KierkegardHeader

 

Ἀνάμνησις – Ἐπανάληψις – Στιγμή


(Ἡ βίωσις τοῦ παράδοξου ἐν τῇ ὑπάρξει)

Ἡ χριστιανοσύνη χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ κατήργησε τὸν Χριστιανισμόν. Ὀφείλει τις νὰ πράξῃ τι ἀξιόλογον; Τότε ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Χριστιανισμὸν εἰς τὴν χριστιανοσύνην (Ἐξάσκησις εἰς τὸν Χριστιανισμόν, σελ. 31)

(Τὸ παρακάτω κείμενο τοῦ ἀείμνηστου καθηγητὴ Ν. Νησιώτη εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς “Στιγμῆς”. Προσωπικά, δὲν ἔχω συναντήσει σὲ ἄλλες συγγραφικὲς προσεγγίσεις τοῦ Κ. κατατοπιστικότερη ἀνάλυση τοῦ θέματος. Ἀπαιτεῖται ὅμως μεγάλη συγκέντρωση τοῦ ἀναγνώστη καὶ ἐπανειλημμένη ἀνάγνωση. Ἀξίζει ὅμως πολλαπλὰ τὸν κόπο· ἀνοίγει ἑρμηνευτικοὺς ὁρίζοντες.) 

Δανιστὶ ἡ λέξις Ἐπανάληψις δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς γερμανικῆς λέξεως “Wiederholung”, ἀλλὰ τῆς “Wiederaufnahme” δηλαδὴ τῆς ἐπαναρχίσεως καὶ συνεχίσεως ἑνὸς ἀρξαμένου ἔργου.                                 

 


    “Πῶς ὅμως ἡ ὕπαρξις βιοῖ ὡς πραγματικότητα τὸ σκάνδαλον τῆς ἐνσαρκώσεως τῆς Ἀληθείας; Πρὸς κατανόησιν τοῦ βασικοῦ τούτου προβλήματος πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν δι' ὀλίγων μὲ τὰς ἐννοίας τῆς Ἀναμνήσεως, Ἐπαναλήψεως καὶ Στιγμῆς. Καίτοι αἱ τρεῖς αὗται κατηγορίαι δὲν συνδέονται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως μετὰ τοῦ παραδόξου τῆς ἐν χρόνῳ ἐμφανίσεως τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις εἶναι φανερόν, ὅτι διὰ τῶν τριῶν τούτων ἐννοιῶν προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τίνι τρόπῳ ἡ ὕπαρξις, ἡ ὁποία εἶναι σύνθετος ἐκ τοῦ χρονικοῦ καὶ τοῦ αἰωνίου, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν φθορὰν τοῦ χρόνου καὶ νὰ ἑνοῦται μετὰ τῆς ἱστορικῆς στιγμῆς ὡς παρούσης καὶ ὑπ' αὐτῆς βιουμένης πραγματικότητος* (* Ὁ Hermann Diem παρατηρεῖ: “Ἐπανάληψις λαμβάνει χώραν κατὰ τὴν Στιγμὴν τῆς πίστεως ἐν τῇ ταυτοχρόνῳ βιώσει αὐτῆς μετὰ τῆς Ἀποκαλύψεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ πληροῦται διὰ τὸν χριστιανὸν ἡ κίνησης τοῦ ἱστορικῶς γίγνεσθαι” (“Die Existenz-dialektik von Sören Kierkegaard” Zürich 1950, s. 71). Ἐπίσης ὁ Walter Ruttenbech: “Διὰ τὴν ἀποκάλυψιν ἀξιοποιεῖται μία ἔκφρασις ὡς ἀξίωμα: ἡ Στιγμή”. (Sören Kierkegaard, der christliche Denker und sein Werk“. Berlin 1929, s. 184).). Νομίζομεν, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς παραδόξου Ἀπολογητικῆς – διὰ τοῦτο παραθέτομεν ταύτην μετὰ τὰ ὀλίγα περὶ τῶν ἀρχῶν τῆς “ἀπολογητικῆς” τοῦ Κ. Ἀναφερθέντα – διὰ τῆς ὁποίας ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν τελικὴν κατάφασιν τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καὶ εἰς τὴν ἐμφάνισιν τῆς δυνάμεως καὶ τῆς πραγματικότητος τῆς ἐνεργοῦ πίστεως.
    Ἡ Ἀνάμνησις εἶναι ἡ προσωπικὴ ἑκάστου δύναμις, ἥτις καθιστᾷ δυνατὴν τὴν γνῶσιν. Οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον πολὺ ὀρθῶς – παρατηρεῖ ὁ Κ. - ὅτι πᾶσα γνῶσις εἶναι ἡ ἀνάμνησις ἑαυτοῦ, διότι πηγὴ γνώσεως εἶναι τὸ ἀμετάβλητον προσωπικὸν Ἐγώ, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει τὴν ἀλήθειαν καὶ συνδέει διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναμνήσεως, ἤτοι διὰ τῆς ἐπανόδου καθ' ἑαυτό, πάσας τὰς παραδεδομένας ἢ προσλαμβανομένας γνώσεις. Ὁ Κ. εἰσάγει ὅμως νέαν ἔννοιαν ὑπὲρ τὴν Ἀνάμνησιν· αὐτὴν τῆς Ἐπαναλήψεως. Ἡ Ἀνάμνησις βεβαίως ἐνέχει τὴν ἔννοιαν τῆς Ἐπαναλήψεως, ἀλλ' ἐνταῦθα πρόκειται περὶ νέας πληρεστέρας ἀντιλήψεως τῆς Ἀναμνήσεως ἐπεκτεινομένης ὡς ἐπαναλήψεως καὶ πρὸς τὸ μέλλον. “Ἐπανάληψις καὶ ἀνάμνησις εἶναι ἡ αὐτὴ κίνησις, ἀλλὰ κατ' ἀντίθετον φοράν, διότι ἐν τῇ Ἀναμνήσει ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου τις ἐνθυμεῖται, ὑπῆρξεν, ἔλαβεν ἤδη χώραν καὶ ἐπαναλαμβάνεται πρὸς τὰ ὀπίσω (rückläufig), ἐνῷ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν ἐνθυμεῖταί τις πρὸς τὰ ἐμπρὸς (nach vorwärts)”(III, 119). Ἡ Ἀνάμνησις εἶναι ἀληθὴς ἐφ' ὅσον δὲν παραμένει ὡς δύναμις ἐπαναφορᾶς ἱστορικοῦ γεγονότος ἐν τῇ μνήμῃ, ἀλλ' ἐπανέρχεται ὡς δυναμικὸν ἐν αὐτῇ γίγνεσθαι ἔξω τῶν περιορισμῶν τοῦ Χρόνου. Ἀνάμνησις ἄνευ Ἐπαναλήψεως εἶναι ἁπλῆ Ἐλπίς, ἡ ὁποία ρίπτει εἰς τὴν ἀμφιβολίαν καὶ εἰς τὴν περιπέτειαν τῆς πιθανότητος. Ἀνάμνησις καὶ Ἐλπὶς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ ἀνάμνησις εἶναι κίνησις ἐκ τοῦ παρελθόντος πρὸς τὸ παρὸν καὶ ἡ ἐλπὶς ἐκ τοῦ παρόντος πρὸς τὸ μέλλον. Ἀμφότεραι ὅμως διατηροῦν τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὡς θεατὴν καὶ παθητικὸν στοιχεῖον τῆς ἱστορικότητος, ἥτις οὕτω παρουσιάζεται ὡς ἀδιάφορον παρελθὸν καὶ ἀβέβαιον μέλλον.
