KierkegardHeader

04. Ἀλήθεια

 

--------------------------------------------------

 

“Τί θὰ μ' ὠφελοῦσε νὰ εἶμαι ἱκανὸς νὰ ἐξηγῶ τὸ νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἂν τοῦτο δὲν εἶχε μιὰ βαθύτερη σημασία γιὰ μένα καὶ γιὰ τὴ ζωή μου; -τί θὰ μ' ὠφελοῦσε ἂν ἡ ἀλήθεια στεκόταν ἀπέναντί μου, ψυχρὴ καὶ γυμνή, ἀδιάφορη ἂν τὴν ἀναγνωρίζω ἢ ὄχι, καὶ προκαλοῦσε ἐντός μου ἕνα ρῖγος φόβου μᾶλλον παρὰ μιὰ ἐμπιστευτικὴ ἀφοσίωση;” (Ζὰν Βάλ, Εἰσαγωγὴ στὶς φιλοσοφίες τοῦ Ὑπαρξισμοῦ, Εἰσαγωγὴ, Μετάφραση, Σχόλια Χρ. Μαλεβίτση, σελ. 18.)

...............................................................................

Ἐτικέττες: Ἀλήθεια-Ὑποκειμενικότητα, Ἀλήθεια-Εἶναι, “Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια”,

κιερκεγκωριανὴ θεωρία τοῦ “πῶς” καὶ τοῦ τί εἶναι τὸ “τί”, ἕνωση αἰωνιότητας καὶ χρόνου, παράδοξο, ὑποκειμενικὴ ἀντικειμενικότητα,

Ὑπόσταση μὲ κατεύθυνση τὸ Εἶναι,

 

 

        “Στὸν Κίρκεγκωρ ἡ ἀλήθεια ἐμφανίζεται οὐσιωδῶς ὡς ὑποκειμενικότητα. ...Ἔτσι, θὰ ἀκολουθήσουμε μιὰ κίνηση ποὺ πάει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια-ὑποκειμενικότητα πρὸς τὴν ἀλήθεια-Εἶναι. Τί θέλει νὰ πῆ ὁ Κίρκεγκωρ ὅταν λέγη πὼς ἀλήθεια εἶναι ἡ ὑποκειμενικότητα; ...Γιὰ τὸν Κίρκεγκωρ, σύλληψη τῆς ἀλήθειας σημαίνει τὴν ἰδιοποίησή της, τὴν παραγωγή της καὶ ταυτοχρόνως σημαίνει νὰ ἔχης γι' αὐτὴν ἕνα ἄπειρο ἐνδιαφέρον. Αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ στὸν Κίρκεγκωρ, εἶναι ἡ ἰδέα μιᾶς ἄπειρης μέριμνας γιὰ τὸν “ἑαυτό”. “

        Ὁ Κίερκεγκωρ ἀντιτίθεται στὴν ἀντίληψη τοῦ Ἑγέλου περὶ τῆς προσπάθειας ἀκολουθίας τῶν μετασχηματισμῶν τῆς Ἰδέας. “Ζῶ”, λέει, “σὲ μιὰ δεδομένη στιγμὴ τοῦ χρόνου· καὶ τὸ ζήτημα γιὰ μένα δὲν εἶναι νὰ ταυτισθῶ – κατὰ ἕνα τρόπο, ποὺ γιὰ τὸν Κίρκεγκωρ εἶναι ἱεροσυλία, - μὲ τὸ σύνολον τῶν στιγμῶν· πρέπει νὰ πάρω τὴ θέση μου μέσα στὸ χρόνο· εἶμαι ἕνα πεπερασμένο ἄτομο καὶ δὲν ὀφείλω νὰ τείνω νὰ καταστῶ ἐπαρκὴς [πλήρης], στὸ ἄπειρο.

        Τί πρέπει νὰ κάμω; Πρέπει νὰ τείνω καὶ νὰ ἐντείνω τὸν ἑαυτό μου πρὸς αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνομάσχ ἀλήθεια. Καί, γιὰ τὸν Κίρκεγκωρ, ἀλήθεια εἶναι οὐσιαστικὰ ὁ Θεὸς ὡς ἐνσαρκωμένος, εἶναι οὐσιαστικὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς ὁ ἴδιος εἶπε: “Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια”. Κι' ὅταν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος – Θεός, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς, λέγη πὼς “Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια”, τότε μᾶς παρουσιάζεται ὡς σκάνδαλο, ὡς παράδοξο. Καὶ ἀκριβῶς πρέπει νὰ τεθοῦμε μέσα σὲ ἕνα κλίμα ἐντάσεως γιὰ νὰ κατανοήσωμε πὼς τὸ ἄπειρο ἐνσαρκώθηκε, δηλαδὴ πραγματοποιήθηκε μέσα στὸ πεπερασμένο· ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἔνταση μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ φθάσωμε τὴν ἀλήθεια, διότι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται οὐσιωδῶς μέσα στὴν ἔνταση τῆς σχέσης μας μὲ τὸν ὅρο μὲ τὸν ὁποῖο βρισκόμαστε σὲ σχέση. Ἐδῶ ξαναβρίσκομε τὴν [κιρκεγκωριανὴ] θεωρία τοῦ “πῶς”. Δὲν εἶναι τὸ “τί”, δὲν εἶναι, ἀπὸ μιὰν ἄποψη, τὸ δόγμα ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια, εἶναι ἡ στάση μου μπροστὰ στὸ δόγμα.

        Ἔτσι, λοιπόν, ἡ ἐντολὴ τοῦ Κίρκεγκωρ εἶναι ἡ ἑξῆς: ”Νὰ εἶστε ὑποκειμενικοί· καὶ τότε θὰ βρίσκεστε μέσα στὴν ἀλήθεια”.

        Ὁ ὑποκειμενικὸς διανοητής, λέγει ὁ Κίρκεγκωρ, ἑνώνει τὴν αἰωνιότητα μὲ τὸν χρόνο. Ὁ ἴδιος εἶναι ἑνότητα τοῦ αἰώνιου καὶ τοῦ χρόνου, ἐπειδὴ συλλαμβάνει τὴν αἰώνια ἀλήθεια, ἀλλὰ τὴν συλλαμβάνει σὲ μιὰ στιγμὴ τοῦ χρόνου. Συνεπῶς ὁ ἴδιος εἶναι ἕνα παράδοξο.”

        Ὁ Κίερκεγκωρ ὣριζε τὴν πίστη “ὡς φωνὴ τῆς θειότητας, ὡς πάλη μὲ τὸν Θεό, καὶ μ' αὐτὸ ἐννοοῦσε τὴν κίνηση καὶ τὴ βεβαίωση τῆς ὑποστάσεως ἔξω ἀπὸ ἀντικειμενικὲς ἐγγυήσεις, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν πηγή της καὶ χωρίς ὅρους.

        Τούτη ἡ ἰδέα, ἄλλωστε, πρέπει νὰ συμπληρωθῆ· ὑπάρχει μία κιερκεγκωριανὴ διαλεκτική, ποὺ κάνει ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ὁ οὐσιωδῶς πεπερασμένος, νὰ βρίσκεται ταυτοχρόνως μέσα στὴν ἀλήθεια καὶ μέσα στὸ σφάλμα· καὶ ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας αὐτοῦ καὶ μόνον τοῦ σφάλματος μπορεῖ νὰ φθάση ὣς τὴ θρησκευτικὴ σφαῖρα.

Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρώτη “στιγμὴ” τῆς κατηγορίας τῆς ἀλήθειας στὶς φιλοσοφίες τῆς ὑποστάσεως ἂς κρατήσουμε τοῦτο: τὸ ὅτι ἀλήθεια εἶναι ὑποκειμενικότητα.

Ὡστόσο, πρέπει ἐπίσης νὰ σημειώσωμε, ἀπὸ τὴν στιγμὴ τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῶν θεωριῶν, ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐπίσης τὸ Εἶναι. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι τὸ Εἶναι. Κάθε πίστη εἶναι πίστη στὸ Εἶναι.

        ...Ἔτσι, καὶ κατὰ τὸν Κίρκεγκωρ, ἀπὸ μιὰ διαφορετικὴ ὀπτικὴ γωνία, ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέσα στὸ λάθος ἢ στὸ σφάλμα, ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ φύση, ὡς πεπερασμένο ὄν.

Ἀλλὰ ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια; Βρίσκεται μέσα στὰ ὄντα. Δὲν βρίσκεται μέσα στὴν κρίση. Ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀποκαλύψωμε [ἀ-λήθη, ἀλήθεια, Χάϊντεγκερ]. Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπάρχει μία ἀλήθεια ποὺ εἶναι ταυτόσημη μὲ τὸ Εἶναι, ἡ ὁποία εἶναι, κατὰ τὸν Χάϊντεγκερ, τὸ φῶς τοῦ Εἶναι. Βρισκόμαστε μέσα στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας καὶ μέσα στὰ ἐρέβη τοῦ λάθους, τῆς παραδρομῆς.

        ...Μόνον ἅμα ξεκινήσωμε ἀπὸ τὴν ὑπόσταση μποροῦμε νὰ πᾶμε πρὸς τὸ Εἶναι.” (Χρ. Μαλεβίτσης, σελ. 145ἑἑξ.)


 

 

.......................................
Μαρμάρινη πλᾶκα μὲ φράσεις τοῦ Κίερκεγκωρ, τοῦ Grundtvig καὶ τοῦ Andersen στὴν Ἀργεντινή
Placa con frases de Kierkegaard, Grundtvig y Andersen

Ἡ φράση τοῦ Κίερκεγκωρ μιλάει γιὰ τὴν Ἀγάπη: Τὸ νὰ ἀγαπᾶς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ ζῆ.

 

Ἀλήθεια


                 Τὰ «Φιλοσοφικὰ θραύσματα» εἶναι ἔργο δύσκολο. Ἡ κεντρική του ἰδέα εἶναι ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση ὅπως τὴν ἐννοοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, καὶ στὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ χριστιανισμός. Ὁ Κίερκεγκωρ ξεκινάει μὲ τὴ σωκρατικὴ ἐρώτηση: «Εἶναι διδακτὴ ἡ ἀρετή; καὶ στὴ συνέχεια ἐξετάζει τὴν οὐσία τοῦ genus humanum, ποὺ ἐκπροσωπεῖ ὁ Σωκράτης, καὶ τοῦ genus divinum, τοῦ θεϊκοῦ γένους, ποὺ ἐνσαρκώνει ὁ Χριστός.
                 Ὁ Κ. ἤθελε νὰ δείξει τί θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὁ Χριστιανισμός, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἑλληνισμό-σωκρατισμό, χωρὶς ταυτόχρονα νὰ γίνει κάτι τὸ ὑποδεέστερο. Διότι, βέβαια, σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ Ἀλήθεια θὰ ἦταν ἡ Ἑλληνικότητα. Ὁ Κ. κάνει δύο διαφοροποιήσεις στὶς προϋποθέσεις τῆς Ἑλληνικότητας - Σωκρατικότητας. Διαφοροποιεῖ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὴν ποιότητα τόσο τοῦ Μαθητή, ὅσο καὶ τοῦ Δασκάλου. Πρῶτον, ἀφήνει τὸν μαθητὴ νὰ εἶναι στὴν Ἀναλήθεια, στὸ Ψέμα. Δὲν ἐνέχει μέσα του τὴν Ἀλήθεια, καθὼς ἡ σωκρατικὴ προϋπόθεση πίστευε, καὶ καθὼς ὁ μαθητὴς εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθρώπου γενικῶς, προκύπτει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἐμφανίζεται ὡς δάσκαλος, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ εἶναι καὶ κάτι τέτοιο, διότι, ὡς ἄνθρωπος φέρει βέβαια μέσα του τὴν Ἀναλήθεια. Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος, εἶναι τὸ ἴδιο ὅπως τὸ νὰ βρίσκεται στὴν Ἀναλήθεια, καὶ ἐὰν ἡ Ἀναλήθεια, ὡς ὅρος, θὰ ἔπρεπε νὰ μετατραπεῖ στὴ χριστιανικὴ ὁρολογία, πρέπει νὰ λέγεται: Ἁμαρτία. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται, ὡς ἄνθρωπος, πάντα μέσα στὴν ἁμαρτία.
                 Γι’ αὐτὸ ὁ δάσκαλος πρέπει νὰ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος, σὲ μιὰ συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή, ἔγινε ἄνθρωπος. Πρέπει νὰ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ ψηλὰ ἤ ἀπὸ ἔξω στὸν ἄνθρωπο μ’ ἐκείνη τὴν Ἀλήθεια, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φέρει μέσα του, διότι μὲ τὴν ἁμαρτία του τὴν ἔχασε ἐντελῶς. Tὸ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ἐμφανίζεται σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ χρονικὴ στιγμή, καὶ αὐτὴ ἡ στιγμὴ ἀποκτᾶ μιὰ ἐντελῶς ἰδιαίτερη ἀξιωματικὴ σημασία, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς σωκρατικότητας τὸ χρονικὸ σημεῖο γιὰ τὴν δραστηριότητα τοῦ δασκάλου εἶναι κάτι τὸ ἀδιάφορο καὶ τυχαῖο, ἀκριβῶς διότι ὁ μαθητής, κατ’ ἀρχήν, ἀρχιακά, βέβαια, ἔχει μέσα του τὴν Ἀλήθεια. Τὸ κατὰ πόσον, νωρὶς ἤ ἀργά, κάτι ἀπὸ αὐτὴν θὰ τοῦ γίνει συνειδητό, εἶναι κάτι τὸ ἐντελῶς χωρὶς σημασία, ὅμως τὸ ὅτι ἡ Ἀλήθεια ἔρχεται στὸν Κόσμο μὲ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ἀποφαστιστικὰ Καινούργιο. Εἶναι ἀδιάφορο, ἐὰν ὁ Σωκράτης ἤ ὁ Πρόδικος ἦταν, ποὺ ἐκμαιεύει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ κάποιον, καὶ ἐὰν τοῦτο συνέβη τὸν Μάρτιο ἤ Αὔγουστο, ὅμως ἑρμηνεύεται ὡς τὸ γεγονὸς ποὺ ἐπισκιάζει τὰ πάντα στὴν ἱστορία, τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἰσέρχεται στὸν Χρόνο καὶ γίνεται μέλος τῆς ἱστορίας, τὸ ὅτι τὸ αἰώνιο γίνεται χρονικὸ ἤ τὸ ὅτι «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάν. 1,14).Εἶναι ἕνα «ἱστορικὸ γεγονός», τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερο ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἱστορική του πλευρά, διότι ἀκριβῶς ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς βασίζει ὁ ἄνθρωπος τὴν αἰώνια μακαριότητά του, τὴν ὁποία αὐτὸς μὲ τὶς δικές του δυνάμεις δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει.
                  Ἀπὸ ἀνθρωπολογικῆς πλευρᾶς, στὸ θέμα τοῦ τονισμοῦ τῆς βασικῆς διαφορᾶς μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ὁ Κίερκεγκωρ πιστεύει ὅτι ἡ σχέση Θεοῦ - ἀνθρώπου εἶναι Σχέση Ἀντιθετική. Δὲν ὑπάρχει καμμία Ἀναλογία ἤ Ὁμοιότητα Σχέσης, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψει νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸν ἄνθρωπο ὡς ἕναν ἡμίθεο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός, καὶ πρέπει νὰ σταματήσει νὰ εἶναι ἁμαρτωλός. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ συμβεῖ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι δάσκαλος τοῦ πλησίον του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ βρεῖ τὴν αἰώνια μακαριότητά του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνας βῶλος γῆς καὶ κρέας καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἔργο τοῦ πνεύματος, ποὺ εἶναι τὸ νὰ λυτρώνει. Ὅμως ὁ δυαλισμὸς τοῦ Κίερκεγκωρ δὲν εἶναι Μανιχαϊσμός. Ὁρίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς μία σύνθεση Ψυχῆς καὶ Σώματος καὶ αὐτὴ ἡ Σὐνθεση γίνεται δυνατὴ μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς τρίτου παράγοντα, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ ὄνομα Πνεῦμα.
                    Μεταξὺ Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου ἐπικρατεῖ ἐν τούτοις μιὰ ἀντίθεση. Humanum non capax est Divini, τὸ ἀνθρώπινο δὲν μπορεῖ νὰ περιλάβει μέσα του τὸ Θεϊκό. Ἑπομένως, βλέπομαι ὅτι "Legeme, Sjæl og Aand" ("Σῶμα, Ψυχὴ καὶ Πνεῦμα"), αὐτὴ ἦταν ἡ Ἀνθρωπολογία τοῦ Kierkegaards σύμφωνα μὲ τὸν Johannes Sløk (Die Anthropologie Kierkegaards. Rosenkilde und Bagger, Κopenhagen 1954) καὶ τὸν Gregor Malantschuk.
                  Δὲν ὑπάρχουν μαθητὲς τοῦ Κίερκεγκωρ. Ὅμως καὶ ἡ «ὑπαρξιστικὴ (existenzial) στάση-συμπεριφορὰ» τῶν Ὑπαρξιστῶν ἔναντι τοῦ «ἐδῶ-εἶναι» (Dasein), στὴν πραγματικότητα προϋποθέτει στάση ποὺ βρίσκεται περισσότερο πρὸς τὴν σωκρατικότητα παρὰ πρὸς τὴν χριστιανικότητα, διότι ἡ ἀνθρωπολογία της δὲν ἐμπεριέχει τὴν διδασκαλία τῆς ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας τοῦ ἀνθρώπου (existenz Philosophie, ὑπαρκτικὴ φιλοσοφία). Κατέχουν οἱ Ὑπαρξιστὲς τὴν δύναμη, σὲ μιὰ δεδομένη περίσταση νὰ ἐπιλέγουν τὸ σωστό, ἀλλὰ ὅμως, μὲ αὐτὸ δὲν βρίσκονται στὴν Ἀναλήθεια ἤ στὴν Ἁμαρτία. Φέρουν τὴν Ἀλήθεια μέσα τους καὶ μποροῦν γι’ αὐτὸ μόνοι τους νὰ ὑψωθοῦν ἀπὸ τὸν Θάνατο στὴ Ζωή. Τοῦτο σημαίνει, θρησκειοϊστορικά, ὅτι αὐτοὶ μποροῦν νὰ σωθοῦν μόνοι τους.
Γιὰ νὰ γίνουν τὰ παραπάνω περισσότερο κατανοητά, ἀναφέρουμε λίγες σκέψεις τοῦ ἀοιδίμου καθ. Ν. Νησιώτη. Οἱ ἔχοντες, γράφει ὁ καθηγητής, «ὡς βάσιν καὶ σκοπὸν τῆς φιλοσοφίας τὸ Da-sein, ὡς «ἐδῶ-ὑπάρχειν», ὡς σημεῖον συναντήσεως τῆς ὑπάρξεως μετὰ τοῦ περιβάλλοντος κόσμου, τὸ ὁποῖον οὕτω δύναται νὰ γίνῃ τὸ μόνον ἀντικείμενον τοῦ ὀρθῶς ἐν τῷ κόσμῳ φιλοσοφεῖν», οἱ ἐκκινοῦντες δηλ. «ἐκ τοῦ «ἐδῶ-ἐν-τῷ-κόσμῳ-εἶναι», δηλ. ἐκ τῶν ὑπαρξιστικῶν βιωμάτων (existential-), ἤτοι τῶν ἐντυπώσεων, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ἐκ τῆς ἐπαφῆς τοῦ ὑποκειμένου μετὰ τοῦ ἀντκειμενικοῦ κόσμου», ἔχουν ὡς διδάσκαλο τὸν κοσμικὸ M.Heidegger. Ὁ ἐκκινῶν, ὅμως, «ἐκ τῶν βιωμάτων τῆς ὑπάρξεως (existentiell-) τοῦ ὑποκειμένου, τὸ ὁποῖον ὑπέρκειται τῆς ὁλότητητος καὶ τῆς μάζης», ὁ ἀκολουθῶν δηλ. τὴν ὑπαρκτικὴ σκέψη, «ἀντιλαμβάνεται, ὅτι μὲ βάσιν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἐνόρασιν τοῦ κόσμου μέσῳ αὐτῆς, ἡ σκέψις γίνεται ἡ «Σκέψις» τοῦ Κίερκεγκωρ ὑπερβαίνουσα ἑαυτήν, διότι ρίπτει τὸν «σκεπτόμενον-«υπάρχοντα» εἰς τὸν χῶρον τῆς πίστεως. Ὁ «ὑπάρχων-σκεπτόμενος» τοῦ  Κ. εἶναι ἀναποφεύκτως ὁ πιστός οὐχὶ ὅμως ὁ φιλόσοφος τοῦ κοσμικοῦ». (σελ. 238)

--------------------------------------------------------------------

Μία εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Ὁ Χριστός.

Hegels auf die Entfaltung des Weltgeistes bezogene These, dass die Wahrheit ein Prozess sei, wandte Kierkegaard auf die individualpsychologische Situation des Einzelnen an. Wahrheit und Glaube könne der Mensch niemals besitzen, sondern bestenfalls momenthaft erfahren. So sei die menschliche Existenz gekennzeichnet durch ein Wechselspiel von Glauben und Verzweiflung. Nur das Aushalten dieser Zerrissenheit biete dem Menschen die Möglichkeit, zu erfahren, dass das Zeitlose in der Zeit enthalten sei und deshalb jederzeit der Sprung aus der Verzweiflung in den Glauben möglich sei. Kierkegaard bekannte sich zu den Idealen des Christentums, kritisierte aber vehement dessen reale Erscheinungsformen.

Ὡς πρὸς τὴ σχετιζόμενη με την ανάπτυξη του παγκόσμιου πνεύματος θέση τοῦ Ἑγέλου ότι η αλήθεια είναι μια διαδικασία που εφαρμόζεται, ο Κίερκεγκωρ ἐπευθύνθηκε-άναφέρθηκε στην ατομική-ψυχολογική κατάσταση του καθενὸς. Τὴν αλήθεια και την πίστη δεν μπορεί ποτέ να τὴν κατακτήσει ο άνθρωπος, αλλά, στὴν καλλίτερη περίπτωση, στιγμιαῖα νὰ τὴ βιώσει. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη χαρακτηρίζεται από τὸ παιγνίδι τῆς ἐναλλαγῆς, τῆς ἀλληλεπίδρασης της πίστης και της απελπισίας. Μόνον η άπαντοχὴ αὐτῆς τῆς διαρκοῦς αναταραχῆς προσφέρει στὸν ἄνθρωπο την ευκαιρία-δυνατότητα να μάθει ότι η διαχρονικότητα περιέχεται στο χρόνο και, επομένως, οποιαδήποτε στιγμή για να άλμα από την απελπισία στην πίστη εἶναι δυνατή. Ὁ Κίρκεγκωρ είχε δεσμευτεί για τα ιδανικά του χριστιανισμού, αλλά έντονα ἐπέκρινε αὐτὴν τὴν μορφὴ ἐμφάνισης καὶ παρουσίασης.

" Mόνο στὴν ὑποκειμενικότητα ὑπάρχει Ἀπόφαση, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ νὰ παραμείνει κανεὶς στὸ Ἀντικειμενικό, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ Ἀναλήθεια. Τὸ πάθος τοῦ ἀπείρου εἶναι τὸ ἀποφασιστικό, ὄχι στὸ περιεχόμενό του, διότι τὸ ἴδιο, ἀκριβῶς, εἶναι τὸ περιεχόμενό του. Ἑπομένως ἡ Ἀλήθεια εἶναι τὸ ὑποκειμενικὸ ΠΩΣ καὶ ἡ Ὑποκειμενικότητα." Sören Kierkegaard, "Philosophische Schriften"

-------------------------------------------------------

Zu den großen Denkern der Subjektivität im 19. Jahrhundert gehören
ohne Zweifel Friedrich Schleiermacher und Søren Kierkegaard. Beiden
ist gemeinsam, dass sie sich sowohl philosophisch als auch theologisch
mit der Frage der Subjektivität beschäftigten. Dazu kommt, dass
Kierkegaard Schleiermacher eingehend gelesen und sich mit ihm auseinandergesetzt
hat. Angesichts des erneuten Interesses an der Subjektivität
des Menschen war es naheliegend, dass die Schleiermacher-Gesellschaft
bei ihrer Generalversammlung im März 1999 den Beschluss
fasste, ihren nächsten Kongress dem Verhältnis dieser beiden Denker
zueinander und ihren Nachwirkungen unter dem Thema „Subjektivität
und Wahrheit“ zu widmen und ihn in Kopenhagen abzuhalten, und
zwar gerne in Zusammenarbeit mit den dortigen an Kierkegaard interessierten
Gremien.

--------------------------------------------------------

 

Κράτα το


Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες