KierkegardHeader

ΑΓΑΠΗ: Ἡ Δανικὴ γλῶσσα ἔχει δύο λέξεις γιὰ τὴν Ἀγάπη, ἡ μία ἐκ τῶν ὁποίων ἐκφράζει τὴν ἀγάπη μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς καὶ ἡ ἄλλη ἐκφράζει τὴν ἀγάπη γενικῶς, κυρίως δὲ ὑπὸ τὸ ἠθικὸ καὶ θρησκευτικὸ πνεῦμα. Ὁ Κίερκεγκωρ, φυσικά, χρησιμοποιεῖ τὴν δεύτερη λέξη, ἔτσι ὥστε ἡ ἔκφραση στὸ πρωτότυπο “ἀκούγεται” λίγο πιὸ συγκρατημένα σὲ σύγκριση μὲ τὴν μετάφραση. “Elskov”, ”kærlighed”. (Die Schriften über sich selbst, σελ. 133).

Selbstlose Liebe: dänisch Kjerlighed, d.h. das allgemeinere, meist in ethischem und religiösem Sinne gebrauchte Wort für Liebe. "Erbauliche Reden 1850/51", s. 262,*228.

------------------------------------------------------------------------------------------------------

Λουκᾶ 7,37-50: 47.“οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἀγάπησε πολύ...”


"Erbauliche Reden (1850 - 1851), Zur Selbstprüfung der Gegenwart anbefohlen Urteilt selbst" (Übersetzt von Emanuel Hirsch.)
Forderung und Gnade, Vergebungsglauben und Nachfolge Christi, Gesetz und Evangelium.
„Die erbauliche Rede über die Sünderin ist von Kierkegaard veröffentlicht worden als Begleitschrift zur „Einübung im Christentum“. Er setzt also voraus, daß der Leser hier die harten Reden der Einübung über die Gleichzeitigkeit mit Jesus hat.“
Λουκᾶ ζ 37-50
„Der begründete Satz „denn sie hat viel geliebt“ wird von der reformatorischen Theologie vom Erkenntnisgrunde verstanden: die Tatsache der großen reuigen Liebe des Weibes erzwingt den Schluß, daß sie - aus reiner göttlicher Gnade - eine große Vergebung empfangen hat. In der gegenreformatorischen Theologie wird der Satz von Sachgrund verstanden: die große reuige Liebe des Weibes ist eine vorbereitende Disposition, durch die sie gemäß der göttlichen Gnadenordnung sich den Empfang der Vergebung gleichsam erwirbt. Die Sünderin, auf reformatorische Weise gedeutet, ist im gesamten evangelischen Pietismus als Urbild der in Reue die Vergebung empfangenden menschlichen Seele eine Lieblingsgestalt geworden. In dieser ihm durch seine Erziehung zugekommenen pietistischen Überlieferung steht auch Kierkegaard.“

--------------------------------------------------------------------------------------
“...ἕνεκα δὲ τούτου, σὲ βεβαιῶ καὶ μάθε το, εἶναι συγχωρημέναι αἱ πολλαί της ἁμαρτίαι, διότι ἠγάπησε πολύ. Ἐζήτησε τὴν ἄφεσιν τοῦ χρέους τῶν ἁμαρτιῶν της, γεμάτη εὐγνωμοσύνην καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς ἐμὲ ποὺ θὰ τὴν συνεχώρουν. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ νομίζει ὅτι δὲν χρεωστεῖ πολλά, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδέαν του ἀφίνεται ὀλίγον ὀλίγον χρέος, ὀλίγον ἀγαπᾷ ὅπως  συμβαίνει μὲ σέ. Ἡ γυναῖκα δηλαδὴ αὐτὴ μὲ ἀγάπησεν ὡς σωτῆρα της πολὺ περισσότερον ἀπὸ σέ, ποὺ δὲν αἰσθάνεσαι τόσον τὴν ἀνάγκην νὰ σὲ σώσω.” (Π.Ν. Τρεμπέλα,Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν, σελ. 244, μὲ σχόλια ἀπὸ τὸν M.J. Lagrange (L), τὸ The Inter. Critical Commentary (p) καὶ τὸν Ν. Δαμαλᾶ (δ). )


“Ἕνεκα δὲ τούτου ἀκριβῶς σοῦ λέγω ὅτι εἶναι συγχωρημέναι αἱ πολλαὶ αὐτῆς ἁμαρτίαι, διότι ἠγάπησε πολὺ ἐμὲ τὸν Λυτρωτήν, καὶ ἐπόθησε βαθύτατα τὴν λύτρωσίν της...” (Ι.Θ. Κολιτσάρας).

 

“...Deshalb sage ich dir: Ihr müssen viele Sünden vergeben worden sein, wenn sie mir jetzt so viel Liebe zeigt...”

“...Derfor siger jer dig: hendes mange synder er hende forladt, siden hun har elsket meget...”
----------------------------------------------------

„Kiekegaard hat im Vorhergehenden mit dem Gedanken, daß die Sünderin gar nichts tut und weiß, daß sie gar nichts zu tun vermag, den Kerngehalt der reformatorischen Auslegung der Geschichte (vgl. hier Anm.2) sich zu eigen gemacht. Hier überspitzt er sie nun noch dadurch, daß er den strittigen Saz „den sie hat viel geliebet“ für das Bewußtsein der Sünderin ganz ausschaltet. Er macht sich dabei zunutze, daß der griechische Text Luk. 7,47 rein grammatisch ebensogut „den er hat viel gebliebet“ übersetzt werden könnte. Wenn er dabei von einem Hörfehler des Weibes spricht, so paßt er die von ihm aus dem griechischen Text heraussprintisierte grammatische Zweideutigkeit dem Verständnis seiner dänischen Leser an; im Dänischen sind die Worte für er und sie (han und hun) einander sehr ähnlich.“(Anmerkungen des Übersetzers (Hirsch), No 7, S. Kierkegard, Erbauliche Reden 1850/51. Gütersloher Verlagshaus, GTB 622, Hirsch/Gerdes, σελ. 243).

Ὁ Κίερκεγκωρ παραθέτει τὴν  παρακάτω σκέψη του, ὡς πρὸς τὸ χωρίο  Λουκᾶ 7.47, βασιζόμενος πρῶτον στὸ ὅτι τὸ πρωτότυπο, τὸ ἑλληνικὸ κείμενο δὲν ἀναφέρει ρητὰ τὸ ὑποκείμενο τῆς πρότασης καί, δεύτερο, ὅτι στὰ δανικὰ τὸ “han” καὶ “hun”  (“αὐτὸς” καὶ  “αὐτὴ”) δὲν διακρίνονται ἰδιαίτερα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο μεταξύ τους, λέγει, λοιπόν, ὅτι θὰ μποροῦσε ἡ ἔννοια τοῦ χωρίου νὰ εἶναι ἡ ἀκόλουθη: “διότι Ἐκεῖνος πολὺ ἠγάπησε”. Σώθηκε δηλ. ἡ ἁμαρτωλή, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς τὴν ἀγάπησε πολύ, καὶ ὄχι ἐπειδὴ “δικαιωματικὰ” ἡ ἁμαρτωλὴ σώθηκε, ἀφοῦ τὸν ἀγάπησε τόσο πολύ (μιὰ καθαρὰ προτεσταντικὴ θέση, ποὺ ἀνατρέπει τὴν ἑρμηνεία τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας).
    Ὁ Τρεμπέλας παραθέτει σχόλια παλαιῶν ἀλλὰ καὶ νεωτέρων ἑρμηνευτῶν, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα τὸ θέμα δὲν εἶναι μονόπλευρο ὡς πρὸς τὴν ἀγάπη = σωτηρία. Ὑπάρχει καὶ ἡ Πίστη, ὑπάρχουν καὶ τὰ ἔργα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δεδομένο ὅτι ὁ Θεὸς ὅλους μᾶς ἀγαπᾶ καὶ θέλει ὅλοι μας νὰ σωθοῦμε, καὶ οἱ πολὺ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ λιγώτερο ἁμαρτωλοί.
________________________________________
ABP_Strongs(i)
  47 G3739 Of which G5484 favor, G3004 I say G1473 to you, G863 [4have been forgiven G3588   G266 3sins G1473 1her G3588   G4183 2many], G3754 for G25 she loved G4183 much; G3739 but to whom G1161   G3641 little G863 is forgiven, G3641 [2little G25 1loves]

WestSaxon1175(i) 47 For þam ïch segge þe; hyre synde manege synne for-gefene. for þan þe hio me swiðe lufede. læsse lufod þam þe læsse for-gyfen ïs.
Wycliffe(i) 47 For the which thing Y seie to thee, many synnes ben foryouun to hir, for sche hath loued myche; and to whom is lesse foryouun, he loueth lesse.
Tyndale(i) 47 Wherefore I saye vnto the: many synnes are forgeve her for she loved moche. To whom lesse is forgeven the same doeth lesse love.
Coverdale(i) 47 Therfore I saye vnto the: Many synnes are forgeuen her, for she hath loued moch. But vnto whom lesse is forgeuen, the same loueth the lesse.
MSTC(i) 47 Wherefore I say unto thee, Many sins are forgiven her, for she loved much. To whom less is forgiven, the same doeth less love."
Matthew(i) 47 Wherfore I saye vnto the manye synnes are forgeuen her, for she loued much. To whom lesse is forgeuen, the same doth lesse loue.
Great(i) 47 Wherfore, I saye vnto the: many synnes are forgeuen her, for she loued moch. To whom lesse is forgeuen, the same doeth lesse loue.
Geneva(i) 47 Wherefore I say vnto thee, many sinnes are forgiuen her: for she loued much. To whom a litle is forgiuen, he doeth loue a litle.
Bishops(i) 47 Wherfore I say vnto thee, many sinnes are forgeuen her: for she loued much. To whom lesse is forgeuen, the same doth lesse loue
DouayRheims(i) 47 Wherefore, I say to thee: Many sins are forgiven her, because she hath loved much. But to whom less is forgiven, he loveth less.
KJV(i) 47 Wherefore I say unto thee, Her sins, which are many, are forgiven; for she loved much: but to whom little is forgiven, the same loveth little.

Nestle(i) 47 οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησεν πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ.
SBLGNT(i) 47 οὗ χάριν, λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησεν πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ.
--------------------------------------------------------------------------
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ:
A.G. Rudelbach (  
Andreas Gottlob Rudelbach
Δανός θεολόγος (1792–1862) ♂; Danish theologian)
(Erbauliche Reden, s. 249, *69)

------------------------------------------------------------------------------------

Ἀγάπη


Liebe heißt Ursprünglichkeit


     „Die Menschen sind bildsam; man kann sie ebenso gut zum einen wie zum andern bewegen, ebenso gut zum Fasten wie zum weltlichen Genuss leben -nur eins ist ihnen dabei wichtig: daß sie nachahmen, daß sie nicht allein stehn.
     Doch was Gott will, ist weder das eine noch das andre- sondern Ursprünglichkeit.
     Darum ist auch Gottes Wort so eingerichtet, daß sich stets einer Aussage gegenüber eine andre findet, die das Entgegengesetzte sagt. Das bedeutet: die Ursprünglichkeit fordern.
     Doch die Lehrer wie die Jünger fühlen sich am wohlsten in der Nachahmung und durch die Nachahmung: deshalb sind sie rührend darin einig, und das nennen sei Liebe.“ (S. Kierkegaard)

     (Μια πρόχειρη απόδοση της διακωμώδησης που κάνει ὁ Σ. Κίερκεγκωρ στην, ανθρώπινα μιλώντας, Αγάπη. Και τούτο, επειδή εμείς οι άνθρωποι εκλαμβάνουμε την απομίμηση ως προσέγγιση του ενός προς τον άλλο, και αυτό το θεωρούμε ότι είναι η Αγάπη.)
     «Οι άνθρωποι είναι εύπλαστοι. Μπορεί κανείς να τους επηρεάσει εξ ίσου εύκολα προς στη μια όπως και προς την άλλη κατεύθυνση, εξ ίσου εύκολα στην νηστεία όπως και στην κοσμική ζωή απολαύσεων- μόνον ένα είναι γι’ αυτούς, πάνω στο θέμα αυτό, σημαντικό: το να είναι ακριβώς όπως είναι οι άλλοι, που σημαίνει ότι αυτοί απομιμούνται, ότι δεν [θέλουν να αισθάνονται ότι] στέκονται μόνοι τους.
     Εν τούτοις, αυτό που θέλει ο Θεός δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο- παρά μόνον αυθεντικότητα.
     Γι’ αυτό και ο λόγος του Θεού είναι έτσι διατεταγμένος, ώστε διαρκώς να βρίσκεται μία δήλωση απέναντι σε μία άλλη, που να λέει το αντίθετο. Πράγμα που σημαίνει:  προκαλέστε την πρωτοτυπία.
     Παρ’ όλα αυτά, οι δάσκαλοι, όπως και οι μαθητές, αισθάνονται πολύ πιο άνετα στην απομίμηση και μέσω της απομίμησης: γι’ αυτό συμφωνούν μ’ αυτό απολύτως και, συγκινητικότατα, το ονομάζουν Αγάπη

(Προσεχῶς θὰ παρατεθοῦν δύο χωρία παράλληλα γιὰ τὴν ἀγάπη: Ἕνα τοῦ Κίερκεγκωρ καὶ ἕνα τοῦ Διαδόχου, Ἐπισκόπου Φωτικῆς.)

--------------------------------------

Μέχρι νὰ γίνει ἡ παράθεση, ἂς κάνουμε μία εἰσαγωγή, ἀπὸ τὴν βιογραφία, τοῦ Ἁγίου:

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ επίσκοπος Φωτικής
Δεν τον αναφέρουν οι Συναξαριστές. Συναντάται στον Λαυριωτικό Κώδικα Δ 34 φ. 68α, μαζί με τον πρεσβύτερο Μάρκο τον μεγάλο ασκητή (+5 Μαρτίου), όπου υπάρχει καί κοινός Κανόνας των δύο μη ολοκληρωμένος. Ό Άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής της Παλαιάς Ηπείρου, έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ. καί είχε το χάρισμα της εύγλωττίας, αλλά καί της συναρπαστικής συγγραφής. Τα 100 γνωστικά ασκητικά κεφάλαια πού έγραψε, διαβάζονταν με απληστία από τους μοναχούς. Επίσης έγραψε καί αλλά, όπως την "Όραση" καί λόγο στην Ανάληψη του Κυρίου.
"100 Γνωστικών Κεφαλαίων"»
Αλλά καί ο ιερός Υμνογράφος, στό «Απολυτίκιο» πού συνέγραψε γιά τόν όσιο Διάδοχο, λέγει μεταξύ τών άλλων: «Τήν τού Πνεύματος χάριν ουρανόθεν δεξάμενος, θείος Φωτικής Ποιμενάρχης ανεδείχθης Διάδοχε καί πράξει καί σοφία αληθή, καί θείων διδαγμάτων τώ φωτί πρός ενθέους αναβάσεις τών αρετών, ιθύνεις τούς βοώντας σοι...».
Ο όσιος Διάδοχος αποδεικνύεται μέσα από τά έργα του ως κάτοχος τής δογματικής διδασκαλίας τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά καί ως πεπειραμένος διδάσκαλος τής πνευματικής ζωής. Σώζονται τά έργα του «Όρασις», «Λόγος εις τήν Ανάληψιν» καί τά«100 Γνωστικά Κεφάλαια» μαζί μέ τήν «Κατήχησιν».
Ετελειώθη εν ειρήνη γύρω στό 486.
Λέγει χαρακτηριστικά: «Ο πνευματικός λόγος πληροφορεί-χορταίνει τήν νοεράν αίσθηση τής ψυχής, διότι πηγάζει από τήν ενέργεια τής αγάπης τού Θεού...Είναι, λοιπόν, πρέπον νά περιμένη κανείς πάντοτε μέ πίστη, πού ενεργείται από τήν αγάπη, τόν φωτισμό προκειμένου νά διδάξη. Διότι τίποτε δέν είναι πτωχότερο από τήν διάνοια, πού φιλοσοφεί περί τού Θεού χωρίς τόν φωτισμό τού Θεού...Ο δέ θείος φωτισμός τού Αγίου Πνεύματος δυναμώνει τήν πίστη τού διδάσκοντος μέ πίστη, μέ τέτοιο τρόπο, ούτως ώστε αυτός πού διδάσκει νά γεύεται πρώτος αυτός από τούς καρπούς τής γνώσεως μέ τήν ενέργεια τής θείας αγάπης».
Διάδοχος, ο οποίος έγραψε εκατό κεφάλαια ασκητικά και ετιμήθη ως άγιος. Το εν λόγω σύγγραμμα του Διαδόχου απέβλεπε στη μοναχική τελείωση.
ο Άγ. Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής (5ος αι.) διδάσκει ότι «η καρδία επιθυμούσα, ειδωλοποιεί ό,τι θέλει και ούτω δίδει εις το κακόν ύπαρξιν» [2]. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Τα εκατόν γνωστικά κεφάλαια του Αγ. Διαδόχου Φωτικής, εκδ. ο Άθωνας, Θεσ/νίκη 1999, σελ. 26.

=====================================================================================

Η ΑΓΑΠΗ


Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού

Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού.
Αγάπη είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμάει τίποτ' άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει το Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν' αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα.
Εκείνος που φοβάται το Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς τους, και πως απ' όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο. Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτάει και την αγάπη προς το Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη.
Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό.
Η ανέκφραστη ειρήνη, που έχουν οι άγιοι άγγελοι, οφείλεται σ' αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από το Σωτήρα μας, ότι σ' αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών. (Ματθ. 22, 40).
Όποιος αγαπάει το Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά, όταν τους βλέπει να διορθώνονται.
«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατό ν' αγαπήσει.
Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε, αν δηλαδή τις κάνουμε γι' Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν' αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στο Θεό. Σ' Αυτόν ν' αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.
Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων.
Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.
Εκείνος που αγαπάει το Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα,
-δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους
-έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν
-υπέμεινε, όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.
Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μάς βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. 7,21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15).
«Εγώ σάς λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σάς μισούν, προσεύχεστε για όσους σάς βλάπτουν» (Ματθ. 5,44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν' αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου.
Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι' αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους εναρέτους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για νά τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου. Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν' αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου.
Αν «η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (Ρωμ. 13,10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του ή τον επιβουλεύεται με κάποια κακοήθεια, αυτός ο άνθρωπος δεν αποξενώνει άραγε τον εαυτό του από την αγάπη και δεν τον κάνει ένοχο για την αιώνια καταδίκη;
Ο Χριστός δεν θέλει να έχεις εναντίον κανενός ανθρώπου μίσος ή λύπη ή οργή ή μνησικακία οποιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε πρόσκαιρο πράγμα. Κι αυτό το διακηρύσσουν παντού τα τέσσερα Ευαγγέλια.
Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν λοιπόν ο νους σκέφτεται το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι του κρατάει κακία. «Οι δρόμοι όμως των μνησικάκων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο» (Παρ. 12,28), γιατί «ο κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του νόμου» (Παρ. 21,24).
Την ώρα της ειρήνης σου, μη θυμάσαι εκείνα που σου είπε ο αδελφός όταν σε στενοχώρησε είτε σ' εσένα κατά πρόσωπο τα είπε, είτε σε άλλον και μετά τα άκουσες-, για να μην πέσεις στο πάθος της μνησικακίας.
Όταν συνομιλείς με άλλους, πρόσεχε μήπως εξαιτίας της λύπης, που διατηρείς ακόμα κρυμμένη μέσα σου, νοθεύσεις τους επαίνους σου για τον αδελφό, αναμειγνύοντας ασυναίσθητα στα λόγια σου την κατηγορία. Να χρησιμοποιείς στις συνομιλίες σου αγνό έπαινο για τον αδελφό και να προσεύχεσαι γι' αυτόν ειλικρινά, σαν να προσεύχεσαι για τον εαυτό σου. Έτσι, πολύ σύντομα θα ελευθερωθείς από το ολέθριο μίσος.
Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού, μην αφήσεις τον αδελφό σου να κοιμηθεί λυπημένος μαζί σου ούτε κι εσύ να κοιμηθείς λυπημένος μαζί του. Πήγαινε, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε πρόσφερε στο Χριστό το δώρο της αγάπης σου με καθαρή συνείδηση και θερμή προσευχή.
Μην αφήσεις τ' αυτιά σου ν' ακούνε τα λόγια όποιου καταλαλεί, ούτε και τα δικά σου λόγια να φτάνουν στ' αυτιά του φιλοκατήγορου, μιλώντας ή ακούγοντας με ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος της αιώνιας ζωής.
Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη συκοφαντείται κάποιος είτε στη διαγωγή. Και κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, τον μόνο που μπορεί να μάς λυτρώσει από τον κίνδυνο, να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα.
Όσο εσύ προσεύχεσαι μ' όλη σου την ψυχή για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν εξαιτίας της συκοφαντίας.
Γνήσιος φίλος είναι εκείνος που, στον καιρό του πειρασμού, συμμερίζεσαι αθόρυβα και ατάραχα τις θλίψεις, τις ανάγκες και τις συμφορές του πλησίον, σαν να είναι δικές του.
Δεν έχει ακόμα τέλεια αγάπη ούτε βαθειά γνώση της θείας πρόνοιας εκείνος που σε καιρό πειρασμού δεν κάνει υπομονή για όσα λυπηρά του συμβαίνουν, αλλ' αποκόπτεται από την αγάπη των πνευματικών αδελφών.
Αν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει όμως αγάπη, τίποτα δεν ωφελείται, όπως λέει ο θείος Απόστολος (α' Κορ. 13,2), άραγε πόση προθυμία και ζήλο οφείλουμε να δείξουμε για να την αποκτήσουμε;
Πολλοί βέβαια έχουν πει πολλά για την αγάπη. Αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις μόνο στους μαθητές του Χριστού, γιατί μόνο αυτοί είχαν για δάσκαλό τους στην αγάπη την αληθινή Αγάπη, το Χριστό, και έλεγαν: «Αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια, κι αν έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι» (α' Κορ. 13,2).
Εκείνος λοιπόν που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο το Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (α' Ιω. 4,16). Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες. Αμήν.


(απο enoriaka.gr)


 

Τὸ νὰ ἀγαπᾶς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ ζῆ.

International Kierkegaard Newsletter, Julia Watkin.

=================================================

…to believe in God means essentially always to rejoice impartially in and over God… For the joy of faith is that God is love, which then—if I only let go of my understanding—is just as much love whatever joy or sorrow, according to my notions, comes my way. All, all, all is love.

—Søren Kierkegaard, the so-called “melancholy Dane,” Journals and Papers 2: 2186, 2205

 

Κράτα το

Κράτα το