KierkegardHeader

04. Ἀλήθεια

 

--------------------------------------------------

 


 

 

 
Πλᾶκα μὲ φράσεις τοῦ Κίερκεγκωρ, τοῦ Grundtvig καὶ τοῦ Andersen
Placa con frases de Kierkegaard, Grundtvig y Andersen

Ἡ φράση τοῦ Κίερκεγκωρ μιλάει γιὰ τὴν Ἀγάπη: Τὸ νὰ ἀγαπᾶς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ ζῆ.

 

Ἀλήθεια


                 Τὰ «Φιλοσοφικὰ θραύσματα» εἶναι ἔργο δύσκολο. Ἡ κεντρική του ἰδέα εἶναι ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση ὅπως τὴν ἐννοοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, καὶ στὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνώση ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ χριστιανισμός. Ὁ Κίερκεγκωρ ξεκινάει μὲ τὴ σωκρατικὴ ἐρώτηση: «Εἶναι διδακτὴ ἡ ἀρετή; καὶ στὴ συνέχεια ἐξετάζει τὴν οὐσία τοῦ genus humanum, ποὺ ἐκπροσωπεῖ ὁ Σωκράτης, καὶ τοῦ genus divinum, τοῦ θεϊκοῦ γένους, ποὺ ἐνσαρκώνει ὁ Χριστός.
                 Ὁ Κ. ἤθελε νὰ δείξει τί θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὁ Χριστιανισμός, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἑλληνισμό-σωκρατισμό, χωρὶς ταυτόχρονα νὰ γίνει κάτι τὸ ὑποδεέστερο. Διότι, βέβαια, σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ Ἀλήθεια θὰ ἦταν ἡ Ἑλληνικότητα. Ὁ Κ. κάνει δύο διαφοροποιήσεις στὶς προϋποθέσεις τῆς Ἑλληνικότητας - Σωκρατικότητας. Διαφοροποιεῖ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὴν ποιότητα τόσο τοῦ Μαθητή, ὅσο καὶ τοῦ Δασκάλου. Πρῶτον, ἀφήνει τὸν μαθητὴ νὰ εἶναι στὴν Ἀναλήθεια, στὸ Ψέμα. Δὲν ἐνέχει μέσα του τὴν Ἀλήθεια, καθὼς ἡ σωκρατικὴ προϋπόθεση πίστευε, καὶ καθὼς ὁ μαθητὴς εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθρώπου γενικῶς, προκύπτει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἐμφανίζεται ὡς δάσκαλος, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ εἶναι καὶ κάτι τέτοιο, διότι, ὡς ἄνθρωπος φέρει βέβαια μέσα του τὴν Ἀναλήθεια. Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος, εἶναι τὸ ἴδιο ὅπως τὸ νὰ βρίσκεται στὴν Ἀναλήθεια, καὶ ἐὰν ἡ Ἀναλήθεια, ὡς ὅρος, θὰ ἔπρεπε νὰ μετατραπεῖ στὴ χριστιανικὴ ὁρολογία, πρέπει νὰ λέγεται: Ἁμαρτία. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται, ὡς ἄνθρωπος, πάντα μέσα στὴν ἁμαρτία.
                 Γι’ αὐτὸ ὁ δάσκαλος πρέπει νὰ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος, σὲ μιὰ συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή, ἔγινε ἄνθρωπος. Πρέπει νὰ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ ψηλὰ ἤ ἀπὸ ἔξω στὸν ἄνθρωπο μ’ ἐκείνη τὴν Ἀλήθεια, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φέρει μέσα του, διότι μὲ τὴν ἁμαρτία του τὴν ἔχασε ἐντελῶς. Tὸ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ἐμφανίζεται σὲ μιὰ συγκεκριμένη ἱστορικὴ χρονικὴ στιγμή, καὶ αὐτὴ ἡ στιγμὴ ἀποκτᾶ μιὰ ἐντελῶς ἰδιαίτερη ἀξιωματικὴ σημασία, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς σωκρατικότητας τὸ χρονικὸ σημεῖο γιὰ τὴν δραστηριότητα τοῦ δασκάλου εἶναι κάτι τὸ ἀδιάφορο καὶ τυχαῖο, ἀκριβῶς διότι ὁ μαθητής, κατ’ ἀρχήν, ἀρχιακά, βέβαια, ἔχει μέσα του τὴν Ἀλήθεια. Τὸ κατὰ πόσον, νωρὶς ἤ ἀργά, κάτι ἀπὸ αὐτὴν θὰ τοῦ γίνει συνειδητό, εἶναι κάτι τὸ ἐντελῶς χωρὶς σημασία, ὅμως τὸ ὅτι ἡ Ἀλήθεια ἔρχεται στὸν Κόσμο μὲ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ἀποφαστιστικὰ Καινούργιο. Εἶναι ἀδιάφορο, ἐὰν ὁ Σωκράτης ἤ ὁ Πρόδικος ἦταν, ποὺ ἐκμαιεύει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ κάποιον, καὶ ἐὰν τοῦτο συνέβη τὸν Μάρτιο ἤ Αὔγουστο, ὅμως ἑρμηνεύεται ὡς τὸ γεγονὸς ποὺ ἐπισκιάζει τὰ πάντα στὴν ἱστορία, τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἰσέρχεται στὸν Χρόνο καὶ γίνεται μέλος τῆς ἱστορίας, τὸ ὅτι τὸ αἰώνιο γίνεται χρονικὸ ἤ τὸ ὅτι «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάν. 1,14).Εἶναι ἕνα «ἱστορικὸ γεγονός», τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερο ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἱστορική του πλευρά, διότι ἀκριβῶς ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς βασίζει ὁ ἄνθρωπος τὴν αἰώνια μακαριότητά του, τὴν ὁποία αὐτὸς μὲ τὶς δικές του δυνάμεις δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει.
                  Ἀπὸ ἀνθρωπολογικῆς πλευρᾶς, στὸ θέμα τοῦ τονισμοῦ τῆς βασικῆς διαφορᾶς μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ὁ Κίερκεγκωρ πιστεύει ὅτι ἡ σχέση Θεοῦ - ἀνθρώπου εἶναι Σχέση Ἀντιθετική. Δὲν ὑπάρχει καμμία Ἀναλογία ἤ Ὁμοιότητα Σχέσης, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψει νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸν ἄνθρωπο ὡς ἕναν ἡμίθεο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός, καὶ πρέπει νὰ σταματήσει νὰ εἶναι ἁμαρτωλός. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ συμβεῖ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι δάσκαλος τοῦ πλησίον του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ βρεῖ τὴν αἰώνια μακαριότητά του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνας βῶλος γῆς καὶ κρέας καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἔργο τοῦ πνεύματος, ποὺ εἶναι τὸ νὰ λυτρώνει. Ὅμως ὁ δυαλισμὸς τοῦ Κίερκεγκωρ δὲν εἶναι Μανιχαϊσμός. Ὁρίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς μία σύνθεση Ψυχῆς καὶ Σώματος καὶ αὐτὴ ἡ Σὐνθεση γίνεται δυνατὴ μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς τρίτου παράγοντα, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ ὄνομα Πνεῦμα.
                    Μεταξὺ Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου ἐπικρατεῖ ἐν τούτοις μιὰ ἀντίθεση. Humanum non capax est Divini, τὸ ἀνθρώπινο δὲν μπορεῖ νὰ περιλάβει μέσα του τὸ Θεϊκό. Ἑπομένως, βλέπομαι ὅτι "Legeme, Sjæl og Aand" ("Σῶμα, Ψυχὴ καὶ Πνεῦμα"), αὐτὴ ἦταν ἡ Ἀνθρωπολογία τοῦ Kierkegaards σύμφωνα μὲ τὸν Johannes Sløk (Die Anthropologie Kierkegaards. Rosenkilde und Bagger, Κopenhagen 1954) καὶ τὸν Gregor Malantschuk.
                  Δὲν ὑπάρχουν μαθητὲς τοῦ Κίερκεγκωρ. Ὅμως καὶ ἡ «ὑπαρξιστικὴ (existenzial) στάση-συμπεριφορὰ» τῶν Ὑπαρξιστῶν ἔναντι τοῦ «ἐδῶ-εἶναι» (Dasein), στὴν πραγματικότητα προϋποθέτει στάση ποὺ βρίσκεται περισσότερο πρὸς τὴν σωκρατικότητα παρὰ πρὸς τὴν χριστιανικότητα, διότι ἡ ἀνθρωπολογία της δὲν ἐμπεριέχει τὴν διδασκαλία τῆς ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας τοῦ ἀνθρώπου (existenz Philosophie, ὑπαρκτικὴ φιλοσοφία). Κατέχουν οἱ Ὑπαρξιστὲς τὴν δύναμη, σὲ μιὰ δεδομένη περίσταση νὰ ἐπιλέγουν τὸ σωστό, ἀλλὰ ὅμως, μὲ αὐτὸ δὲν βρίσκονται στὴν Ἀναλήθεια ἤ στὴν Ἁμαρτία. Φέρουν τὴν Ἀλήθεια μέσα τους καὶ μποροῦν γι’ αὐτὸ μόνοι τους νὰ ὑψωθοῦν ἀπὸ τὸν Θάνατο στὴ Ζωή. Τοῦτο σημαίνει, θρησκειοϊστορικά, ὅτι αὐτοὶ μποροῦν νὰ σωθοῦν μόνοι τους.
Γιὰ νὰ γίνουν τὰ παραπάνω περισσότερο κατανοητά, ἀναφέρουμε λίγες σκέψεις τοῦ ἀοιδίμου καθ. Ν. Νησιώτη. Οἱ ἔχοντες, γράφει ὁ καθηγητής, «ὡς βάσιν καὶ σκοπὸν τῆς φιλοσοφίας τὸ Da-sein, ὡς «ἐδῶ-ὑπάρχειν», ὡς σημεῖον συναντήσεως τῆς ὑπάρξεως μετὰ τοῦ περιβάλλοντος κόσμου, τὸ ὁποῖον οὕτω δύναται νὰ γίνῃ τὸ μόνον ἀντικείμενον τοῦ ὀρθῶς ἐν τῷ κόσμῳ φιλοσοφεῖν», οἱ ἐκκινοῦντες δηλ. «ἐκ τοῦ «ἐδῶ-ἐν-τῷ-κόσμῳ-εἶναι», δηλ. ἐκ τῶν ὑπαρξιστικῶν βιωμάτων (existential-), ἤτοι τῶν ἐντυπώσεων, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ἐκ τῆς ἐπαφῆς τοῦ ὑποκειμένου μετὰ τοῦ ἀντκειμενικοῦ κόσμου», ἔχουν ὡς διδάσκαλο τὸν κοσμικὸ M.Heidegger. Ὁ ἐκκινῶν, ὅμως, «ἐκ τῶν βιωμάτων τῆς ὑπάρξεως (existentiell-) τοῦ ὑποκειμένου, τὸ ὁποῖον ὑπέρκειται τῆς ὁλότητητος καὶ τῆς μάζης», ὁ ἀκολουθῶν δηλ. τὴν ὑπαρκτικὴ σκέψη, «ἀντιλαμβάνεται, ὅτι μὲ βάσιν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἐνόρασιν τοῦ κόσμου μέσῳ αὐτῆς, ἡ σκέψις γίνεται ἡ «Σκέψις» τοῦ Κίερκεγκωρ ὑπερβαίνουσα ἑαυτήν, διότι ρίπτει τὸν «σκεπτόμενον-«υπάρχοντα» εἰς τὸν χῶρον τῆς πίστεως. Ὁ «ὑπάρχων-σκεπτόμενος» τοῦ  Κ. εἶναι ἀναποφεύκτως ὁ πιστός οὐχὶ ὅμως ὁ φιλόσοφος τοῦ κοσμικοῦ». (σελ. 238)

--------------------------------------------------------------------

Μία εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Ὁ Χριστός.

Hegels auf die Entfaltung des Weltgeistes bezogene These, dass die Wahrheit ein Prozess sei, wandte Kierkegaard auf die individualpsychologische Situation des Einzelnen an. Wahrheit und Glaube könne der Mensch niemals besitzen, sondern bestenfalls momenthaft erfahren. So sei die menschliche Existenz gekennzeichnet durch ein Wechselspiel von Glauben und Verzweiflung. Nur das Aushalten dieser Zerrissenheit biete dem Menschen die Möglichkeit, zu erfahren, dass das Zeitlose in der Zeit enthalten sei und deshalb jederzeit der Sprung aus der Verzweiflung in den Glauben möglich sei. Kierkegaard bekannte sich zu den Idealen des Christentums, kritisierte aber vehement dessen reale Erscheinungsformen.

Ὡς πρὸς τὴ σχετιζόμενη με την ανάπτυξη του παγκόσμιου πνεύματος θέση τοῦ Ἑγέλου ότι η αλήθεια είναι μια διαδικασία που εφαρμόζεται, ο Κίερκεγκωρ ἐπευθύνθηκε-άναφέρθηκε στην ατομική-ψυχολογική κατάσταση του καθενὸς. Τὴν αλήθεια και την πίστη δεν μπορεί ποτέ να τὴν κατακτήσει ο άνθρωπος, αλλά, στὴν καλλίτερη περίπτωση, στιγμιαῖα νὰ τὴ βιώσει. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη χαρακτηρίζεται από τὸ παιγνίδι τῆς ἐναλλαγῆς, τῆς ἀλληλεπίδρασης της πίστης και της απελπισίας. Μόνον η άπαντοχὴ αὐτῆς τῆς διαρκοῦς αναταραχῆς προσφέρει στὸν ἄνθρωπο την ευκαιρία-δυνατότητα να μάθει ότι η διαχρονικότητα περιέχεται στο χρόνο και, επομένως, οποιαδήποτε στιγμή για να άλμα από την απελπισία στην πίστη εἶναι δυνατή. Ὁ Κίρκεγκωρ είχε δεσμευτεί για τα ιδανικά του χριστιανισμού, αλλά έντονα ἐπέκρινε αὐτὴν τὴν μορφὴ ἐμφάνισης καὶ παρουσίασης.

" Mόνο στὴν ὑποκειμενικότητα ὑπάρχει Ἀπόφαση, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ νὰ παραμείνει κανεὶς στὸ Ἀντικειμενικό, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ Ἀναλήθεια. Τὸ πάθος τοῦ ἀπείρου εἶναι τὸ ἀποφασιστικό, ὄχι στὸ περιεχόμενό του, διότι τὸ ἴδιο, ἀκριβῶς, εἶναι τὸ περιεχόμενό του. Ἑπομένως ἡ Ἀλήθεια εἶναι τὸ ὑποκειμενικὸ ΠΩΣ καὶ ἡ Ὑποκειμενικότητα." Sören Kierkegaard, "Philosophische Schriften"

-------------------------------------------------------

Zu den großen Denkern der Subjektivität im 19. Jahrhundert gehören
ohne Zweifel Friedrich Schleiermacher und Søren Kierkegaard. Beiden
ist gemeinsam, dass sie sich sowohl philosophisch als auch theologisch
mit der Frage der Subjektivität beschäftigten. Dazu kommt, dass
Kierkegaard Schleiermacher eingehend gelesen und sich mit ihm auseinandergesetzt
hat. Angesichts des erneuten Interesses an der Subjektivität
des Menschen war es naheliegend, dass die Schleiermacher-Gesellschaft
bei ihrer Generalversammlung im März 1999 den Beschluss
fasste, ihren nächsten Kongress dem Verhältnis dieser beiden Denker
zueinander und ihren Nachwirkungen unter dem Thema „Subjektivität
und Wahrheit“ zu widmen und ihn in Kopenhagen abzuhalten, und
zwar gerne in Zusammenarbeit mit den dortigen an Kierkegaard interessierten
Gremien.

--------------------------------------------------------

 

Κράτα το