     Δὲν πρέπει οὐδ' ἐπὶ στιγμὴν νὰ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ τὸν Κ. ἡ φαντασία τοῦ λογικοῦ εἶναι ἐπικίνδυνος ἱκανότης τοῦ ἀνθρώπου, ἀπομακρύνουσα τὴν σκέψιν ἀπὸ τὰ κύρια διαφέροντα τῆς ὑπάρξεως καὶ τὴν τραγικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν. Ἡ Ἐλπὶς καὶ ἡ Ἀνάμνησις δύνανται καθ' ὅμοιον τρόπον νὰ στραφοῦν κατὰ τῆς σοβαρότητος τῆς ὑπάρξεως καὶ τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου, δημιουργοῦσαι αὐταπάτας. Ἡ Ἐπανάληψις διασώζει ἐκ τοῦ κινδύνου τούτου, διότι εἶναι ἐνεργητικὴ καὶ ἡ ἐξ ὑποκειμένου ἀναζωογόνησις τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος. Ὅ,τι ἐπαναλαμβάνεται, ἤδη ὑπῆρξεν, ἄλλως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ· ἀλλ' ἀκριβῶς τοῦτο, τὸ ὁποῖον προϋπῆρξε, δι' ἐπαναλήψεως ἐμφανίζεται ὣς τι νέον ἐκ τοῦ παλαιοῦ. Τοῦτο εἶναι νέα δύναμις εἰσερχομένη διὰ τοῦ ὑποκειμένου εἰς τὴν ἱστορίαν, ἵνα τὸ ἐν αὐτῇ τετελεσμένον μὴ ἐπανεμφανισθῇ πλέον ὡς ἀντικειμενικὴ κατάστασις, ἀλλ' ὡς βίωμα τῆς ὑπάρξεως, ἡ ὁποία, κινουμένη ἐντὸς τοπικῶν περιορισμῶν, ὑπερβαίνει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ταῦτα. Ἐν τῇ βιώσει τῆς φθορᾶς τῆς Στιγμῆς ἡ ὕπαρξις ὑπερβαίνει ταύτην διὰ νὰ ἑνώσῃ ἐν ἑαυτῇ τὰς τρεῖς διαστάσεις τοῦ χρόνου * (*”Εἰς τὴν Ἐλπίδα ἀνήκει ἡ νεότης, εἰς τὴν Ἀνάμνησιν τὸ γῆρας, ἀλλ' εἰς τὴν Ἐπανάληψιν ἀνδρισμὸς καὶ θάρρος. Ὅποιος θέλει νὰ ἐλπίζῃ μόνον, αὐτὸς εἶναι δειλός, ὅποιος θέλει νὰ ἐνθυμῆται μόνον, αὐτὸς εἶναι φιλήδονος· ἀλλ' ὅποιος θέλει τὴν Ἐπανάληψιν, αὐτὸς εἶναι ἄνδρας· καὶ ὅσον βαθύτερα ἔχει καταλάβει αὐτήν, τόσον περισσότερον ἄνδρας γίνεται. Ὅποιος ἀντιθέτως δὲν ἔχει καταλάβει, ὅτι ὁ ὠμορφιὰ τῆς ζωῆς εὑρίσκεται μέσα εἰς τὴν Ἐπανάληψιν, αὐτὸς ἔχει καταδικάσει τὸν ἑαυτόν του... Ἐλπὶς εἶναι δελεαστικὸν φροῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν χορταίνει... ἀλλ' Ἐπανάληψις εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, ὁ ὁποῖος μὲ εὐλογίαν χορταίνει” ΙΙΙ, 119-20). Εἶναι φανερὸν, ὅτι ἐν κατακλεῖδι ἡ “Ἐπανάληψις” ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας”).
    Ἡ Στιγμή, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν αἰσθητικὴν σφαῖραν τῆς ὑπάρξεως, εἶναι τὸ ἀποφασιστικὸν στοιχεῖον μεταξὺ Χρόνου καὶ Αἰωνιότητος· διότι ἐν αὐτῇ τὸ ἀληθὲς ὑποκείμενον αἰσθάνεται τὴν πρόσκλησιν πρὸς ὑπέρβασιν αὐτῆς τῆς ἰδίας, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ ἀπεργάζεται τὴν ἑνότητα τοῦ χρόνου ὡς τὴν βιουμένην ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ “τώρα” καὶ τοῦ “ἐδῶ” πραγματικότητα. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ τὸν Κ. ἡ ἱστορικὴ στιγμὴ ἄρχεται διὰ τῆς διαπραχθείσης ἐν χρόνῳ παρανομίας. Τὸ “τώρα” τῆς ἁμαρτίας διχάζει αἰωνιότητα καὶ χρόνον· διότι ἡ ἁμαρτία σημαίνει πτῶσιν ἀπὸ τῆς αἰωνιότητος εἰς τὴν χρονικότητα, ἄρα ἡ βίωσις τοῦ “τώρα” ὡς διχασμοῦ κινεῖ πρὸς ὑπέρβασιν αὐτοῦ ἐν τῇ ἑνότητι μετὰ τοῦ αἰωνίου. Ἡ Στιγμὴ εἶναι κακὸν-εὐεργέτημα διὰ τὴν ὕπαρξιν· διότι καθ' ἑαυτὴν εἶναι ἁμαρτωλότης* (* ...”διὰ τοῦτο ἁμαρτάνει, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζῇ μόνον τὴν Στιγμήν” (V, 87) ) ἀλλὰ μεταβάλλεται ἐκ τῆς μαρτυρίας της εἰς μεγεθυντικὸν τοῦ Αἰωνίου φακόν· εἶναι περιορισμὸς τοῦ ὑποκειμένου ἐν τῷ χρόνῳ, ἀλλ' ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ χρονικόν. Ἡ Στιγμὴ εἶναι ἡ πρὸς ἐλευθερίαν αἰχμαλωσία, διότι “ἐν αὐτῇ ἐτοποθετήθη τὸ Αἰώνιον, τὸ ὁποῖον εἶναι συγχρόνως τὸ Μελλοντικόν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐπανέρχεται ὡς Παρελθόν” (V, 87). Οὕτως ἡ Στιγμὴ δὲν εἶναι μόνον τὸ δευτερόλεπτον, ἀλλὰ καὶ ὁ φθόγγος τῆς ἀθανασίας, “εἶναι τὸ ΄ἐξαιφνὲς΄ τοῦ Πλάτωνος, τὸ ὁποῖον ὑποδηλοῖ σχέσιν πρὸς τὸ Ἀόρατον καὶ ἡ κινητικὴ τῶν πάντων δύναμις, τὸ momentum (ἐκ τοῦ movere) τῶν Λατίνων” (V, 84-5).
    Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ὁ Κ. κατέχεται καθ' ὅλην αὐτοῦ τὴν συγγραφικὴν δρᾶσιν ὑπὸ δύο ἐντόνων παραστάσεων – καλύτερον ὑποκειμενικῶν βιωμάτων – ἤτοι τῆς πτώσεως τοῦ πρώτου ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτηρίας διὰ τοῦ Σταυροῦ. Τὸ πρῶτον διασπᾷ τὴν αἰωνιότητα καὶ ρίπτει τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν ταραχὴν τῆς στιγμῆς· ἔλαβε χώραν ἐν μιᾷ στιγμῇ αἰωνιότητος καὶ ἔκτοτε λαμβάνει χώραν ἐν ὡρισμένῃ στιγμῇ χρονικότητος. Τὸ δεύτερον πληροῖ τὸν χρόνον – ἰδοὺ ἡ κεντρικὴ ἔννοια τοῦ χριστιανισμοῦ – ἐν μιᾷ στιγμῇ χρονικῇ, ἡ ὁποία ὡς ἑνοῦσα παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον προβάλλεται διὰ τῆς πίστεως εἰς δυνατότητα βιώσεως τῆς αἰωνίου στιγμῆς ἐν χρόνῳ* (* Οὕτω μόνον δύναται νὰ νοηθῇ ἡ φράσις του: “Ἡ ἔννοια, περὶ τὴν ὁποίαν περιστρέφονται τὰ πάντα ἐν τῷ χριστιανισμῷ, εἶναι ἡ Πλήρωσις τοῦ Χρόνου. Αὕτη εἶναι ἡ Στιγμὴ ὡς τὸ αἰώνιον καὶ ἐν τούτοις συγχρόνως τὸ Μελλοντικὸν καὶ τὸ Συντετελεσμένον”. (V, 87)). Ἐν Στιγμῇ ἐκρίθησαν καὶ κρίνονται τὰ πάντα,   ἐν Στιγμῇ αἰωνιότητος ἔπεσεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐν Στιγμῇ χρονικότητος ἀνυψώθη, ἐν Στιγμῇ βιοῦται διὰ τῆς ἀποφάσεως ἡ πίστις ἢ ἐξαφανίζεται, διότι ἐν Στιγμῇ ἐχάθη καὶ ἐσώθη ὁ κόσμος. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς Στιγμῆς ὁ Κ. εὗρε τὸν μικρὸν χῶρον διὰ νὰ τοποθετήσῃ τὸ ἄπειρον περιεχόμενον τῶν σχέσεων αἰωνίου καὶ πεπερασμένου, διότι ἐν αὐτῇ ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν τὸ αἰώνιον καὶ τὸ χρονικόν. Ἡ Στιγμὴ εἶναι πρόσκλησις τῆς ὑπάρξεως, ὅπως αὕτη βιώσῃ ἐν μιᾷ Στιγμῇ τὸ ἀτελεύτητον ἄχρονον περιεχόμενόν της. Ὁ ρεαλισμὸς γνωρίζει τὴν ἀνωτέραν ἐπιβεβαίωσίν του διὰ τῆς ὑπερβάσεως αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὑπὸ τοῦ ἀληθοῦς ὑποκείμενου καὶ ἡ κίνησις τοῦ πνεύματος ἀναγκάζεται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προσγειοῦται εἰς τὴν πραγματικότητα διὰ νὰ λαμβάνῃ ἐν αὐτῇ τὴν ὀρθὴν ἀφετηρίαν, ἐνῷ σύμπασα ἡ ἱστορικὴ πραγματικότης καταφάσκεται ὡς “στιγμιαῖος” ἀντίλαλος, ἀλλὰ καὶ χῶρος τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀρθὴ βίωσις τῆς Στιγμῆς εἶναι πρωταρχική, ἡ διαρκὴς καὶ ἡ τελικὴ δύναμις τῆς αὐτοδημιουργίας τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου καὶ τῆς διαλεκτικῆς ὑπάρξεως τοῦ πιστοῦ μεταξὺ τῶν δύο κόσμων* (*Διὰ τοῦτο καὶ τὸ τελευταῖον ἔργον αὐτοῦ ὠνόμασεν ὁ Kierkegaard “Στιγμὴν” (“Augenblick”), τοῦτο ἀποτελεῖται ἀπὸ φυλλάδια, τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο περιοδικῶς).
    Οὕτω διὰ τῆς Στιγμῆς ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἡ ἀξιολόγησις τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου, ἤτοι εἰς τὴν αἰσθητικὴν σφαῖραν. Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι αἱ τρεῖς σφαῖραι τῆς Ὑπάρξεως, ὡς ἐγνωρίσαμεν ταύτας εἰς τὸ Πρῶτον Μέρος τῆς Ἐργασίας, δὲν πρέπει νὰ ἐννοηθοῦν ἐν χρονικῇ ἀλληλεξαρτήσει, ἀλλ' ἐν εἰδολογικῇ τοιαύτῃ. Ὁ “σκεπτόμενος Ὑπάρχων” βιοῖ ταυτοχρόνως ταύτας ὡς ἀναποφεύκτους πραγματικότητας, ὑπαγορευομένας ὑπὸ τῆς ὑπάρξεώς του. Ὑπάρχει κατωτέρα καὶ ἀνωτέρα σφαῖρ, ἀλλ' οὐχὶ προγενεστέρα καὶ μεταγενεστέρα· οὐδεμία καθίσταται ἄχρηστος διὰ τῆς βιώσεως τῆς ἀνωτέρας, ἀλλ' ἀντιθέτως ἡ ἀνωτέρα βιοῦται ἐκ τῆς κατωτέρας, ἵνα ἐν συνεχείᾳ ἡ κατωτέρα ἐννοηθῇ ἐν τῇ ἀνωτέραᾳ αὐτῆς ἐννοίᾳ τῇ ἐπιδράσει τῆς ἀμέσως ἀνωτέρας. Αἰσθητική, Ἠθικὴ καὶ Θρησκευτικὴ σφαῖρα εἶναι ὁμόκεντροι κύκλοι μὲ κέντρον τὴν ὕπαρξιν, οὕτως ὥστε ἡ ἀνωτέρα – ἡ Θρησκευτικὴ – ἐμπερικλείει τὰς δύο κατωτέρας, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν εἶναι προσιτὴ εἰμὴ μόνον μέσῳ αὐτῶν. Ἡ ἀκτίς, ἡ ὁποία ἐγγίζει τὴν ἐξωτερικὴν περιφέρειαν τοῦ θρησκευτικοῦ, εἶναι προέκτασις τῆς αὐτῆς ἀκτῖνος, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ κέντρου ὁδεύει καὶ πρὸς τὰς δύο προηγουμένας καὶ ἐμπεριεχομένας περιφερείας. Ἡ παρομοίωσις ὅμως αὕτη δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσι, ὅτι ἡ θρησκευτικὴ σφαῖρα εἶναι τὸ τελικὸν ἐμπερικλεῖον τὴν ὕπαρξιν ὅριον, ἀλλ' ἀντιθέτως μέσῳ αὐτῆς ἡ ἀκτὶς προεκτείνεται εἰς τὸ παράδοξον ἀχανές, εἰς τὸ ἄπειρον, πάντοτε ὅμως ἐκκινοῦσα ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τέμνουσα τὰς τρεῖς περιφερείας.
    Ἡ παρατήρησις αὕτη ἔχει σπουδαιοτάτην σημασίαν διὰ τὴν δυναμικὴν βίωσν τῆς διαλεκτικῆς πίστεως, διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἀληθὲς ὑποκείμενον δὲν ἀρνεῖται οὐδ' ἐπὶ στιγμὴν τὴν πραγματικότητα, τὴν αἰσθητικὴν ἀξίαν τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῶν ἠθικῶν νόμων. Ἡ βαθυτέρα μελέτη τῶν τριῶν τούτων σφαιρῶν καταδεικνύει τὴν ὑπὸ τοῦ Κ. πρὸς στιγμὴν περιφρόνησιν αὐτῶν χάριν τοῦ παραδόξου τῆς μεταφυσικῆς σχέσεως τῆς ὑπάρξεως, ἥτις ὑπαγορεύεται ἐκ τῆς ἐν αὐτῇ συνθέσεως αἰωνίου καὶ χρονικοῦ, ἵνα κατόπιν αὕτη ἀναλάβῃ τὰς κατωτέρας ταύτας σφαίρας ὡς σχετικὰς πλέον πραμγατικότητας, ἐξηγνισμένας ἀπὸ τὴν δίψαν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπολυτοποιῇ τὰ σχετικὰ διὰ νὰ ἀποφύγῃ ἐν τῇ ἡδοικῇ αὐτοῦ αὐταπάτῃ τὴν ἐν ἀγωνίᾳ σχέσιν μετὰ τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ἡ Ἐπανάληψις εἶναι ἡ δυναμικωτέρα ἔκφρασις τοῦ αὐθεντικῶς ὑπάρχειν ἐντὸς τοῦ χρόνου, ἀλλὰ καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνει ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκ νέου ἀναλήψεως τῶν πάντων, ὁλόκληρον τὸν κύκλον τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἵνα προσδώσῃ εἰς αὐτὴν ἀνώτερον περιεχόμενον. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὰ πάντα καὶ ἔσωσε τὸν ἄνθρωπον. Ἡ ἀνάληψις τῆς δημιουργίας ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου συντελεῖται διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς σωτηρίας τοῦ Σταυροῦ ἐν τῷ πάθει τῆς λυτρουμένης ὑπάρξεως. Οὕτω τὸ ὕψιστον καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ἐν συνεχείᾳ ἐπανάληψις τοῦ συντελεσθέντος ἔργου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εἰλικρινὴς ἄνευ συμβιβασμοῦ βίωσις αὐτοῦ διὰ τῆς ἐνεργοῦ πίστεως* (*Ὁ Heinrich Barth μᾶς πληροφορεῖ ὅτι δανιστὶ ἡ λέξις Ἐπανάληψις δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς γερμανικῆς λέξεως “Wiederholung”, ἀλλὰ τῆς “Wiederaufnahme” δηλαδὴ τῆς ἐπαναρχίσεως καὶ συνεχίσεως ἑνὸς ἀρξαμένου ἔργου („Kierkegaard der Denker“ in „Zwischen der Zeiten“ 1926, s. 210)). Τὸ παθος τῆς ὑπάρξεως εἶναι ἡ μόνη ἀπάντησις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν διὰ τοῦ μαρτυρίου σωτηρίαν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ.
    Ἐπανάληψις, κατὰ ταῦτα, εἶναι ἡ ἀφανὴς δύναμις τοῦ χριστιανοῦ πιστοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν οὐδεμίαν στιγμὴν ἀναπαύσεως. Ὁ κόσμος εἶναι παρών, δὲν μηδενίζεται, χρησιμεύει μάλιστα ὡς ὄργανον, ἀλλ' εἶναι κόσμος μεταβαλλόμενος διὰ τῆς ἐν τῇ ὑπάρξει βιώσεως τῆς ἐκ τοῦ χρονικοῦ καὶ αἰωνίου ἀντιθέσεως, ὡς αὕτη καταδεικνύεται εἰς τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐπανάληψις δὲν εἶναι καταστρεπτικὴ τοῦ κόσμου δύναμις, δὲν ἐμπνέει τὴν φυγὴν ἀπὸ τὴν ζωήν, ἀλλ' εἶναι ἀναδημιουργὸς αὐτοῦ ἱκανότης, προτρέπουσα τὸν πιστὸν εἰς τὴν συνεχῆ διὰ τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀντιθέσεως μαρτυρικὴν προσπάθειαν πρὸς βίωσιν καὶ ἐπίγνωσιν ὡς παρόντος καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπαναλαμβανομένου εἰς τὰ μύχια τῆς ὑπάρξεως ἱστορικοῦ γεγονότος τῆς ἐν Χριστῷ λυτρώσεως. Ἡ Ἀνάμνησις εἶναι ἡ δύναμις τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ συμβιοῖ μετὰ τῆς θεωρητικῆς καὶ φιλοσοφικῆς θρησκευτικότητος, ἀναπολοῦσα καὶ κρίνουσα τὰ μεγαλεῖα καὶ τὴν πανσοφίαν τοῦ Θεοῦ Ὡς τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ ἢ τοῦ ὑπερτάτου ἐν νῷ συλλαμβανομένου Ὄντος· ἀλλ' ἡ Ἐπανάληψις εἶναι ἡ δύναμις τῆς ὑπάρξεως καὶ συμβιοῖ μετὰ τῆς διαλεκτικῆς πίστεως, ἀναμιμνησκομέναη, ἀλλ' ἀντιτιθεμένη συγχρόνως εἰς ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς λογικῆς ἀναμνήσεως θέλει νὰ λησμονῇ πρὸς ἐπιτυχίαν ἀτόπου καὶ παραπλανητικῆς ἀπὸ τῆς πραγματικῆς οὐσίας τῆς ζωῆς γαλήνης. Ὅστις μόνον ἀναμιμνήσκεται, ἀπονεκροῦται εἰς τὴν ἰδίαν ψευδαίσθησιν· ὅστις ὅμως ἐπαναλαμβάνει, ἐγείρεται εἰς νέαν ζωὴν καὶ κατανοεῖ τὴν οὐσίαν τῆς ζωῆς ὡς πάλης καὶ συνεχοῦς ἀντιθέσεως.
    Ἐκ τῶν ἀνωτέῳ ἐκτεθεισῶν ἀρχῶν τῆς σκέψεως τοῦ κ. συνάγεται ὡς γενικὸν καὶ τελικὸν συμπέρασμα, ὅτι ἡ πίστις δὲν εἶναι εὔκολος ὁμολογία, ἀλλ' ἀγὼν ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου· δὲν εἶναι γενικὴ συνολικὴ κατάστασις, ἀλλ' ὑπόθεσις τοῦ ἀτόμου, τοῦ ἀληθοῦς ὑποκειμένου, τοῦ ἑνός, ὁ ὁποῖος κρύπτει αὐτὴν ὡς τὴν τραγικὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κόσμον, πρὸς τὴν μᾶζαν, πρὸς τὸ γενικόν. Πίστις δὲν εἶναι πανηγυρικὴ ἐξωτερίκευσις διὰ κοσμικῶν σχημάτων μεγαλείου νίκης, ἀλλὰ συγκέντρωσις τοῦ πιστοῦ καθ' ἑαυτόν, δυναμικὴ βίωσις καὶ ἐπανάληψις τῆς νίκης ἐν θυσίᾳ, ἐν τῷ πάθει κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ Σταυροῦ* (*“Τὸ γίγνεσθαι εἰς χριστιανὸν σημαίνει δοκιμασίαν, τὸ δὲ εἶναι χριστιανὸν σημαίνει ἀπάρνησιν ἑαυτοῦ”(ΙΧ, 201).). Τοιαῦται ἀρχαὶ ὁδηγοῦν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς παραδεδεγμένους τύπους πιστῶν χριστιανῶν καὶ τὴν αὐστηρὰν τυπικὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Κ. ἡ ὠργανωμένη ἐπίσημος Ἐκκλησία ἐγνώρισε τὸν δριμύτερον κριτικὸν τῆς κατὰ κόσμον ἐν ἀνέσει καὶ νομικῇ ὑποστάσει ζωῆς αὐτῆς καὶ αἱ μᾶζαι τῶν πιστῶν, αἱ ὁποῖαι χείλεσι μόνον ὁμολογοῦν τὸν Χριστόν, τὸν δριμύτερον ἐλεγκτὴν αὐτῶν* (*Τὰ τρία τελευταῖα συγγράμματα τοῦ Kierkegaard „Der Gesichtspunkt für meine schriftstellerische Wirksamkeit“ (1851), „Zur Selbstprüfung der Gegenwart anbefohlen“ 81851), „Der Augenblick“ (1855), ἔχουν ὡς κύριον σκοπὸν αὐτῶν τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κατ' ὄνομα μόνον χριστιανοῦ πιστοῦ.).
    Ἡ πίστις δὲν βιοῦται πλέον, διότι παρουσιάζεται ὑπὸ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς θεολογίας ὡς λογική, ὡς συστηματικὴ ἐπιστήμη καὶ οὕτως ἔγινεν εὔκολος νομικὴ ὑπόθεσις διὰ πάντα γεννώμενον ἐντὸς τῶν οὕτω καλουμένων “χριστιανικῶν κρατῶν”. Γεννώμεθα πάντες χριστιανοὶ καὶ εἴμεθα πάντες χριστιανοί. Εἴμεθα de facto χριστιανοὶ ἐκ καταγωγῆς καὶ τοῦτο σημαίνει ἄρνησιν τῆς πίστεως, διότι πίστις δὲν κληρονομεῖται, δὲν μεταβιβάζεται, ἀλλὰ γίγνεται, βιοῦται ὡς ἐξαίρεσις ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν κατ' ἀντιθετικὸν πρὸς τὸ περιβάλλον τρόπον. Ἡ χριστιανοσύνη, ἡ ἀντίληψις δηλαδὴ ὅτι εἴμεθα ὅλοι πιστοί, κατέστρεψε τὸν χριστιανισμόν.” " Ἡ χριστιανοσύνη χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ κατήργησε τὸν Χριστιανισμόν. Ὀφείλει τις νὰ πράξῃ τι ἀξιόλογον; Τότε ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Χριστιανισμὸν εἰς τὴν χριστιανοσύνην."  (Ἐξάσκησις εἰς τὸν Χριστιανισμόν, σελ. 31) (Νικ. Α. Νησιώτη, Ὑπαρξισμὸς καὶ Χριστιανικὴ Πίστις, σσ. 195-200.)

.......................................................................................

Ἡ “Στιγμὴ” σημαίνει στὸν Κίερκεγκωρ, τὸ “κλίκ”, ποὺ γίνεται μέσα μας ἤ καὶ ἐγὼ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ μπορεῖ αὐτὸ νὰ ἀκούγεται καὶ σὲ ποιὰ ἔνταση, τὴν Στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἀνοίγει, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἡ Πύλη τῆς Αἰωνιότητας. Τὴν Στιγμὴ αὐτὴ τὴν παριστάνει ἄριστα ὁ Michelangelo στὸν πίνακά του “ἡ δημιουργία τοῦ Ἀδάμ”. Πρόκειται βέβαια γιὰ ἕνα ἄλλο θέμα, προσωπικὰ ὅμως μὲ παρέπεμπε ὁ πίνακας αὐτὸς καὶ στὸ κάλεσμα-πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν κοπιῶντα καὶ πεφορτισμένο (Ματθ. 11,28) καὶ τὴν ἀνταπόκριση τοῦ τελευταίου (ἡ ἔναρξη τῆς "Πίστης";). 

 

α. «Η ΣΤΙΓΜΗ», «ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΧΘΕΙ»

Μερικὰ λόγια γιὰ τὸν ὅρο "Ἡ Στιγμή"

Κατ' ἀρχάς λεκτέον ὅτι τὸ δανέζικο "Øjeblikket" στὴν πρώτη μετάφρασή του στὰ γερμανικά μεταφράστηκε ὡς "Το Παρόν". Μιὰ ἄλλη μετάφραση, στὰ ἑλληνικά, τοῦ "Øjeblik" εἶναι "Ριπὴ ὀφθαλμοῦ", ποὺ βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὴν κυριολεξία τῆς δανέζικης λέξης. Πέραν ὅμως τῆς κατὰ λέξιν μετάφρασής της, ἡ Στιγμὴ ἔχει τὸ ἰδιαίτερο νόημά της στὴ σκέψη τοῦ Κ. Ὅπως μᾶς ἀναλύει ὁ Γ. Τζαβάρας,  "Ἡ ἔννοια τῆς ἀγωνίας", Δωδώνη, σελ. 219ἑξ., γιὰ τὸν Κ. ἡ Στιγμὴ εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ μία κατάσταση σὲ ἄλλη. Ἀποτελεῖ δὲ τὸ "ἀπόλυτο τώρα", ἀνάμεσα σὲ δύο δεδομένες στιγμές, ὄχι στὸ χρόνο, ἀλλὰ μᾶλλον ἐξωχρονικά. Εἶναι ἡ ἐπαφὴ τοῦ αἰωνίου μὲ τὸν χρόνο. Καὶ κάτι ἀκόμα. Στὰ δανέζικα ἡ λέξη "στιγμὴ" εἶναι μεταφορά. Καί, κατ' ἀκολουθία, ἡ "ριπὴ ὀφθαλμοῦ", ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητας, δίνει τὸν ὁρισμὸ τοῦ πνεύματος.Τὴν σημασία τῆς, κατ' αὐτὴν τὴν ἔννοια, προσέγγισης τοῦ ὅρου ἀπὸ τὸν Κ. τὴν βλέπομε καὶ στὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδει στὸ θαῦμα. Εἶναι μιὰ στιγμὴ τῆς αἰωνιότητας, πού, ἐννοεῖται, δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια τὸ θαῦμα τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας τὸ ἐνστερνίζεται ὁ κάθε πιστός, κάθε ἐποχῆς καὶ ἀπὸ οἱαδήποτε γεωγραφικὴ θέση. Μετέχει στὸ ἴδιο θαῦμα, τὸ ὁποῖο συνέβη μία φορά ἀπὸ τὸν Χριστό.

"Ἡ Στιγμὴ εἶν' ἐκείνη ἡ ΄δισημαντότητα, ὅπου συνορεύουν ὁ χρόνος κι' ἡ αἰωνιότητα, καὶ μ' αὐτὴ τὴν ἐπαφὴ ἐγκαθίσταται ἡ ἔννοια "προσκαιρότητα", ὅπου ὁ χρόνος ἀξακολουθητικὰ διακόπτει τὴν αἰωνιότητα καὶ ἡ αἰωνιότητα ἐξακολουθητικὰ διαπερνᾶ τὸ χρόνο" (σ. 108) (Γ. Τζαβάρας, ὅπως πάρα πάνω, σελ. 220).

Τὴν μικροῦ σχήματος ἐφημερίδα αὐτή τὴν ἐξέδωσε τὸν Μάϊο τοῦ 1855. Στὶς στῆλες της ἔπληξε χωρὶς οἶκτο "τὸν ἱδρυματοποιημένο, φατριάζοντα "χριστιανισμὸ" τῶν ἱερέων". Στὴν ἐφημερίδα «Πατρική χώρα» τον Μάρτιο του 1855, ἔγραψε μὲ τίτλο: «Τι θέλω;». ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποία ἀγωνίζονταν, καὶ οἱ ἄλλοι ἔκαναν ὅτι δὲν καταλάβαιναν. Ἔγραφε ὅτι ἁπλούστατα «θέλω εντιμότητα… Δεν είμαι ούτε ήπιος ούτε αυστηρός – είμαι ανθρώπινη εντιμότητα… Δεν θέλω με αποσιώπηση ή με περίτεχνα κέιμενα να δημιουργήσω την εντύπωση ότι ο συνηθισμένος χριστιανισμός της χώρας συμπίπτει με τον χριστιανισμό της Καινής Διαθήκης…» (Πρβλ. http://www.lettre.gr/letter/material/zairen%20kirgegor.pdf )

Στη "Στιγμή", Νο 5, μπορεί κανείς να δει τί θεωρούσε ο Σ.Κ. ως "Χριστιανισμό της Καινής Διαθήκης" (Øjeblik, Nr.5, SV=Samlede Værke XIV,203).

Ὁ Κ. ολοκληρώνει τις Εικόνες (θέσεις) του: στη Θεολογία, για το ποιο είναι το πρόσωπο του Χριστού, στο έργο του «Εξάσκηση στον Χριστιανισμό» και στην Κατήχηση για το ποιος είναι ο πραγματικός Χριστιανός, στη σειρά των φυλλαδίων του «Η Στιγμή», Νο 5.

Κάνει γενική επίθεση.

------------------------------------------------------------------------------------------------

β) Χρόνος

Ὡς πρὸς τὴ σχετιζόμενη με την ανάπτυξη (ἐξέλιξη) του παγκόσμιου πνεύματος θέση τοῦ Ἑγέλου ότι η αλήθεια είναι μια διαδικασία που εφαρμόζεται, ο Κίερκεγκωρ ἀπευθύνθηκε-άναφέρθηκε στην ατομική-ψυχολογική κατάσταση του καθενὸς. Ἀλήθεια και Πίστη δεν μπορεί ποτέ να τὶς κατακτήσει ο άνθρωπος, αλλά, στὴν καλλίτερη περίπτωση, στιγμιαῖα νὰ τὶς βιώσει. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη χαρακτηρίζεται μέσω ἑνὸς παιγνιδιοῦ τῆς ἐναλλαγῆς, τῆς ἀλληλεπίδρασης της πίστης και της απελπισίας. Μόνον η άπαντοχὴ αὐτῆς τῆς διαρκοῦς αναταραχῆς προσφέρει στὸν ἄνθρωπο την ευκαιρία-δυνατότητα να μάθει (νὰ βιώσει) ότι η διαχρονικότητα (ἤ τὸ ἄχρονο) περιέχεται στο χρόνο και, επομένως, οποιαδήποτε στιγμή, εἶναι δυνατὸ τὸ άλμα από την απελπισία στην πίστη. Ὁ Κίρκεγκωρ είχε δεσμευτεί για τα ιδανικά του χριστιανισμού, αλλά έντονα ἐπέκρινε αὐτὲς τὶς μορφὲς ἐμφάνισης τῶν ἰδεωδῶν του καὶ τῆς παρουσίασής του (τοῦ «ὑπαρκτοῦ Χριστιανισμοῦ»).

γ) Ἡ Ὕπαρξη "ἐν χρόνῳ"

Γιὰ νὰ γίνει περισσότερο κατανοητὴ ἡ «ὕπαρξη», ἂς θυμηθοῦμε τὸ παράδειγμα, ποὺ εἶπε γιὰ τὴ ζωὴ «ἐν χρόνῳ». Ἡ ζωή, λέει, εἶναι μία παράσταση. Ὁ ἄνθρωπος ἀνεβαίνει στὴ σκηνή, στὴ ράμπα ἑνὸς θεάτρου, ὅπως ἕνας ἠθοποιός, καὶ καλεῖται νὰ παίξει μία παράσταση (αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή «ἐν χρόνῳ), γιὰ τὴν ὁποία δὲν τοῦ ἔχει δοθεῖ "ρόλος". Οἱ ἀρνητὲς τῆς θρησκείας (π.χ. Heidegger, Sartr...), ἑρμηνεύουν τὸ παράδειγμα ὡς μία παρουσία στὸν πλανήτη, ἡ ὁποία παρουσία τελεῖ ὑπὸ πλήρη ἐγκατάληψη (geworfenheit, ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχουν πετάξει τὸν ἄνθρωπο σ’ ἕναν πλανήτη), ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ "μηδὲν" καὶ καταλήγει στὸ "μηδέν".

============================================

 

 

"Der Augenblick ist jenes Zweideutige, darin Zeit und Ewigkeit einander berühren."
(Vigilius Haufniensis, Der Begriff Angst, 1844)

 

"Der Augenblick ist jenes Zweideutige, darin Zeit und Ewigkeit einander berühren." 
(Vigilius Haufniensis, Der Begriff Angst, 1844)

 

 

 

 

 ______________________________________________

==================================================

Πολλoύς επιστήμονες έχει προβληματίσει εδώ και δεκαετίες το αν υπήρχε κάτι και αν ναι τι, πριν το Big Bang, δηλαδή τη δημιουργία του σύμπαντος

Μάταιες ήταν οι προσπάθειες ερμηνείας του φαινομένου, μέχρι που ο Stephen Hawking, ένας από τους μεγαλύτερους επιστήμονες όλων των εποχών, αποφάσισε να πάρει θέση στο ζήτημα.

«Δεν υπήρχε τίποτα πριν το Big Bang», δηλώνει λιτά και απέριττα ο Hawking, μιλώντας στην εκπομπή Star Talk του National Geographic, κάνοντας αναφορά στη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, η οποία αναφέρει συνοπτικά ότι ο χώρος και ο χρόνος από κοινού σχηματίζουν ένα χωροχρονικό συνεχές που δεν είναι επίπεδο αλλά κυρτό από την άποψη της ενέργειας που περιέχει.

Προτείνοντας ως εναλλακτική την «ευκλείδεια προσέγγιση», μια πλευρά της γεωμετρίας που ασχολείται με τα επίπεδα και τις διαστάσεις, το μοντέλο του Hawking υποστηρίζει ότι η ιστορία του σύμπαντος είναι μια καμπύλη επιφάνεια τεσσάρων διαστάσεων -όπως η επιφάνεια της Γης- αλλά με δύο επιπρόσθετες διαστάσεις.

«Μπορούμε να πάρουμε ως αφετηρία του φανταστικού και αληθινού χρόνου το Νότιο Πόλο, ο οποίος είναι ένα ομαλό σημείο του διαστημικού χρόνου, όπου διατηρούνται οι νόμοι της φυσικής. Δεν υπήρχε τίποτα γύρω από το Νότιο Πόλο οπότε δεν υπήρχε τίποτα πριν το Big Bang», σημείωσε ο Hawking.

 

https://youtu.be/FJ88kC2Nx8M

 


Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες