲν σημαίνει νὰ θεωρεῖσαι δεδομένος, ἀλλὰ πρὸς δημιουργίαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου.
       Τοῦτο τὸ γίγνεσθαι εἶναι ἕνα γίγνεσθαι ποὺ μᾶς θέτει ἀδιακόπως σὲ κίνδυνο. Ὁ ὑπάρχων [ἡ ὑπόσταση] εἶναι αὐτὸς ποὺ αὐτοκινδυνεύει. Τὴν ἴδια ἰδέα θὰ τὴν συναντήσωμε κάτω ἀπὸ ἄλλη μορφὴ στὸν Χάϊντεγκερ, ὅταν θὰ πῆ πὼς ὁ ὑπάρχων εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀφ' ἑαυτοῦ του κυβεύεται.
       Μέχρις ἐδῶ δὲν ἐμνημονεύσαμε τὴν ἰδέα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀντιμετωπίσαμε τὴν θρησκευτικὴ ὄψη τῆς σκέψης τοῦ Κίρκεγκωρ μέσα σ' αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ τῆς ὑποστάσεως. Καὶ πράγματι, φαίνεται σαφῶς, σύμφωνα μὲ ὡρισμένα χωρία του, πὼς γιὰ τὸν Κίερκεγκωρ μποροῦν νὰ ὑπάρξουν ὑποστάσεις ἔξω ἀπὸ τὸν χριστιανισμό: Ὁ Σωκράτης ἦταν μία ὑπόσταση· ὑπῆρχε πολὺ περισσότερη ὑπόσταση σὲ ἕνα μέσο ἕλληνα φιλόσοφο παρὰ σὲ ὅλες τὶς σύγχρονες φιλοσοφίες. Δὲν εἶναι λιγώτερο ἀληθινό, πὼς ἡ χριστιανικὴ ὑπόσταση εἶναι ὄξυνση καὶ ἐντατικοποίηση τῆς ὑπόστασης. Μὲ ποιὰ σημασία; Τούτη ἡ θέληση καὶ τοῦτο τὸ πάθος γιὰ τὰ ὁποῖα μιλήσαμε θὰ ἐντατικοποιηθοῦν ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ὁ ὅρος μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἔρθωμε σὲ σχέση, θὰ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Ἀπόλυτο. Πῶς θὰ ξέρωμε πὼς εἶναι τὸ Ἀπόλυτο; Ἀκριβῶς μὲ τὴν ἔνταση αὐτοῦ τοῦ πάθους καὶ αὐτῆς τῆς θέλησης. Θὰ ιώσωμε ὅτι βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καὶ τούτη ἡ κατηγορία τοῦ “ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ”, ἡ ὁποία εὑρίσκετο στὸ κέντρο τῆς σκέψης τοῦ Λούθηρου, ἐτέθη ἀπὸ τὸν Κίρκεγκωρ στὸ κέντρο τῆς δικῆς του σκέψης.
       Γιὰ νὰ φθάσωμε σ' αὐτὸ τὸ “ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ”, πρέπει νὰ περάσωμε ἀπὸ τὴ συνείδηση τῆς ἐνοχῆς· τὸ νὰ νιώσωμε ἔνοχοι σημαίνει νὰ νιώσωμε ὅτι βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ νὰ νιώσωμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σημαίνει νὰ νιώσωμε ἔνοχοι. Ἔτσι, λοιπόν, μέσῳ τῆς ἐνοχῆς εἰσερχόμαστε στὴ θρησκευτικὴ ζωή. Τὸ νὰ ὑπάρχης (Σημ. 22. Τὸ νὰ ὑπάρχης ὡς ὑπόσταση, δηλ. νὰ “ὑφίστασαι”, νὰ εἶσαι ὄχι ἁπλῶς existentia (ὡς ἀντίθεση τοῦ essentia), ἀλλὰ νὰ εἶσαι Ek-sistenz. Βλ. Παραπάνω σημ. 3, καὶ σημείωση παρακάτω **22
[**Σημ. 22.
Das Werfende im Entwerfen ist nicht der Mensch, sondern das Sein selbst, das den Menschen in die Ek-sistenz des Da-seins als sein Wesen schickt.
Το ρίψιμο στο σχέδιο δεν είναι το ανθρώπινο ον, αλλά το ίδιο το ίδρυμα, το οποίο στέλνει τον άνθρωπο στην έκσταση της ύπαρξης - όπως και το δικό του.
Η ρίψη στο σχεδιασμό δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η ύπαρξη η ίδια, η οποία στέλνει τον άνθρωπο στην ek-sistence Από τότε που-όπως ουσία.
......................................................................
Αὐτὸς ποὺ σχεδιάζει τὸ σχέδιο δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἡ ὕπαρξη ἡ ἴδια, ἡ ὁποία στέλνει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἔκσταση τοῦ ἐδῶ-εἶναι, ὅπως καὶ τῆς οὐσίας του.   ]     ),

σημαίνει νὰ εἶσαι ἔνοχος. Τὸ νὰ ὑπάρχης σημαίνει νὰ συνειδητοποιῆς τὸ γεγονὸς πὼς αὐτὴ τούτη ἡ ὕπαρξη εἶναι ἐνοχή. Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ ὕπαρξη [ἡ ὑπόσταση] εἶναι ἡ ὕψιστη ἀξία ποὺ μποροῦμε νὰ φθάσωμε. Βρισκόμαστε ἐδῶ μπροστὰ σὲ ἕνα παράδοξο, καὶ εἴπαμε ἤδη πὼς ἡ σκέψη τοῦ Κίρκεγκωρ εἶναι οὐσιωδῶς παράδοξη. Ἡ ὑπόσταση εἶναι ἡ ὕψιστη ἀξία καὶ ταυτοχρόνως ἡ ἐνοχή. Μιλῶντας ἔτσι, βρισκόμαστε ἤδη σὲ ἕνα στάδιο τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι πλέον τὸ στάδιο τῆς ὅποιας θρησκείας, ἀλλὰ εἶναι τὸ στάδιο τῆς παράδοξης θρησκείας, αὐτὴν ποὺ ὁ Κίρκεγκωρ ὀνομάζει θρησκεία Β, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ θρησκεία Α. Μπορεῖ κανεὶς νὰ ζῆ μέσα σὲ μιὰ ἐγκόσμια θρησκεία, ἀλλὰ ἡ θρησκεία Β, ποὺ εἶναι ἡ θρησκεία στὸν ὕψιστο βαθμό, εἶναι  ἡ θρησκεία τοῦ παράλογου καὶ τῆς ὑπέρβασης *23 (*23. Ὁ Κίρκεγκωρ διακρίνει δύο εἴδη θρησκευτικότητας, τὴν Α καὶ τὴν Β. Ἡ θρησκευτικότητα Α εἶναι προϊὸν διάσκεψης. Μὲ τὴν παρατήρηση καὶ τὴν σκέψη του βλέπει ὁ ἄνθρωπος τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τὴν ἀντιμαχία τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ὕλης, βλέπει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπερασμένος καὶ ἔνοχος, ἀδύναμος καὶ ἔκπτωτος, καὶ ἔτσι ἀνάγεται σὲ μιὰ θρησκευτικὴ ἀρχή, στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ θρησκευτικότητα τοῦ παγανισμοῦ καὶ τῶν φιλοσόφων.
       Ἡ θρησκευτικότητα Β εἶναι προϊὸν πάθους. Σ' αὐτὴν δὲν φτάνει ὁ σκεπτόμενος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ δοκιμαζόμενος, ὁ πάσχων. Γι' αὐτὴν τὴν θρησκευτικότητα Β τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ δὲν εἶναι γενικὲς ἰδέες, ἀλλὰ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἀκριβῆς ἐπειδὴ ἐδῶ δὲν ἰσχύει τὸ γενικὸ καὶ τὸ ἔλλογο, ἰσχύει τὸ ἀτομικὸ καὶ τὸ παράλογο, τὸ παράδοξο. Πρόκειται γιὰ τὴν θρησκευτικότητα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Κίρκεγκωρ).
       Ἔτσι, μιὰ καὶ μπήκαμε στὴ θρησκευτικὴ σφαῖρα, ἔχομε ἀκόμη νὰ ἐπιτελέσωμε ἕνα εἶδος πνευματικοῦ ταξιδιοῦ γιὰ νὰ πᾶμε ἀπὸ μία θρησκεία ποὺ παραμένει πλησίον τῆς φιλοσοφίας, μιὰ θρησκεία ὅμοια μ' αὐτὴν τοῦ Πλάτωνος, πρὸς τὴν ἀληθινὴ θρησκεία, ποὺ γιὰ τὴ λογικὴ ἀποτελεῖ σκάνδαλο.
       Ἰδοὺ πῶς τὰ δύο χαρακτηριστικὰ ποὺ ἐδώσαμε στὴν ὑπόσταση, τὸ πάθος καὶ ἡ θεληματικότητα, ἐντατικοποιοῦνται. Ἐπὶ πλέον, τὸ γίγνεσθαι μετασχηματίζεται· δὲν πρόκειται γιὰ τὸ γίγνεσθαι κατὰ ἕνα γενικὸ τρόπο, πρόκειται γιὰ τὸ νὰ γίνεσαι χριστιανός. Στὴν οὐσία, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι κάτι τὸ δεδομένο. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι κάτι ποὺ τὸ κατακτᾶς. Δὲν γεννιέται κανεὶς χριστιανός, λέει ὁ Κίρκεγκωρ, γίνεται χριστιανός, καὶ μάλιστα γίνεται κανεὶς πιὸ εὔκολα χριστιανὸς ἂν δὲν βρίσκεται ἐξ ἀρχῆς ἐντὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀλλὰ ποτὲ κανεὶς δὲν γίνεται πλήρως χριστιανός, διότι εἶναι μιὰ πολὺ ὑψηλὴ ἰδιότητα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ πιθανῶς μ' αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔλεγε συχνὰ ὁ Κίρκεγκωρ: “Δὲν εἶμαι χριστιανὸς”, - θέλοντας νὰ πῆ: δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μὲ λέτε χριστιανό. Οἱ λέξεις “εἶμαι χριστιανός”, θὰ λέγαμε, βιάζοντας κάπως τὴν διατύπωση τοῦ Κίρκεγκωρ, εἶναι ἀντιφατικές· δὲν μποροῦμε παρὰ μόνον νὰ τείνωμε πρὸς τὸν Χριστιανισμό· ποτὲ δὲν εἶναι κανεὶς πλήρως χριστιανός.
       Ἔτσι, οἱ ἰδέες τῆς θέλησης καὶ τοῦ πάθους, ἡ ἰδέα τοῦ γίγνεσθαι, μετασχηματίζονται κατὰ τὴν ἐπαφή τους – ποὺ εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἐπαφὴ – μὲ τὸν Χριστιανισμό. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν ἰδέα τοῦ κινδύνου: διότι, τώρα, αὐτὸ ποὺ κυβεύομε, αὐτὸ ποὺ γνωρίζομε πὼς διακινδυνεύομε μέσα στὸν Χριστιανισμό, εἶναι ἡ σωτηρία μας ἢ ἡ αἰώνια καταδίκη μας. Αὐτὸ ποὺ θέτομε σὲ κίνδυνο σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς πράξεις μας εἶναι ἡ αἰώνια εὐδαιμονία μας. Πρόκειται λοιπόν, σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, νὰ γνωρίζωμε ἂν ἡ ἐπέκεινα ζωή μας θὰ εἶναι μιὰ ζωὴ εὐτυχισμένη ἢ μιὰ ζωὴ ποὺ θὰ εἶναι δυστυχὴς γιὰ πάντα.
      Ἡ σκέψη τοῦ ἀτόμου θὰ εἶναι οὐσιωδῶς παράδοξη, ἐπειδή, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἄτομο θὰ φθάνει τὴν θρησκεία Β, φθάνει στὸν βαθὺ Χριστιανισμό· θὰ εἶναι ἡ ἐπαφὴ ἑνὸς πεπερασμένου ὄντος μὲ τὸ ἄπειρο τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήση. Εἴμαστε ἕνα παράδοξο, καθόσον ὄντες πεπερασμένοι συλλαμβάνομε τὸ ἄπειρο. Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἄπειρο, πρὸς τὸ ὁποῖο πρέπει ἡ σκέψη μας νὰ στραφῆ, εἶναι παράδοξο, διότι ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἡ αἰωνιότητα καὶ τὸ ἄπειρο ἐνσαρκώθηκε σὲ ἕνα καθωρισμένο σημεῖο τοῦ χώρου, σὲ μιὰ καθορισμένη στιγμὴ τοῦ χρόνου. Καὶ ἐδῶ ἔγκειται τὸ μέγιστο παράδοξο. Καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρεια αὐτοῦ τοῦ παράδοξου ἡ σκέψη μας ἐντείνεται *24 (* 24. Ἡ λέξη “ἔνταση” εἶναι κατηγορία τῆς ὑποστασιακῆς σκέψης. Μέσα στὸν ὑποστασιακὸ κόσμο ὅλες οἱ σχέσεις εἶναι “τεταμένες”, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν πρόκειται γιὰ κόσμο ἐννοιολογικὰ κατασκευασμένο, ὅπου οἱ ἔννοιες ἀναπαύονται στὴν αἰωνιότητα τοῦ λόγου των, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ κόσμο ὅπου κυριαρχεῖ τὸ ἀπρόβλεπτο καὶ τὸ μοιραῖο. Μοιραῖο μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἂν συμβῆ τὸ ἀπευκταῖο, εἴμαστε χαμένοι γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα. Διότι στὸ τέλος δὲν μᾶς περιμένει τὸ ἑγελιανοῦ τύπου “συμφιλίωση” τῶν ἀντιτιθεμένων στοιχείων.) ἀδιακόπως, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἀντιληφθήκαμε. 
       Ἡ φιλοσοφία τῆς ὑποστάσεως δὲν ἀντιτίθεται πρὸς τὴ σκέψη, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι αὐτὴ ἡ σκέψη θὰ εἶναι τεταμένη καὶ παράφορη. Ξαναθυμίζομε πὼς ὁ Κίρκεγκωρ ὁρίζει τὴν ὑπόσταση, στὸ βαθμὸ ποὺ τούτη μπορεῖ νὰ ὁρισθῆ, ὡς ἐνέργεια τῆς σκέψης. Μποροῦμε δὲ ἀκόμη νὰ ποῦμε πῶς ἡ ὑποστασιακὴ σκέψη (pen - see) εἶναι διαλογισμὸς (reflexion)· δὲν εἶναι σωστό, πὼς ὁ διαλογισμὸς πνίγει τὴν πηγαιότητα· μπορεῖ νὰ τὴν ὀξύνη· καὶ ὁ Κίρκεγκωρ θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἑνώση τὸν διαλογισμὸ καὶ τὸν αὐθεντικὸ καὶ πηγαῖο χαρακτῆρα τῆς σκέψης, μέσα σ' αὐτὸ ποὺ ὀνομάζει “ἄμεση σοβαρότητα”, “σοβαρὴ νεότητα”, “κατακτημένη ἀ+ρχεγονία”, “ὥριμη ἀμεσότητα”. Βεβαίως, μερικὲς φορές, γιὰ νὰ ἀντιταχθῆ στοὺς καρτεσιανούς, εἶπε: “Ὅσο περισσότερο σκέφτομαι τόσο λιγώτερο ὑπάρχω, καὶ ὅσο περισσότερο ὑπάρχω τόσο λιγώτερο σκέφτομαι”. Ἀλλὰ παραμένει γεγονός, πὼς δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ὑπόσταση παρὰ ὅταν ὑπάρχη διαλογισμὸς τῆς ὑπόστασης. Ἐδῶ ὑπάρχουν δύο ἀντιθετικοὶ ὅροι: “ὑπάρχει ἕνας ἀγώνας μέχρι θανάτου ἀνάμεσα στὴ σκέψη καὶ στὴν ὑπόσταση· ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ ἀγνώνας θανάτου συνθέτει τὴν ὑπόσταση. Λέγει ὁ Κίρκεγκωρ: “Ἂν σκέφτομαι τὴν ὑπόσταση τὴν καταστρέφω. Ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ τὴν σκέφτεται ὑπάρχει. Ἡ ὑπόσταση τίθεται ταυτόχρονα μὲ τὴ σκέψη”. Δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ συλλάβωμε τὴν ὑπόσταση οὔτε νὰ τὴν ἀπαλείψωμε οὔτε νὰ ἀπαλείψωμε τὴ σκέψη της. Ἀκριβῶς ἐδῶ ἔγκειται τὸ παράδοξο καί, ταυτοχρόνως, ἡ οὐσία τῆς ὑποστασιακῆς σκέψης.
       Κι' ὅταν φθάσωμε σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο, τί πρέπει νὰ κάνωμε; Θὰ μπορέσωμε νὰ ἐπιστρέψωμε στὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου; Ἀκριβῶς αὐτὸ σκέφτηκε ὁ Κίρκεγκωρ καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς θέλησε νὰ πραγματοποιήση μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἐπανάληψης. Σημασία ἔχει νὰ ξαναβροῦμε τὴν ἐγκοσμιότητα ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπαφή μας μὲ τὸ παράδοξο, μὲ τὸ παράλογο, μὲ τὸν Θεό.
      Πρέπει κανεὶς νὰ ἐκλέξη καὶ πρέπει νὰ αὐτοεκλεγῆ, νὰ αὐτοεκλεγῆ ὡς αὐτὸς ποὺ εἶναι, πρέπει κανεὶς νὰ ἀναλάβη ὁ ἴδιος τὸ πεπρωμένο του. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὀνομάζει “ὥριμη ἀμεσότητα”, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη παρὸ μόνον ὅταν κανεὶς περάση ἀπὸ τὴν θεία ἀναγωγὴ (mediation). Πρέπει κανεὶς νὰ ἐκλέξη τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ὁλοένα ἁπλοποιούμενος μέσα ἀπὸ τὸ ἴδιο του τὸ πάθος, μέσα ἀπὸ τὸ πάθος αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Ἀπόλυτου.
       Πρέπει κανεὶς πάντετε νὰ ἑνοποιεῖται, νὰ ἁπλοποιεῖται, διότι τὸ ἁπλὸ εἶναι ὑψηλότερο ἀπὸ τὸ περίπλοκο. Τὰ παιδιὰ ἔχουν ἕνα πλῆθος ἰδεῶν, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ σκέφτεται πραγματικά, ἕνας Σωκράτης π.χ., δὲν ἔχει παρὰ μία ἰδέα. Τὸ νὰ ἐπιπροσθέτωμε γνώσεις, λέγει ὁ Κίρκεγκωρ, ξαναβρίσκοντας μία νεοπλατωνικὴ διατύπωση, πολὺ συχνὰ σημαίνει ἀπομείωσή μας.
       Ὡστόσο, θὰ προσθέσωμε, πὼς ὁ Κίρκεγκωρ ταυτοχρόνως γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι καμωμένος ἀπὸ δυαρχία, ἀπὸ πολλότητα, ἀπὸ ἀτέλειωτες πολλότητες. Ἔτσι λοιπὸν στὸν Κίρκεγκωρ ὑπάρχει μία σύγκρουση ἀνάμεσα στὴ θέλησή του γιὰ ἑνότητα καὶ σ' αὐτὴ τὴν πολλότητα, τὴ σχεδὸν ἄπειρη, ποὺ ἐντός του νιώθει.
       Ἡ ὑπόσταση εἶναι ὁ παλμὸς μιᾶς ζωῆς ποὺ τελεῖ σὲ ἔνταση, εἶναι ἡ ὀξεῖα αἰχμὴ τῆς ὑποκειμενικότητας.
       Ὁ ὑποκειμενικὸς διανοητὴς γίνεται ἕνα ὑπάρχον ἄπειρο πνεῦμα, γίνεται ἕνα μυστήριο ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς βαθιᾶς σχέσης πρὸς τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του καὶ πρὸς τὸ ἀντικείμενο τῆς κατάφασής του.
       Εἴπαμε ἤδη μὲ ποιὰ ἔννοια ὁ Γιάσπερς διατηρεῖ τὴ σκέψη τοῦ Κίρκεγκωρ. Ὁ ὑπάρχων [ἡ ὑπόσταση] εἶναι τὸ γίγνεσθαι, ἡ ὑπόσταση εἶναι πάντοτε στραμμένη πρὸς τὶς δυνατότητες καὶ ταυτοχρόνως εἶναι στραμμένη πεὸς αὐτὸ ποὺ κεῖται στὴν πηγή της, πρὸς αὐτὸ ποὺ εἶναι πρωταρχικὸ [πηγαῖο]. Εἶναι ἡ ἰδέα τῆς Ursprung.
       Σ' αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους ξαναβρίσκομε τὶς ἰδέες τοῦ Κίρκεγκωρ. Ὁ ὑπάρχων [ἡ ὑπόσταση] εἶναι αὐτὸς ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, καὶ αὐτὸς ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ὑπέρβαση. Βλέπομε λοιπὸν πῶς ὁ Γιάσπερς, μ' αὐτὴν τὴ διατύπωση, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξηγεῖ τὴν ἴδια του τὴ σκέψη, ἐξηγεῖ καὶ τὴ σκέψη τοῦ Κίρκεγκωρ, ὁ οποῖος βρίσκεται στὴν πηγὴ τῆς δικῆς του σκέψης. Ἡ ὑπόσταση εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ πάρη θέση ἀνάμεσα σ' αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μελετηθῆ ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες, καὶ στὸ ὁποπιο ὁ Γιάσπερς ἀφιερώνει τὸν πρῶτο τόμο τῆς φιλοσοφίας του, ποὺ ὀνομάζεται “Ἐγκόσμιος προσανατολισμός”, καὶ σ' αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ ὑπέρβαση. Τὰ ὑποστασιακὰ προβλήματα σταματοῦν μέσα στὴν ὑπέρβαση· τούτη θέτει ὁριστικὴ τελεία στὰ προβλήματα, δὲν ἐπιτρέπει πλέον τὴν ὕπαρξη τοῦ δυνατοῦ, ἐνῶ ἡ ὕπαρξη [ὑπόσταση] εἶναι οὐσιωδῶς δυνατότητα, ἐνῶ ταυτοχρόνως εἶναι καὶ ἐπιστροφὴ πρὸς τὴν πηγή*. (*Κατὰ τὸν Γιάσπερς, ὑπάρχει ταυτοχρόνως ἀγῶνας καὶ ἕνωση ἀνάμεσα στὴν ὑπόσταση καὶ στὸ Dasein. Ἡ ὑπόσταση ὑπάρχει χάρη στὸ Dasein, μολονότι εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ αὐτό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅμως, εἶναι ἡ ὑπόσταση ποὺ παρέχει στὸ Dasein σύσταση καὶ σοβαρότητα, ἐνῶ ταυτοχρόνως στὴν ἐπαφή του μὲ τὴν ὑπόσταση τοῦτο ἐξαφανίζεται. Καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐν τέλει πρέπει νὰ ἀποκρυπτογραφήση τὴ σημασία τῶν συμβόλων: “Ἡ ὑπόσταση πραγματοποιεῖται μέσα στὸ Dasein φωτίζεται μέσα στὴ συνείδηση – ὡς – τοιαύτη, ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόμενό της μέσα στὸ πνεῦμα”,25 (25. Τὸ Dasein τοῦ Γιάσπερς εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ Dasein τοῦ Χάϊντεγκερ, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλήσαμε στὴν σημ. 16. Βεβαίως πάλι πρόκειται γιὰ ὅρο ποὺ ὑποκαθιστᾶ στὴ φιλοσοφία τοῦ Γιάσπερς τὴ λέξη “ἄνθρωπος”, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν αὐτὴ ἀναλυτικὴ σημασία, ὅπως στὸ Χάϊντεγκερ. Τὸ  Dasein στὸν Γιάσπερς εἶναι ἕνας τρόπος τοῦ “Περιέχοντος ποὺ ἐμεῖς εἴμαστε” (Διότι ὑπάρχουν καὶ τὰ “Περιέχοντα ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Εἶναι”).) καὶ εἶναι αὐτή, ἀκόμη, μόλις πρὶν τὸ εἴπαμε, ποὺ ἀποκαλύπτει τὴ σημασία τῶν συμβόλων.
       Θὰ βροῦμε ὡρισμένες ἀνάλογες σκέψεις καὶ στὸν Γκαμπριὲλ Μαρσέλ. Αὐτὸ ποὺ τοῦτο θέλει, ὅπως εἴδαμε, εἶναι νὰ πάη πέρα ἀπὸ τὴν ἀντίθεση τοῦ ὑποκειμένου καὶ ἀντικειμένου, τῆς σκέψης καὶ τοῦ Εἶναι, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, πρὸς κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διατυπωθῆ μὲ τὸν τρόπο ποὺ διατυπώνονται οἱ ἐννοιολογικὲς ἀλήθειες. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ διακρίνει τὸν Γκαμπριὲλ Μαρσὲλ ἀπὸ τοὺς ἄλλους φιλοσόφους τῆς ὑποστάσεως, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σὰρτρ καὶ κυρίως τὸν Μερλὼ-Ποντύ, εἶναι ἡ θέση ποὺ δίνει στὸ σῶμα. Διότι τὸ σῶμα δὲν εἶχε θέση στὴν ἐκφρασμένη σκέψη τοῦ Κίρκεγκωρ καὶ δὲν ἔχει μεγάλη θέση στὴ σκέψη τοῦ Γιάσπερς ἢ τοῦ Χάϊντεγκερ. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ πὼς ἔχω ἕνα σῶμα, λέγει ὁ Γκαμπριὲλ Μαρσέλ, ἀλλὰ εἶμαι τὸ σῶμα μου, τὸ σῶμα δὲν εἶναι ἕνα ὄργανο. Καὶ ἐπάνω σ' αὐτὴ τὴ σχέση, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐπιδέχεται ὁρισμό, ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα θὰ συνταχθοῦν οἱ ἄλλες σχέσεις ἀνάμεσα σ' ἐμᾶς καὶ στὰ ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα. Αὐτὴ ἡ σχέση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος δὲν πρέπει νὰ νοηθῆ σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόδειγμα αὐτῶν τῶν ἄλλων σχέσεων, οἱ ὁποῖες, ἀντίθετα, παράγονται ἀπὸ αὐτὴν. Ἔτσι, στὸ “Μεταφυσικὸ Ἡμερολόγιό” του ὁ Γκαμπριὲλ Μαρσὲλ ἐσκέφθη ἐπάνω στὸν δεσμὸ τοῦ ἑαυτοῦ μου μὲ τὸ σῶμα μου καὶ διερωτήθηκε τί σημαίνουν αὐτὲς οἱ δύο λέξεις: σῶμα μου.
       Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ σταματήσωμε ἐδῶ· πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ τότε θὰ βρεθοῦμε σὲ κοινωνία καὶ σὲ ἕνωση μὲ κάτι ποὺ μᾶς περιβάλλει καὶ μᾶς ὑπερβαίνει· εἶναι αὐτὸ ποὺ δὲν ἀντικειμενοποιεῖται καὶ ποὺ δὲν ἐξαντλεῖται, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλήσαμε. Καὶ ἀκριβῶς συνειδητοποιῶντας αὐτὴν τὴν περιοχὴ τοῦ μὴ ἀντικειμενιζόμενου, ὁ Γκαμπριὲλ Μαρσὲλ καταλήγει στὴ διατύπωση μιᾶς σειρᾶς ἀντιθέσεων· ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἡ ἀντικειμενικότητα, ἡ τεχνική, ἡ ἐπιστήμη καὶ τὸ πρόβλημα· καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ὑπόσταση, ἡ παρουσία, τὸ ἐγὼ καὶ τὸ σύ, τὸ Εἶναι, - σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ ἔχειν, τὴν μεταφυσική, τὴν πίστη καὶ τὸ μυστήριο. Τὸ πρόβλημα εἶναι κάτι τὸ διανοητικὸ ποὺ τίθεται μπροστά μου καὶ χωρισμένο ἀπὸ μένα, ἐνῶ τὸ μυστήριο μὲ καταπατεῖ· ἐγὼ εἶμαι, κατὰ κάποιο τρόπο, πιασμένος μέσα στὸ ἴδιο τὸ πρόβλημα, καὶ ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὸ πρόβλημα γίνεται μυστήριο. Τὸ μυστήριο εἶναι τὸ πρόβλημα ὅπου αὐτὸς ποὺ τὸ θέτει εἶναι πιασμένος ἐντός του.
       Ἂν τώρα ζητήσωμε νὰ μάθωμε πῶς νοεῖ τὴν ὑπόσταση ὁ Χάϊντεγκερ, θὰ πρέπει νὰ προσέξωμε τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὅρου ὑπόσταση (Existence). Βεβαίως τούτη ἡ ἐτυμολογία δὲν ἦταν ξένη ὡς πρὸς ὡρισμένα πράγματα ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Κίρκεγκωρ γιὰ τὴν ὑπόσταση. Κάθε ὑπόσταση εἶναι χωρισμός, διότι ὑπόσταση σημείνει νὰ ἵστασαι ἔξω, νὰ παραμένης ἔξω· - ἡ ὑπόσταση εἶναι πάντοτε χωρισμὸς καὶ διάσταση· ὑπόσταση καὶ ἀπόσταση γίνονται σχεδὸν συνώνυμα· ἡ ὑπόσταση εἶναι ἀπόσταση. Γι' αὐτό, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει σύνδεση, ὅπως συμβαίνει στὸν Ἕγελο, ἀνάμεσα στὴ σκέψη καὶ στὸ Εἶναι. Γι' αὐτό, ἐπίσης, τὴν ὑπόσταση στὴν ἀρχὴ τὴν συλλαμβάνομε [τὴν νοοῦμε] μὲ τὴν ἁμαρτία. Ἡ ὑπόσταση παρουσιάζεται πάνω ἀπ' ὅλα ὡς διασκορπισμός, ὡς πολλότητα. Ὑπάρχει ἕνα πλῆθος ἀπὸ ὑποστάσεις, ἀλλὰ κάθε μιὰ ἀπὸ αὐτὲς ἔχει ἕνα σκοπό, ὀφείλει νὰ ἔχη ἕνα σκοπό, ὁ ὁποῖος συνίσταται στὴν πραγμάτωση μιᾶς ἑνότητας, μιᾶς ἁπλότητας ὡς πρὸς ὅλους τοὺς προσδιορισμούς της. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, πὼς ἀπὸ τὴν ὑπόσταση ὡς ἔκταση καὶ διασκορπισμὸ πηγαίνομε πρὸς τὴν ὑπόσταση ὡς ἔνταση. Καὶ ὅσο περισσότερο θὰ προχωροῦμε τόσο περισσότερο τὰ πράγματα θὰ βαθαίνουν· ὅσο περισσότερο θὰ μεταβαίνωμε ἀπὸ τὴν ὑπόσταση ὡς διασκορπισμὸ μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸν χῶρο πρὸς τὴν ὑπόσταση ὡς ἔνταση – ἀπὸ ἐδῶ θὰ μποροῦμε νὰ πᾶμε στὴν ὑπόσταση ὡς ἔκσταση· ὑπάρχει ἕνα εἶδος κλίμακας ποὺ πάει ἀπὸ τὴν ἀπόσταση ἔκταση στὴν ὑπόσταση ἔνταση καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν ὑπόσταση ἔκσταση. Ἔτσι, ἡ ὑπόσταση ποὺ στὴν ἀρχὴ ἦταν χωρισμὸς καὶ ρήξη, γίνεται ἕνωση. Ἀκόμη καὶ ἡ ἔνταση τῆς ἐμπειρίας μας, ποὺ γεννιέται μέσα στὸν διασκορπισμό, μᾶς κάνει νὰ περάσωμε πρὸς τὴν ἑνότητα.
       Ἀλλὰ ἐνῶ ὁ Κίρκεγκωρ, σὲ ὡρισμένα χωρία, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἰδέα ἐξάγει τὴ βεβαίωση πὼς ἡ ὑπόσταση εἶναι διασπορὰ καὶ διασκορπισμός, αὐτὸ ποὺ ὁ Χάϊντεγκερ ἐξάγει ἀπὸ τούτη τὴν ἐτυμολογία εἶναι ὅτι τὸ νὰ ὑπάρχης σημαίνει “νὰ ἵστασαι ἐκτὸς ἑαυτοῦ”. Μ' αὐτὸ τὸ νόημα λέγει πῶς ἡ ὑπόσταση (existence) εἶναι φυσικῶς ἐκστατική (extatique), μὲ τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ ὅρου. Τὸ νὰ ἵστασαι ἐκτὸς ἑαυτοῦ σημαίνει νὰ εἶσαι στὸν κόσμο. Ἔτσι στὸ καρτεσιανὸ “ὑπάρχω” ὁ Χάϊντεγκερ προσθέτει “ὑπάρχω μέσα στὸν κόσμο”, διότι ποτὲ δὲν ὑπάρχει ὑποκείμενο ἀπολύτως χωρισμένο ἀπὸ τὸν κόσμο· καὶ εἶναι σφάλμα τῆς σύγχρονης φιλοσοφίας, ποὺ ἔθεσε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τὸ ὑποκείμενο καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ σύνολο αὐτοῦ ποὺ δὲν εἶναι ὑποκείμενο. Τὸ ὑποκείμενο πάντοτε δημιουργεῖ γύρω του ἕνα κόσμο ἤ, γιὰ νὰ προσπαθήσωμε νὰ μεταφράσωμε τοὺς ὅρους τοῦ Χάϊντεγκερ, κοσμικεύει ἕναν κόσμο, διότι ὁ κόσμος δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ κοσμικεύεται 24* (*24 Ἡ λέξη “ἔνταση” εἶναι κατηγορία τῆς ὑποστασιακῆς σκέψης. Μέσα στὸν ὑποστασιακὸ κόσμο ὅλες οἱ σχέσεις εἶναι “τεταμένες”, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν πρόκειται γιὰ κόσμο ἐννοιολογικὰ κατασκευασμένο, ὅπου οἱ ἔννοιες ἀναπαύονται στὴν αἰωνιότητα τοῦ λόγου των, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ κόσμο ὅπου κυριαρχεῖ τὸ ἀπρόβλεπτο καὶ τὸ μοιραῖο. Μοιραῖο μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἂν συμβῆ τὸ ἀπευκταῖο, εἴμαστε χαμένοι γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα. Διότι στὸ τέλος δὲν μᾶς περιμένει ἡ Ἑγελειανοῦ τύπου “συμφιλίωση” τῶν ἀντιτιθεμένων στοιχείων.). 
 Πρέπει νὰ δημιουργήσωμε ἕναν ὅρο γιὰ νὰ καταδείξωμε πὼς ὁ κόσμος δὲν ὑπάρχει κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ὑπάρχει τὸ σύνηθες πρᾶγμα.
      Ἴσως θὰ ἦταν καλὸ ἐδῶ νὰ δείξωμε πῶς ἡ ἰδία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία δὲν εἶχε καμμιὰ θέση στὴ φιλοσοφία τοῦ Ντεκάρτ, μολονότι μία πραγματεία τοῦ Ντεκὰρτ τιτλοφορεῖται  “Ὁ κόσμος”, παίρνει μιὰ ὁλοένα μεγαλύτερη θέση μέσα σὶς σύγχρονες φιλοσοφίες, κατ' ἀρχὴν στὸν Κὰντ καὶ ὕστερα στὸν Χάϊντεγκερ. Ὁ Ντεκάρτ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν διαλογισμῶν του ἔθεσε ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου. Μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς καὶ ὁ Χοῦσσερλ ἔκαμε τὸ ἴδιο κατὰ τὴν ἀρχὴ τῶν δικῶν του διαλογισμῶν. Ὁ Κὰντ ἔθεσε ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴν ἔννοια τοῦ κόσμου καὶ τὸν εἶδε ὡς ἰδέα πρὸς τὴν ὁποία τείνομε. Γιὰ τὸν Χάϊντεγκερ πάντοτε εἴμαστε ἀνοιχτοὶ στὸν κόσμο.
       Θὰ θυμηθοῦμε μιὰ σύγκριση ποὺ ἔκαμε ὁ Χάϊντεγκερ ἀνάμεσα στὴ φιλοσοφία του καὶ σ' αὐτὴν τοῦ Λάϊμπνιτς. Εἶπε πὼς εἴμαστε τέτοια ὄντα ποὺ δὲν χρειαζόμαστε πόρτες καὶ παράθυρα, ὄχι ὅμως ἐπειδή, ὅπως οἱ μονάδες τοῦ Λάϊμπνιτς, εἴμαστε κλεισμένοι στοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ ἐπειδὴ βρισκόμαστε σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὸν κόσμο, ἐπειδὴ ἔχομε ἄμεση πρόσβαση στὸν κόσμο, ἐπειδὴ εἴμαστε, θὰ λέγαμε, μέσα στὸν δρόμο. Ἔτσι οἱ συνειδήσεις, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσωμε λέξεις ποὺ ἀποφεύγει ὁ Χάϊντεγκερ, δὲν βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸ ἐντός των, διότι δὲν ὑπάρχει ἐντός, βρισκόμαστε ἐξ ἀρχῆς καὶ πάντοτε ἔξω στὸν κόσμο, καὶ ἐπίσης πάντοτε σὲ ἄμεση σχέση μὲ τοὺς ἄλλους. Ἀκριβῶς σ' αὐτὸ ἀναφερθήκαμε ὅταν μιλούσαμε γιὰ τὴν ἐπικοινωνία. Ἀκόμη καὶ μέσα στὴν πιὸ ἐσωτερικὴ ἀτομικότητά μας, ἀκόμη κι' ὅταν νιώθωμε τὴν πιὸ ἔντονη μοναξιά, δὲν εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους· ἀκόμη καὶ ἡ ἴδια ἡ ἰδέα τοῦ νὰ εἶσαι χωρὶς τοὺς ἄλλους, δὲν εἶναι, λέγει ὁ Χάϊντεγκερ, παρὰ ἀκόμη ἕνας τρόπος τοῦ “εἶναι – μὲ – τοὺς – ἄλλους”. Εἴπαμε πῶς ὁ Χάϊντεγκερ δὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὅπως λέγουν ἐνίοτε, καί, γι' αὐτόν, ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς οὐσίας μας τὸ “εἶναι – μὲ – τοὺς – ἄλλους” ὅπως καὶ τὸ “εἶναι – μὲ τὸν κόσμο”.
       Θὰ μπορούσαμε νὰ συγκρίνωμε αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Σὰρτρ γιὰ τὴν ὑπόσταση μι' αὐτὸ ποὺ λέγουν οἱ φιλόσοφοι, ποὺ ἤδη μνημονεύσαμε. Δὲν ὑπάρχει οὐσία τοῦ ἑαυτοῦ μας, λέγει ὁ Σάρτρ. Θὰ ὑπάρξη οὐσία τοῦ ἑαυτοῦ μου ὅταν θὰ πεθάνω. Ἡ οὐσία εἶναι κάτι ποὺ ἐφαρμόζεται σ' αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπάρχει πλέον.
       Θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον, σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο, νὰ ἀντιπαραβάλωμε τὴ σκέψη τοῦ Σὰρτρ μὲ αὐτὴν τοῦ Γκαμπριὲλ Μαρσὲλ καὶ τοῦ Χάϊντεγκερ. Γιὰ τὸν Γκαμπριὲλ Μαρσὲλ δὲν ὑπάρχει οὐσία διανοητικὴ τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἀλλὰ ὑπάρχει μία συγκινησιακὴ (affective) οὐσία, μία παρουσία τοῦ ἑαυτοῦ μου στὸν ἑαυτό μου, ἡ ὁποία εἶναι ἕνα εἶδος καλυμμένης οὐσίας, ὅπως κάθε ἀξία εἶναι μία καλυμμένη οὐσία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, γιὰ τὸν Χάϊντεγκερ, εἶναι ἀνακριβὲς νὰ ποῦμε πῶς δὲν ὑπάρχει οὐσία τοῦ ἑαυτοῦ μου· ὑπάρχει μία οὐσία τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἀλλὰ τούτη εἶναι ἡ ὑπόστασή μου, δηλαδὴ τούτη εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι εἶμαι στὸν κόσμο.
       Τί εἶναι ἡ ὑπόσταση γιὰ τὸν Σάρτρ; Πάνω ἀπ' ὅλα εἶναι τὸ νὰ εἶμαι μέσα στὰ ἐνεργημάτα μου καὶ διὰ τῶν ἐνεργημάτων μου. Παίρνει τὴν διατύπωση τοῦ Lequier: Νὰ φτιάνης καὶ φτιάνοντας νὰ φτιάνεσαι. Δὲν εἶναι κανεὶς παρὰ αὐτὸ ποὺ κάνει. Δὲν εἶσαι τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ ζωή σου, λέγει ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα ἑνὸς δράματος τοῦ Σάρτρ. Ὁ ἄνθρωπος ὁρίζεται ἀπὸ τὶς πράξεις του. Δὲν ὑπάρχει πλέον παραγνωρισμένη μεγαλοφυΐα. Εἴπαμε ἤδη πὼς σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ σκέψη τοῦ Σὰρτρ πλησιάζει πρὸς τὴ σκέψη τοῦ Ἑγέλου καὶ τοῦ Κίρκεγκωρ. Ποτὲ δὲν μποροῦμε νὰ καθορίσωμε τὴν ἀξία τῶν παθημάτων μας, παρὰ μὲ τὶς πράξεις ποὺ τὰ ὁρίζουν. Τὰ αἰσθήματά μας κατασκευάζονται ἀπὸ τὶς πράξεις μας. Ὅπως ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει μεγαλοφυΐα ἄλλη ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὰ ἔργα της, καθ' ὅμοιο τρόπο δὲν ὑπάρχει δυνατότητα ἀγάπης ἄλλη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἐκδηλώνεται. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τέτοιος, ὅπως προβάλλεται (se projette), ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι παρὰ αὐτὸς ποὺ θὰ εἶναι καὶ θὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ γίνη. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ' ἀρχὴ μιὰ προβολὴ [un projet, ἕνα σχέδιο γιὰ νὰ γίνη] ποὺ ζῆ ὑποκειμενικά, ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ θὰ σχεδιάση νὰ εἶναι.
       Ἂν σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ὑπάρχουν διαφορὲς ἀνάμεσα στὸν Σὰρτρ καὶ στὸν Κίρκεγκωρ, θὰ συμφωνήσουν ὡστόσο στὴν ἰδέα ὅτι οὐσιωδῶς εἴμαστε ἐκλογή, μὲ τὴν ὁποία, κατὰ τὸν Σάρτρ, δὲν δεσμεύομε μόνο τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους.

 

-------------------------------------------------------------------------------

Dasein. Schelling unterscheidet scharf die „Existenz“ (d.h. dessen, was Kierkegaard „Dasein“ nennt) vom „Wesen“ . Das Wesen ist das dem Begriff Erschlossene, die Existenz (das Dasein) hingegen ist ein Blindseiendes, dem Begriff und Beweis Unzugängliches, vom Denken immer nur Vorauszusetzendes. Er nennt das Blindseiende das „Prius“.                                                                                                                                                                 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Existieren

(von Sören Kierkegaard)

Existieren ist ohne Leidenschaft unmöglich, insofern man darunter nicht ein Dahinleben versteht. Deswegen war auch jeder griechische Denker in seinem Wesen ein leidenschaftlicher Denker.

Des öfteren habe ich darüber nachgedacht, wie man einen Menschen in Leidenschaft versetzen könne. So habe ich mir gedacht, wenn ich ihn auf ein Pferd zu sitzen bekäme, das Tier dann scheu machte und in wildestem Galopp dahinjagen liesse. Oder noch besser, um die Leidenschaft recht zum Vorschein kommen zu lassen, wenn ich einen Mann bekommen könnte, der so rasch wie möglich an einen Ort gelangen wollte, also schon von vorneherein etwas in Leidenschaft wäre und sich dann auf ein Pferd setzen würde, das kaum gehen könnte.

So verhält es sich mit dem Existieren, wenn man sich dessen bewusst sein soll.

Oder wenn man einem Fuhrmann, der anders nicht in Leidenschaft zu bringen ist, einen Pegasus und zugleich eine Schindmähre vor den Wagen spannte und ihm dann sagte: "Fahre nun los", dann, meine ich, sollte es doch glücken.

So verhält es sich mit dem Existieren, wenn man sich dessen bewusst werden soll.

Die Ewigkeit ist unendlich geschwind gleich jenem beschwingten Renner, aber die Zeitlichkeit ist ein alter Klepper, und der Existierende ist der Fuhrmann, insofern Existieren nicht das ist, was man sonst auch ein Dahinleben nennt. Der Dahinlebende ist kein Fuhrmann, sondern ein betrunkener Bauer, der im Wagen liegt und schläft und die Pferde sich selbst überlässt. Gewiss, auch so einer fährt, auch er ist ein Kutscher, und so gibt es vielleicht manchen, der ... auch existiert!

---------------------------------------------------------------------------------------------------------

Existentialism
"He realized now that to be afraid of this death he was staring at with animal terror meant to be afraid of life. Fear of dying justified a limitless attachment to what is alive in man. And all those who had not made the gestures necessary to live their lives, all those who feared and exalted impotence — they were afraid of death because of the sanction it gave to a life in which they had not been involved. They had not lived enough, never having lived at all."

Albert Camus

----------------------------------

Existenz, Existenzphilosophie

 

--------------------------------------------------------------------------------------


Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το